17.4.16

νανούρισμα

Οι λέξεις μου για σένα αργούν
ωριμάζουν στωικά,
είναι φωτεινές, ζεστές
έχουν ειπωθεί από στόματα
αλλά από το δικό μου
πρώτη φορά


Χίλιοι  φόβοι
ξεπηδούν απ΄τη μήτρα μου
βίαια και ανυπότακτα
με επιβολή και στόμφο

Όχι σαν εσένα
όχι όπως εσύ

εκείνο το κρύο φεβρουαριανό πρωινό
καθρέφτης στο ταβάνι
κρύα λευκά πλακάκια
βαμβάκι, βελόνα στη ράχη
όλα κρύα

Εσύ ζεστή, ροδαλή
με ανοιχτό ένα μάτι
ματωμένη στα λευκά σου
με κοιτάς, ανασαίνεις
ζεστή.


σε αποχωρίζομαι.

Δεκα ώρες μέτρησα
πριν κλάψω
πριν σε δω ξανά
ντυμένη πράσινη

σε τάισα
- θυμάμαι -
και τα μάγουλά σου ρούφηξαν αγάπη.



28.3.16

εμείς


σαν να μεγαλώναμε μαζί, εμείς
βγήκαμε από κέλυφος δαιδαλώδες ,

μου φύτεψες ιδέες
μέσα στην κοιλιά
-κι έχω κάμποσες μέρες,
πολλές μέρες
που σημειώνω φανερά-
τις μεγαλώνω με φροντίδα
περισσή και υπομονή

τα μάτια και τα όλα σου
είναι φυλαγμένα
κλωτσάνε κάθε τόσο
κι ονειρεύονται

όταν ακουμπάς το κεφάλι
εδώ
δεν μετανιώνω τίποτα.



19.6.15

ημερολόγιο γάμου - 3 -

Μύριζες λουκάνικο που σου 'ψησα για βραδινομεσημεριανό και φτηνή γερμανική μπύρα. Ήμουν ιδρωμένη από το περπάτημα της μέρας κι είχα ξεχάσει το αποσμητικό. Αλλά θα έπαιρνα όρκο πως ήμουν άοσμη ή τουλάχιστον μύριζα εγώ. Σου πήρα τα χέρια και σε τράβηξα με δύναμη , να στηριχτείς καλύτερα, να ανασηκωθείς. Ανταποκρίθηκες χωρίς περιστροφές και φλυαρίες στο κάλεσμά μου και λίγη ώρα μετά το κεφάλι σου ξεκουραζόταν πάνω στα πλευρά μου.Είχαμε κι οι δυο την ίδια μυρωδιά.Πως γίνεται μετά από τόσα χρόνια μου λες; Όσα λάθη κι αν έχουμε διαπράξει στην πορεία, το μεταξύ μας μένει όρθιο και αληθινό και όμορφο. Και σ'αγαπάω σαν χθες. Κάθε φορά σαν χθες και λίγο παραπάνω.
Πήρα τις βέρες μας. Τις λευκές πεντακάθαρες βέρες μας.Τις κοιτούσα σαν να μην τις είχαμε διαλέξει μαζί , σαν να ήρθαν από ένα συννεφάκι, να προσγειώθηκαν πάνω στα γόνατα και νόμιζα πως κουδούνιζαν κιόλας.
Η κατακλείδα μας είναι αυτή. Εμείς.Μαζί.Μέχρι.

16.6.15

ημερολόγιο γάμου - 2 -

Μένει ένα κάτι παραπάνω από ένας μήνας. Στο μυαλό μου μπορεί να υπάρχει πια φως και ησυχία. Ακόμα και το διαρκές μου άγχος μαθαίνω να τιθασεύω χωρίς πολλή προσπάθεια. Δεν σκέφτομαι συνέχεια τί θα αλλάξει στη ζωή μου, στη ζωή μας γιατί ξέρω πως μεταξύ μας δεν αλλάζει κάτι. Σ'αυτό που νιώθουμε δηλαδή, δεν αλλάζει -τουλάχιστον προς το χειρότερο. Θέλω να πω μεταλλάσεται κάθε μέρα σε κάτι νέο που μέχρι τώρα έχει παρατηρηθεί πως είναι πιο άρτιο. Δεν μαλώνουμε σαν τους χαζούς, μόνο για τα απαραίτητα, ναι! Δεν βριζόμαστε και υπάρχει σεβασμός και αγάπη μπόλικη για να μας βγάλει για δυο ζωές ακόμα, έτσι θέλω να φαντάζομαι.Σου έχω συγχωρέσει τα πάντα, σε χωράω πιο πολύ από ποτέ και κάνω όλο και περισσότερο αληθινό χώρο για εσένα και για εμάς. Μόνο που τώρα τρέμω διπλά μην πάθεις κάτι. Αυτό μου βγήκε το ανεξήγητο, που το είχα δηλαδή κι από πιο πριν , όταν άρχισα να σε θεωρώ κομμάτι δικό μου, σάρκα μου που λένε οι πολλοί, τώρα όμως από τότε που συμφωνήσαμε πως θα συμφωνήσουμε να γίνουμε παντρεμένοι άνθρωποι, νιώθω ακόμα περισσότερη ανησυχία για εσένα. Συνειδητοποιώ πως δεν σε χορταίνω τόσες ώρες που λείπεις στη δουλειά, δεν κάνω καν αρκετά πράγματα για να σε περιποιηθώ όμως έχει γίνει μια φωτιά μέσα μου που λέει κάθε τόσο "αγάπα τον" κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Οι βέρες μας - αυτές οι αληθινές βέρες που εσύ θέλησες να βρούμε και να χαράξουμε πάνω τους σημαντικές λέξεις - θα μας σφίγγουν τα δάχτυλα τις πιο κουρασμένες και βαριές μέρες, αλλά ξέρω πως θα είναι μια υπενθύμιση αυτό. Μια γλυκιά υπενθύμιση για τις σοβαρές μας αποφάσεις. Είμαι ήρεμη, νιώθω σιγουριά και μια παράλογη, άτρωτη, αναθεματισμένη ευτυχία.

18.5.15

ημερολόγιο γάμου - 1 -

Eίναι αυτές οι δυο μέσα μου. Η μια ανησυχεί κι χολοσκάει για τις προσκλήσεις ,τα προσκλητήρια, το ύφασμα και το τούλι για τις μπομπονιέρες , αν η γλυσίνα ταιριάζει μ'αυτό το απαλό πράσινο του φακέλου, αν τα κουφέτα θα κάνουν κρακ απ΄τη ζέστη, αν ο δήμαρχος θα χάσει τα λόγια του και θ'αρχίσει να τραυλίζει, αν θα τρέχουν σταλίτσες ιδρώτα στο μέτωπο, αν θα ταιριάζει να παιχτεί saturnus σε γάμο, μα σιγά ποιος θα το καταλάβει αρκεί να'ναι καλό το φαϊ , το ποτό, τα γλυκά κρύα και τα χέρια ζεστά,αφού οι καρδιές είναι ήδη ζεσταμένες.Ανησυχεί αυτή λοιπόν για όλα, να είναι σωστά και καθωσπρέπει, όπως πρέπει -γαμώταπρέπει-, να μην στενοχωρηθεί κανείς, να σταλούν οι προσκλήσεις νωρίς, να φανούν οι εκπλήξεις στα πρόσωπα, το δάκρυ , η χαρά, η ευτυχία. Είναι και η άλλη εγώ που δεν δίνει δεκάρα και θα'θελε να τρέξει μακρυά από τη σύμβαση, θα'θελε μόνη έννοια να είναι αυτό μας το σπιτικό να διανθιστεί με παιδιά, δημιουργία και να υπάρχει εκεί μέσα μας αγάπη κι ευτυχία. Σχεδόν 7 χρόνια μαζί κανείς δεν μας έχει πει να ζήσετε, κανείς δεν συγκινήθηκε που είμαστε μαζί, που κάνουμε έρωτες και τελειώνουμε αγκαλιασμένοι, που φτιάχνουμε σιγά σιγά τη φωλιά μας όμορφη, που αντέχουμε κι εξελισσόμαστε. Κανείς. Τόσες μέρες που τρέχω σε κεπ και ληξιαρχεία όλοι μου φέρονται τόσο ευγενικά όσο δεν μου'χει φερθεί δημόσιος υπάλληλος γραφείου τα χρόνια που νταραβερίζομαι με δαύτους. Κι επίσης θα έρθουν όλοι αυτοί οι αγαπημένοι να μας ευχηθούν αυτά που θα'πρεπε από την αρχή."Καλή αρχή" και ευτυχία. Θα ανατριχιάσουν και θα κλαίνε από χαρά και δεν θα πιστεύουν στα μάτια τους κι αναρωτιέμαι αν ο γάμος είναι κάτι μαγικό που λέγεται σαν παραμύθι από στόμα σε στόμα. Πόσο παράλογο μου φαίνεται.Μα είναι κι αυτή η μια μέσα μου που νοιάζεται για το νυφικό και το κοστούμι, τις φωτογραφίες που θα μας θυμίζουν τη μέρα αυτή που θα'ναι ορόσημο για σένα και για μένα. Είναι κι η άλλη που μπερδεύεται και αναρωτιέται τι θα κάνουμε με το 17 και με τη γλώσσα μας και τις προηγούμενες αναμνήσεις.Είμαστε μαζί και θα είμαστε πάλι, αλλά εγώ θα λέγομαι και κάπως αλλιώς κι εσύ θα΄χεις γυναίκα επίσημη πια και θα 'μαστε αυτό που λένε σύζυγοι.Μα πόσο εκνευρίζομαι.Πόσο.Και ταυτόχρονα πόσο θέλω να είναι όλα άψογα και τα γλυκά κρύα και τα ποτά αρκούντως παγωμένα και οι πτυχές του φορέματος ατσαλάκωτες λίγο πριν το βγάλω.Κι όλα αυτά για μια μέρα ορόσημο, που θα σφραγίζει κάτι, αυτό που εμείς επιλέξαμε, να μας ενώσει κάποια χρόνια πριν.Έχω ζήσει το ένα πέμπτο και κάτι παραπάνω της μέχρι τώρα ζωής μου μαζί σου.Τώρα που το έγραψα ,τώρα το διάβασα και πάλι δεν το συνειδητοποιώ.

1.4.15

mors certa

Η θλίψη τελικά, αυτή περνάει απ'το στομάχι,
εποπτεύει και υποτιμά ό,τι πριν λίγο έφαγα -
κυρίαρχη στο χώρο.
Σαν μητρική ματιά,
ελεγκτική κι όχι παρήγορη
εκβιάζει δάκρυα, παρωχημένα
στυφά, πολυκαιρισμένα.
Αυτή η μέγαιρα.
Μην ανησυχείς, όμως!
έχω μεθόδους.
Είσαι εσύ και το λογικό μυαλό σου
ενάντια σ'αυτήν και το δικό μου.
Θα τη στραγγαλίσουμε πριν προλάβει.
Αυτή η μήδεια.
Στη σκέψη πως καμουφλάρεται
μειδιώ κι οπλίζομαι - νομίζω-
παραπάνω.

13.2.15

[καταχώρηση ημερολογίου]

Έγινα του εαυτού γιατρός
συνταγογράφησα ευτυχία με τσιμπιές δυστυχίας 
 κανένα ποτηράκι αλκοόλ -για να θυμάμαι 
τις μποεμ στιγμές και σχέδια ρεαλιστικά , 
μελλοντικά σχέδια :
να σε χωράω πια. Αφού
είμαι η δική σου γυναίκα, 
αυτή που διάλεξες 
-θυσιάζοντας τις άλλες- 
να αγαπήσεις, να κατακτήσεις  
όρκοι και λόγοι 
χτυπούν στα μηνίγγια  
τρύπιος δεν είσαι, είσαι άντρας πια
τρωτός μα αβλαβής στα μάτια μου
αγαπημένος σαν άπειρος.


18.10.14

Σσσσσ.

Η Φωτεινή πέθανε.
Δηλαδή όχι τώρα, στις 22 της αρχής του καλοκαιριού.
Και την είχα θρηνήσει 6 καλοκαίρια πριν στην Αντίπαρο,
κουλουριασμένη και γυμνή σε ένα λευκό κρεββάτι.
Αυτό το συκώτι. Το ρημάδι που δεν αναγεννάται, όχι μυθολογίες είναι αυτά.
"θέλωναζήσω"μου λες.Να ζήσω.
Μην κλαις σου λέω , μην κλαις.
Ζεις, ερωτεύεσαι πάλι, φτιάχνεις σπίτι και μιλάς στις κουτσουπιές.
Αλλά θυμάμαι πως κλονίστηκες με τον άντρα που αγάπησες και σε άφησε.
Τον είδα φέτος στην Κρήτη, μέσα στα κύματα να παλεύει με έναν γιο
και η γυναίκα του να ξεπλένει το βρακί της μικρής τους.
Εκεί το 'νιωσα. Tις τύψεις που είχα χρόνια να σε δω. Εκεί.
Τι σημασία έχουν οι χαζές λεπτομέρειες,το βαρύ σου δαχτυλίδι,
το ριγέ καλσόν, το μέλι με κερήθρα και το γάλα σόγιας που έβαζες στον καφέ, η γοργόνα και τα σφηνάκια με τους ημίγυμνους δήθεν σερβιτόρους και η νύφη που γέμιζε νερό ,με ένα κουτάλι σούπας, μια κατσαρόλα. Θυμάσαι;
Ο καθρέφτης σου από βιτρό, μικρές μικρές πετρούλες που καθαρίζαμε μαζί με οδοντόβουρτσα και τρόχιζες εσύ για να εφαρμόσουν μεταξύ τους.
Τώρα θυμήθηκες;
Τι δύναμη ήθελε για να πεις φωναχτά σε έναν ηλίθιο βαρετό μπεκρούλιακα μπάρμαν
πως χέζεις απ'την κοιλιά. Κι εκείνος ακόμα πιο ηλίθιος σε κέρασε σφηνάκια. Ή δεν ξέρω, δεν ξέρω θα άφησε το σαλιάρικο στόμα του ανοιχτό.
Σενιορίτα , να! τώρα κλαίω. Το χαμό σου.
Εσύ με έσωσες, εγώ ανάξια να.




16.9.14

Τσόφλι


Σου κράτησα κακία άφθονη 
που δεν πρόσεξες και 
το τετράχρονο χέρι έγινε μωβ, 
νερό καυτό με τσόφλια 
στόλισαν το δεξί 
με μεγάλες ζουμερές χαλκοκίτρινες φουσκάλες. 
Με περισσή φροντίδα το δέσε ο γιατρός 
που τύχαινε μπαμπάς, μπαμπάς μου
 κι εγώ σ' έδειχνα με το δάχτυλο . 
Ένιωσες άσχημη, ανεπαρκής κ ηττημένη · 
στόχος επετεύχθη. 
Εγώ, φωτογραφία με λουλουδάκι στο επιδεμένο δεξί- 
υπερβάλλων ο πόνος πάντα καλαίσθητα- 
εσύ την έβγαλες. Κι αν όχι, εσύ την φύλαξες. 
Τώρα που δειλά ίχνηλατώ στο δρόμο σου, 
τρέμω και κροταλίζω δόντια 
μην τύχει και γέννησω 
ένα τέρας που θα με μισεί,
μαμά μου.

http://georgiaponirakou.com/

18.6.14

ψυχόρμητο

Σπαρμένος ανάμεσα σε κρίνους και λευκά τριαντάφυλλα. Τακτοποιημένος στο δικό σου ξύλινο, το δικό σου χώρισμα, με τους δικούς σου ανθρώπους · χωρίς δύσπνοια. Χωρίς αναπνοή πια.
Τα βαθουλωμένα μάγουλα και τα παιδικά γυαλιστερά μάτια γράψανε δυο ρυτίδες αριστερά και δεξιά στο χαμόγελο. Τελευταία φορά που σου μίλησα.
Τα φέρετρα εδώ στην Αθήνα τα ξεχωρίζουν με post it. Μικρούλικα χαρτουλάκια βεβηλώνουν τα τελευταία στρώματα των νεκρών μας . Πόσο με αναγούλιασε αυτή η εικόνα, πόσο ήθελα να τα ξεκολλήσω ένα- ένα από το ξύλο και να τα σκίσω με λύσσα. Δεν είναι η εποχή μου αυτή. Δεν είναι, δεν είναι.
 Όλα βιαστικά , όλα εννοούνται, ο θρήνος μισός, ο επικήδειος ανύπαρκτος, ο καφές νερουλιασμένος και το κονιάκ πικρό. Οι εργάτες με στολές και μπότες , κάπως περήφανοι κι επικριτικοί μας διώχνουν παραπέρα, να μη λερωθούμε με χώμα και τσιμέντο. Τα λόγια δεν ειπώθηκαν από κανέναν παπά, μισή κηδεία, μισή φροντίδα, όλα γρήγορα κι ανάλγητα. Όλα υποκριτικά καθωσπρέπει.
Οι καμπάνες βιαστικές, τα λουλούδια στα στεφάνια πετάχτηκαν, οι φωνές έσπασαν.
Το δέρμα σου κρύο απ΄το ψυγείο που σε καταχωνιάσανε τρεις μέρες. Ανάθεμα κι αν πρόλαβες αυτές τι μέρες  να πιεις μια γουλιά νερό ή να ρουφήξεις λίγο ήλιο απ'το παράθυρο. Δεκαπέντε βήματα, τρεις στάσεις, μια καρδιά μπαλόνι να φιλτράρει όλο σου το αίμα. Μα πάντα το 'ξερα πως μας χωρούσες όλους κι ίσως πιο πολλούς απ' όσους έπρεπε. Ίσως γι'αυτό ξεφόρτωσες όλα τα περιττά. Όμως τι βάσανο να μη βγαίνει αυτή σου η ανάσα. Τι βάσανο να κοιτάς μια μαύρη οθόνη με τις ώρες, καθισμένος σε γωνία ορθή για να μπορείς ν' ανασάνεις όπως όπως σε ένα σπίτι γεμάτο σκόνη, γάτες και ινδικά χοιρίδια, άλλοτε γεμάτο γέλια και παιδιάστικα παιχνίδια. Να διαγιγνώσκει "κατάθλιψη" η καχεκτική ψυχικά γυναίκα σου, να κοιτάς φωτογραφίες και να θυμάσαι, να σκαλίζεις σωστά και λάθη και να θες μόνο λίγη παραπάνω αγάπη από αυτή που σου δόθηκε.  Βάσανο και για μας που μείναμε πίσω, που τα ξέραμε ή τα ψυχανεμιζόμασταν όλα αυτά, αλλά οι αλυσίδες που μας φυλάκιζαν ηταν πάντα δυνατότερες.
Τα χορτάρια φύτρωσαν ανάμεσα στα πλακάκια τα πορτοκαλί, τα έσπασαν, δεν ξέρω καν πόσα γλύτωσαν, δε θέλω να ξέρω. Το σπίτι αυτό με τα πιο όμορφα φινιστρίνια θα χαθεί. Πόσα ερείπια ακόμα μπορεί να κουβαλήσει ένας άνθρωπος; Μακάρι να είχα χρόνο να σου απαλύνω τον πόνο.
Ξέρω πως για σένα όλα τώρα ξανάρχισαν. Εκεί, μικρούλης πάλι, στην αγκαλιά των γονιών σου, του παππού και της γιαγιάς φορώντας το πιο σπάνιο χαμόγελό σου. Δεν ξέρω · ελπίζω.
.

20.2.14

Πλησιάζει πάλι η μέρα που γίνομαι γυναίκα σου. Άμα βγαίνω βόλτα σ'αυτήν την πόλη, στο κέντρο της, ιχνηλατώ τα παλιά μας βήματα. Κάθομαι εκεί που πρωτογνωριζόμασταν, με ζεστές αγκαλιές και ζουμερά φιλιά και βέβαια σοβαρές υποσχέσεις. Αυτές οι τελευταίες όσο κι αν ζορίζουν τα πράγματα, γίνονται σοβαρότερες. Το σπίτι μας βάφτηκε, ξεσκονίστηκε, απολυμάνθηκε από παλιές και νοσηρές ιδέες. Μας φιλοξενεί στους τοίχους του ανάμεσα, μας περιέχει, μας χωρά. Κι εγώ σε χωράω κι εσύ εμένα. Ό,τι παλιό το χωράμε κι αυτό αφού και το παρελθόν μας πλάθει μα και το παρόν που σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει, αφού εξανεμίζεται μέχρι να το δούμε και να το πιάσουμε.
Μα πριονίζουν τα πόδια και ψαλιδίζουν τα ματοτσίνορά μας. Είμαστε από άλλο πλανήτη, γυμνοί και μισότυφλοι εμείς. Δεν γνωρίζουμε ευθύνες και σοβαρούς ενήλικους δρόμους. Αφήνουμε άλλοι να τους βαδίζουν για μας, άλλοι να έχουν πρωτεία κι ας μην είναι πρωτότοκοι κι ας μην έχουν τόση πια φαντασία κι ευγένεια μυαλού ή ίσως καινοτόμες λέξεις να αραδιάζουν.
Βέβαια είναι όλα επιλογές μας. Μωρά που γεννάμε αθέλητα ή μη. Πολλές φορές από τις τόσες επιλογές αρχίζουμε και κάνουμε λίστες μ'αυτές , γεμίζουμε σελίδες και ημερολόγια και τελικά χορτασμένοι παρατηρούμε τον κόσμο, τον έξω εκεί, αυτόν που δεν νοιάζεται εμάς, κι εμείς αυτόν, παρατηρούμε και αηδιασμένοι πια, διαγράφουμε τα άσχημα. Κι όμως αυτά ακόμα υπάρχουν.
Αλλά έτσι είμαστε εμείς οι δυο. να τώρα θα παθαίνουμε μαζί πανικούς. Εγώ θα σου διδάσκω πως να τους ξεπερνάς σαν πρώτη διδάξασα και μετά εσύ αφού τα πιάνεις όλα τόσο εύκολα θα με γιατρέψεις όπως κανένας αληθινός διδάκτορας δεν έκανε μέχρι τώρα, όσα χημικά κι αν κατάπια κι όσες φροϋδικές ειδικές συμβουλές κι αν προσπάθησα να εντυπώσω. Δεν έγινε τίποτα σχεδόν. Σχεδόν λέω γιατί σίγουρα έγινε κάτι.
Αλλά υπολείπεται ένα ποσοστό αξιοσέβαστο, ικανό να με τραμπαλίσει για μια στιγμή που θα είναι αρκετή για μένα να κατρακυλίσω σε σκοτάδια που δεν επιθυμώ ξανά.
Έτσι λοιπόν, αντρόγυνο σωστό, σύζυγοι για μια ζωή με τις απάτες και τις ενοχές και τα οράματα και τις ελπίδες και τους οργασμούς και τα όνειρα και τα ιδανικά πιστεύω θα πορευτούμε στον δρόμο μας. Που είναι μόνο για μας. Ολόδικός μας.
Αρμονικά τρελοί, αγάπη μου με μηδαμινές προοπτικές και εξαιρετική επίγνωση της θνητότητάς μας θα ζούμε μαζί σε ένα εξωραϊσμένο σπίτι φορτωμένο με μωβ δαντέλες και ζωγραφισμένα πατζούρια, πολλές παλιές φωτογραφίες, μουσικές και ηλεκτρικές κιθάρες και μαλλιαρά σκυλιά να ζουζουνίζουν τινάζοντας τη βροχή που μάζεψαν στο δρόμο.
Ωραία θα'ναι, ωραία είναι.
Και ξαφνικά δεν μπορώ παρά να αναθεωρήσω αυτή την έννοια του ωραίου, του καλού. Μα τι θα πουν οι λέξεις και οι έξεις. Δεν έχω παρά μόνο ένα φακό μπροστά από τα μάτια και το μυαλό που καταγράφουν με μαθηματική ακρίβεια αυτό που δεν υπάρχει :



 

15.9.13

blitzkrieg

πριν τελειώσουν οι μπαταρίες, 
ψυχαναγκαστικά να γράψω εδώ, στην άδεια σελίδα, 
είναι ανακουφιστικό που τα γράμματα δεν είναι με μολύβι
από απόσταση να δω όλες τις επιλογές, 
να ξεκαθαρίσω, να διώξω μακρυά τις ατιθάσευτες σκέψεις
 τα ανοργάνωτα του νου
δεν έμαθα να γράφω ποιήματα κι ο χρόνος μου
 τελειώνει - συμβιβάστηκα με ευφάνταστα,
 πιο περιττά οχήματα, με φιοριτούρες και λινές τραβέρσες, 
καθαρούς νεροχύτες και αστραποβόλες (όσο μπορούν)
πορσελάνες σε μικρά, μικροσκοπικά πανάρχαια μπάνια. 
η ζωή μου περιορίζεται 
54 τετραγωνικά, τρεις κούπες καφέ, φρυγανιές
 με μαρμελάδα βερίκοκο. 
Η σκέψη προσποιείται 
πως ωρίμασε και αποδέχτηκε αυτά
Σβούρα σε έναν κόσμο άγνωστο 
με ανθρώπους γνωστούς, ίδιους, 
που μοιάζουν ο ένας του άλλου,
τώρα ή στο παρελθόν, 
μα όλοι τόσο τραγικά ίδιοι- πως;
γελοίοι, τιποτένιοι, μικροί, σκυθρωποί,κούφιοι,
αγέλαστοι, ανάλγητοι,  άνευροι
Παθητική αναγνώστης και θεατής, γερακάρης,
τραγωδός και κωμικός σε πρώτο ρόλο, 
δεν ξέρω το σωστό σενάριο, 
ποια η σανίδα που θα με στηρίξει;
Ζω εκτός.Οι αποφάσεις αράχνιασαν
 -δενξεσκονίζωτίποτακουράστηκα-
ζω εκτός
άγκυρα ταλαντεύεται από τον ουρανό 
πάνω ακριβώς απ' το αρραγές μου κρανίο. 
"Πόσους να σώσω, ποιους να πρωτομαζέψω."
δύσκολες οι αποφάσεις, κακεντρεχή τα διλήμματα
πιο εύκολο να γκρεμιστώ, δειλό αλλά εύκολο.
θέλω φιλόξενες χούφτες, να παρατήσω για μια στιγμή την κούραση. 
να τη νανουρίσουν, τρυφερά να την αγκαλιάσουν 
 μειδιώντας να την πνίξουν όπως δεν μπορώ εγώ.
να απαλλαγώ από ετερόκλητα συναισθήματα, 
να είμαι σταθερή εγώ, να μπορώ. Να μη δικαιολογώ
να ξερνώ τιμωρίες προς άξιους αυτών και λίγη γαλήνη για μένα.
Ναι, για μένα. Να σταματήσω να
ζω εκτός.



11.8.13

they shoot horses,don't they?

Με λένε Σύλβια, Ανν, Τσεζάρε, Βιρτζίνια, Σάρα, Καρυωτάκη, Γώγου.Θυμάμαι πως πέθανα νωρίς, θυμάμαι πως ήθελα να διώξω αυτό το αίσθημα το βαρύ, το αναπότρεπτο, το αναπόδραστο.Θυμάμαι λάθος; Εισπνοή-γκάζι, πέτρες στις τσέπες και βυθός γλυκός, υπνωτικά χάπια και αλκοόλ για την κατάποση, πυροβολισμός κροτάφου. Τα 'κανα όλα, όχι μ'αυτή τη σειρά, δεν έχει σημασία, τα έκανα πολλές φορές ή μια, δεν θυμάμαι, κρύφτηκα σε λαγούμια για πολύ καιρό πριν το αποφασίσω, κι όταν το αποφάσιζα με δειλία δεν με έβγαζε πουθενά. Έχω αφήσει χιλιάδες λέξεις στους ανθρώπους για να με θυμούνται αν με διαβάσουν κι αν μπορούν να θυμηθούν Παρόλο που θεωρώ γελοία λέξη το "θυμάμαι", όπως και το "μνημονεύω. Όταν χρησιμοποιούν οι άνθρωποι αυτές τις λέξεις, συνήθως άλλα θέλουν να πουν κι άλλες σκέψεις βγαίνουν τελικά από το στόμα τους. Κάτι τέτοιο έχει να κάνει με την υποκρισία τους μονάχα και την ανάγκη να γίνονται ηθοποιοί που και που στη ζωή τους.
Τελοσπάντων, όπως και να με λένε, εγώ τέλειωσα με δαύτους. Πέρασα στην ανυπαρξία. Έλιωσα και πέταξα. Είμαι απομεινάρια και φως.
Καθώς δεν υπήρξα άνθρωπος βουδιστής δεν μπορώ να μετενσαρκωθώ. Αν μπορούσα θα ήθελα να ήμουν πάλι το ίδιο. Πάλι αυτό που υπήρξα. Το ευμετάβλητο, εύθραυστο, ορμητικό, στατικό, ρευστό, αντιφατικό πλάσμα που μίσησα, αγάπησα και ξαναμίσησα με σθένος. Αυτός ο εαυτός που ποτέ δεν κατάφερε να μου πει τι θέλησε και πως. Που όσο έξυπνος, οξυδερκής και δυναμικός υπήρξε, άλλο τόσο απαισιόδοξος, απελπισμένος, μανιακός και λειψός πέθανε.
Αν ζούσα τώρα θα άλλαζα τους ψυχιάτρους σαν τα πουκάμισα, σαν τα βραδυνά φορέματα πριν το ραντεβού με υποψήφιο εραστή, θα δοκίμαζα τα αντικαταθλιπτικά και αντιστρες φάρμακα, θα έκανα πειράματα για το αν ταιριάζουν με ποτά, θα είχα κενά μνήμης επειδή δεν ταιριάζουν, θα θύμωνα λιγότερο παίρνοντάς αυτά - κατά τα άλλα θα ήμουν απαράλλαχτο εγώ, γιατί όσες επιδερμίδες κι αν φορέσω, το υλικό μου είναι σπάνιας αλλόκοτης δυσεύρετης κράσης. Και δεν είναι αλαζονικό αυτό.Ή μπορεί και να είναι λιγάκι. Ωστόσο, μετά από όλες τις ανωτέρω δοκιμασίες και μετά από πάμπολλα συμβούλια και συσκέψεις θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως δεν χρήζω βοηθείας. Πως ο από μηχανής θεός μου δεν ανακαλύφθηκε ακόμα και καλά θα κάνω να το βουλώσω και να συνεχίζω να χαζεύω τον κόσμο με διάπλατα αθώα μάτια, απορώντας με την ασπλαχνία, τη βλακεία και την υπεροψία διαρκώς. Να συνεχίζω, λοιπόν, να αναπνέω αισχρό αέρα, να μπουκώνω με άγχος το θώρακα, να σφαλίζω με απάθεια το βλέμμα, αφού έτσι πρέπει κι αφού οι επιλογές είναι τόσες και λίγες.Το μόνο που με φοβίζει είναι πως το παιδί μου που ονειρεύομαι να έρχεται στον κόσμο και που θα έχει μια καταθλιπτικιά για μάνα, που δεν θα μπορεί να του εξηγήσει γιατί αγόρασε μια καλύβα ψηλά στο βουνό με θέα τη θάλασσα κι επέλεξε να το μεγαλώσει με αγριόχορτα και κριθαρένιο παξιμάδι. Δεν θα'χω απαντήσεις, όπως βέβαια δεν θα'χω και την παραπάνω ιδανική επιλογή. Και το παιδί μου ελπίζω να σταθεί πιο δυνατό από μένα αφού θα βάλω τα δυνατά μου να φτύσω δύναμη μέσα στο πρωτόγαλα που θα το ταϊσω.


7.7.13

Ψυττάλεια, μονότυπο #51, συγγραφέας : Σαμσών Ρακάς

Tην ξεφύλλιζα με χέρια που έτρεμαν από τον καφέ και τα πρωινά τσιγάρα. Οκτώ και 25 έλεγε το επιτοίχιο. Την ξεφύλλισα μια και δυο και τρεις, δεν στάθηκα πουθενά παραπάνω.Στη θέση του ρολογιού που μετρούσε τις ώρες της υποχρεωτικής μου ευδαιμονίας στέκεται ένα σαρκαστικό και γεμάτο χαμόγελο σαν αυτά που σκαλίζουν τα αμερικανάκια στις κολοκύθες τους.
Δεν μέτρησα τις σελίδες, ούτε τα πολλά κομμάτια από φωτογραφίες, γραμματόσημα, εισιτήρια σαλαμίνα-πειραιάς,  τις ζωγραφιέ με κραγιόνια που έχει μέσα. Δεν μέτρησα τίποτα, μόνο χάρηκα και έκλεισα το κατάδικό μου μονότυπο ευχαριστημένη.Έπιασα το προσωπό μου και κοίταξα τα χέρια μου: μαύρα. Τα μούτρα μου μαύρα κι αυτά. H Ψυττάλεια με εκδικείται που δεν της αφιερώθηκα ολοκληρωτικά από το πρώτο λεπτό...









Ολοκληρώνοντας την περιήγηση...

Δεν έχω να πω πολλά. Ίσως μόνο πως είναι ό,τι πιο ανθρώπινο και κοντά σε εμένα έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.Αρκεί μια βουτιά στις σελίδες του βιβλίου -που κάθε φορά είναι διαφορετικό ( για το λόγο ότι το βιβλίο φτάνει στην τελική του μορφή από τον ίδιο τον συγγραφέα με κόπο, φαντασία και επιμονή)- για να βρει ο καθένας ξεχασμένους, οικείους, μισητούς, αγαπημένους εαυτούς. Είναι ένα βιβλίο - αυτοκριτική, μια προσωπική ανάμνηση ή και όχι. Είναι αληθινή ζωή. Κι αυτό για εμένα είναι αρκετό.

πληροφορίες για το πως ξεκίνησε και συνεχίζεται αυτή η προσπάθεια εδώ:
ψΥτταΛειΑ

Ο Σ.Ρ (πορτατίφ) γράφει εδώ:
το πορτατίφ

27.4.13

ξαναψάξε με

Μια φανταστική μέγκενη στρίβει τον παράμεσο.Έχει πάνω της μια λευκή πέρλα. Καθρεφτίζει μια ζωή, τη ζωή μας. Τα θέλω, τα πρέπει, την ομορφιά και την ασχήμια. Κάθε τόσο σου γυρνάω την πλάτη για να με ψάξεις. Θα το κάνεις λίγο πριν ξυπνήσεις, θα μου πεις "μη φύγεις", θα σου νεύω και θα πω "δεν έφυγα καρδιά μου". Πως να φύγω από δω; Ποια τιμωρία να σου επιβάλω και για πόσο; Ζούμε μια ζωή και για τόσο λίγο. Πριν μια βδομάδα μου κόπηκε η ανάσα μέσα σ' ένα όνειρο. Δεν διάλεξα τίποτα καινούριο, δεν ρίσκαρα τίποτα. Έμεινα εδώ, να φροντίσω εμένα κι εσένα. Βάζοντας το κεφάλι μου στο φούρνο ένιωσα να κυνηγώ κάτι άπιαστο, μια οφθαλμαπάτη σε μια παράξενη γιαπωνέζικη θάλασσα. Βγήκα και τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα, εγώ στεγνή, χωρίς βάρος, γεμάτη μνήμες λίγων ημερών, με μια απόφαση να τηρώ ευλαβικά. Βούτηξα στην ακτινογραφία και δεν βρήκα καμιά καρδιά αποτυπωμένη. Ήταν κρυμμένη πίσω από τον κλωβό, θωρακισμένη κι άθραυστη. Μια γέρικη, σταθερή, μικρή καρδιά. Με παλμούς ίσα -ίσα να της φτάνουν για την καθημερινή ανάσα.

27.3.13

υποχρεωτική ευδαιμονία*

Άμα δε μπορείς να θες όλα τα υποχρεωτικά αυτά συναισθήματα νιώθεις σκάρτος και κάπως ανάπηρος.Νιώθεις διαφορετικός μ' έναν άσχημο τρόπο.Ξέρω πως κάτι τρέχει με μένα από τότε που κλεινόμουν στο δωμάτιο και σκάλιζα τη βιβλιοθήκη του πατέρα με τα απαγορευμένα βιβλία.Είδα και διάβασα το Διαβάζοντας στη Χάννα στα 15 νιώθοντας πως ανακαλύπτω έναν κόσμο που είναι ρεαλιστικός και σκληρός και τόσο διαφορετικός από αυτόν της Ζέη και του Βερν ή του Άντερσον.Στα δύσκολα με θέλω.Αλλά φτάνω σε έναν κόμπο πριν φτάσω στον πραγματικό οργασμό.Βλέπω τα αγέννητα μωρά μου να υποφέρουν κι εμένα να ξερνάω άγχος μέχρι την παραγωγική ηλικία των 40.Δεν έχω σπάσει καθόλου στο πρόσωπο.Είμαι παιδί και όπως είπε κι ένας αγαπητός, είμαι η παιδική σου γυναίκα.Και ως τέτοια μπορώ να σε γλείφω από την κορυφή μέχρι τους μηρούς και τα γόνατα και να σου μαγειρεύω ό,τι θέλω χωρίς να ανησυχώ αν δεν σ' αρέσει.Η φαντασία μου κάνει όργια μέσα στην κατσαρόλα.Και πάνω στο κορμάκι σου.Σε παρακαλώ μην τρελαθείς πριν από μένα.Εμένα μ'αρέσει να φλερτάρω με την τρέλα και την κατάθλιψη.Το μυαλό μου αποζητάει τέτοια φαινόμενα μέσα στα δέκα χρόνια που βιώσε κάποιες εμπειρίες.Είναι ένα μυαλό κάπως πρόωρα γερασμένο,μαθημένο να σκέφτεται διαφορετικά και με μια τάση υπερβολής,ένα μυαλό που θέλεις ν'αγαπήσεις και να μισήσεις ταυτόχρονα.Είναι άνοιξη τώρα,τρύπωσε η άνοιξη μέσα στις έλικές του ,σφήνωσε κι όμως εγώ δεν το νιώθω.Προσπαθώ.Αγοράζω γλάστρες που σχεδιάζω να φυτέψω σε μωβ εταζέρες.Θα βάψω τον τοίχο στο προσκέφαλό μας στο χρώμα της πασχαλιάς.Θα περιμένω μια ανάσταση να έρθει να με γλυτώσει.Ένα νόημα βαφτισμένο σε φτηνό, ξεθωριασμένο κόκκινο κρασί,μια λειτουργία, μια μετάνοια,μια φαντασία να έρθει και να μου απευθυνθεί πριν βγάλω αφρούς από το άλικο στόμα μου, πριν ταρακουνηθούν οι βολβοί των ματιών και σωπάσουν.Μια ποίηση περιμένω αυτή την άνοιξη,εξαιρετική και ανυπότακτη.



*τίτλος από το ομώνυμο βιβλίο του Νόρμαν Μάνεα

2.3.13

πασατέμπο

Οι νύχτες μοιάζουν με τις μέρες μου.Κοιμάμαι αλλόκοτες ώρες,μετράω στον ύπνο νεκρούς κι εφιάλτες,μικροσκοπικά έμβρυα καμωμένα από μένα,γεννημένα σε δύσβατους δρόμους.Στον ξύπνιο απαριθμώ χρωστούμενα κι όνειρα για ταξίδια,φορέματα από άλλες εποχές και νυφικά.Σε σένα που με γιατρεύεις λέω τα πάντα.Για πρώτη φορά.Σε σένα που μ'αγαπάς και με λατρεύεις σπαράζω με μισόλογα.
Μ'αρέσε το σπίτι που ήταν γεμάτο.Σκυλιά,παιδιά,μαμάδες,άντρες,κουνιάδους,μωρά,φίλους.Τώρα μετράω κενές θέσεις κι ο καναπές ξαναμεγάλωσε.Ίαως ξαναγεμίσει αύριο για λίγες κούφιες,βιαστικές ώρες.
Κάθομαι τυλιγμένη με δυο ρόμπες,στο τραπεζάκι ένας καφές απ'ωρα φτιαγμένος,ώρα 5 και 10 ante meridiem.Μετράω χαραυγές και τιτιβίσματα πουλιών.Κάθε πρωί περνάει ένα κατάμαυρο,κοτσύφι πρέπει να'ναι,κάθεται πρώτα στη λεμονιά και ύστερα ξαποσταίνει στη ροδιά.Μόλις με πάρει χαμπάρι φεύγει σαν στρόβιλος.Το μισώ για τα φτερά του.Και που παρά την κακοκαιρία στέκεται.Εμένα το κρύο με τυλίγει σαν σάβανο.Θα του ξεφύγω, υπόσχομαι,μια μέρα πριν να είναι αργά.Αργά.Είναι η λέξη που με κατατρώει χρόνια τώρα.Δεν πιστεύω στον Σίσυφο μα νιώθω σαν αυτόν.Πως τις στιγμές της ελευθερίας της πλήρωσα με αντίτιμο το άγαλμα που είμαι τώρα.
Ο κόσμος με τρομάζει όσο ποτέ.Κλείνω τη μύτη μέσα στο κασκόλ μου που μυρίζει άνθη κερασιάς και τους παρατηρώ με καχυποψία και σοφία.Είναι όλοι τόσο βιαστικοί, όπου κι αν πάνε, όταν μιλούν,όταν τρέχουν,όταν περπατάνε, όταν γελούν,όταν τρώνε, όταν πηδιούνται.Αν είχα μια συμβουλή θα ήταν ν'αλλάξουν tempo.Μα δεν γίνεται.Θα γίνουν σαν κι εμένα και θα 'ναι και γι'αυτούς αργά.
Μια στιγμή που φοβήθηκα όσο τίποτα ήταν αυτή στο σουπερμάρκετ.Κόλλησε το μυαλό μου και το αριστερό μου χέρι δεν άφηνε το καροτσάκι που έσερνες προς το μέρος σου.Τα μάγουλά μου κοκκίνισαν σαν να τα 'χα πασαλείψει με βύσσινο και το στέρνο μου έβγαζε ντροπιασμένους κρότους.Έπαιζα για 20-30 δεύτερα έναν ρόλο που δεν μου ζητήθηκε, έναν αυτοσχεδιασμό κι ένιωθα το κοινό μου δυσαρεστημένο.Και κυριώς εσένα.Τα ρέστα - το βραβείο μου- ήταν λίγα χάλκινα λεφτά κι η απόδειξη χιλιόμετρα απόλυτων τιμών.Βγήκαμε κι ανάσανα.
Το σπίτι μοιάζει πιο χαρούμενο και πιο φωτεινό με τις νότες που βγαίνουν από την κιθάρα σου.Δεν έχω μουσικό αυτί αλλά ξέρω πως είσαι καλός σε αυτό που κάνεις εδώ και κάμποσες μέρες.θα 'θελα να 'μαι πιο προσαρμοστική σαν άνθρωπος να γίνομαι κι εγώ χαρούμενη μαζί με τους τοίχους, τις πόρτες και τα παράθυρα.Έγινα χαρούμενη για 5 λεπτά σήμερα το πολύ πρωί που μου λεγες κάτι φοβερά ανέκδοτα που τώρα ούτε καν τα θυμάμαι.κι εκεί μου είπες πως δεν γελάω.κι ούτε θυμάμαι πόσους μήνες έχω πραγματικά να χαρώ.θα φταίει αυτή η ψυχή που κουβαλάω.Με κάτι έχει λερωθεί που δε βγαίνει.Με κάτι που δημιουργεί αντισώματα για τη χαρά.

27.12.12

με χωρίς τίτλο

Πήγα για κατούρημα το σκύλο.
 Γυρνώντας-στερημένη ιδέες
 κατέβασα μισό μπουκάλι haig- δανεικό, 
βρωμάει κρεμμυδίλα,
ουίσκι! αντρικό ποτό
 κι εγώ απόψε πρέπει να 'χω: 
λογική αντρίκια.
Το τετράποδο ονειρεύεται-
 γαλοπούλες γεμιστές,
κιμάς και σταφίδες, 
κουκουνάρι.
για επιδόρπιο;
πουτίγκα το λένε.καλή θα'ναι!
οι δυο μας θα τη βγάλουμε -
 φέτος - σε ξένο σπίτι.
Αστόλιστο,σκοτεινό,κρύο, ερεβώδες
κεριά και μια αλογόνου για ζέστα
πέτσινα κόκαλα σαν δώρο,
για μένα κάλτσες καρό σε βάζο 
-με κόκκινο περιτύλιγμα.
Εσένα σου πήρα ρόμπα
 -μπλε ραφ με γκρι , τσόχινη
γεροντίστικη, χοντρή.
Να οδηγάς, να μην κρυώνεις,
-να μην κρυώνεις.
αγαπιόμαστε ακόμα, ναι!
αλλά ,σε παρακαλώ, 
εκεί γύρω στα 75 με ένα-δυο εγκεφαλικά
αγκυλωμένη σαν νεκρή,
μη με δολοφονήσεις με το μαξιλάρι μου 
Ο θάνατος από ασφυξία, ο θάνατος;
Ο χειρότερος!
μέσα στην ίδια σου ανάσα να πνίγεσαι.
Δεν μου πάει· δεν είναι σικ.
μακάβρια άχνη να πασπαλίσω
 κουραμπιέδες.
Άχνη σαν χίονι ,
νεκρική ησυχία.

2.12.12

[λογοκρισία]

Εγώ σου πα να ακολουθήσεις.σκάβαμε στα σκοτεινά με έκσταση και φόβο.θα μας έπιαναν.Είχα χάπια διαφυγής στην τσέπη.Δεν υπήρχε στόχος.Ή μάλλον δεν ήταν ξεκάθαρος.Όπου φτάναμε.Τα νύχια σου είχαν μολυνθεί.Μισοφαγωμένα καθώς ήταν απ΄το άγχος,τώρα το χώμα δεν άφηνε περιθώρια.Θα σε τακτοποιούσα μετά σου είπα.πρώτα να φτάνουμε.Και μετά.
Δεν υπήρχε μετά.Εγώ ξύπνησα.Ήμουν γυμνή στο όνειρο και πέταξα τις κουβέρτες από πάνω μου με απέχθεια και έντονη δύσπνοια.Ξεροκατάπια ένα σομόν κι ένα λευκό,πίνοντας γάλα και σ'έψαχνα μέσα σε 48 τετραγωνικά.Κάπως έτσι θα είναι η παράνοια,σκέφτομαι.Βλέπω το σταντ μπάι στο φορητό και το κινητό σου να λείπει.Θα είσαι δυο ορόφους πιο πάνω.Και τότε γιατί δε φτιάχνει η διάθεσή μου;Τυλίγομαι στα μπλε και γλείφω το σκύλο.Η ουρά του ξεβιδώνεται κι είναι ώρα για μπισκότα.Μπίσκροκ μπισκοτένια γεύση.Δοκιμάζω κι εγώ ένα.Το φτύνω.Σκουπίδια που τον ταΐζω για να μ'αγαπάει.Οι βολβοί μου είναι διαπερατοί από κάθε φωτεινό ερέθισμα.Κλείνω τις κουρτίνες κι ανοίγω την πορτοκαλί λάμπα.Βγάζει ζέστη και μυρίζει ξύλο.Φαντάζομαι λαλαγγίτες της γιαγιάς να ψήνονται στο σάτσι.
Και μετά ξυπνάω πάλι.Τρώω μήλο.Είναι άνοστο,χωρίς άρωμα.Βλέπω αμερικάνικες σειρές που με ευλάβεια κατεβάζω στην ώρα τους.Διαβάζω το ανήσυχο μυαλό,το ariel-the restored edition και το τετράδιο με τους λεκέδες από κρασί.Όλα μαζί,ανάλογα τη διάθεση,σχεδόν ακολουθώ μοτίβο κάτω από το φως του μωβ πορτατίφ.Δε θα μάθω ποτέ να γράφω.Ούτε να είμαι.Σ'όσα ντιβάνια κι αν ξαπλώσω η συστολή θα με καταπιεί ή θα με βυθίσει.Θα είμαι εγώ,όπως μικρή,με κοκκινισμένα ντροπιασμένα μάγουλα,δείχνοντας τη γυναίκα που άπιαστη τρέχει.
Να κάνω δουλειές τώρα.Πλένω στίβες πιάτων στη μικρή μου κουζίνα κι η piaf μου θυμίζει τη γαλλίδα που ήμουν σε μια άλλη ζωή.Ζω ασπρόμαυρα τώρα κι από πάντα.Με θλίψη και ξυραφισμένο μυαλό.Αυτό το μυαλό που κρατάω σαν νεογέννητο κοτόπουλο στις παλάμες και περνάω βιαστικά τα κόκκινα σε δρόμους ταχείας.Αυτό που προσπαθώ να προστατεύσω και που όμως κινείται στην περιφέρεια.
Είμαι άλογο κούρσας.Μαζεύω και φυλάω τις σφαίρες από το πιστόλι εκκίνησης.Κάθε μέρα και μια πρωτιά, κι ένας γύρος.Κι ας είναι μια απόσταση ως το φούρνο ή το 24ωρο περίπτερο.Οι ώρες δεν έχουν προκαθορισμένη διάρκεια κι οι σκέψεις ζουν σε διαστολή.Μοιάζουν με επικίνδυνα ανευρύσματα.Δεν έχω μπάι πας πρόχειρα κι έτσι απλά κάνω υπομονή και τις καμουφλάρω με κορδέλες κι υφασμάτινα λουλούδια.Ύστερα τις τακτοποιώ σ'ένα ξεθωριασμένο μαύρο τετράδιο και δεν τις ξαναδιαβάζω.Πόσο χρειάζεται για να τις αποκηρύξω;Μα δεν χρειάζεται.Έχω ασπίδα με διπλή κόκκινη γραμμή,φτήνή και συνταγογραφείται.

6.10.12

somnium

μια έξαψη της στιγμής ,ανάρπαστες ιδέες και τα συναφή-
όνειρα δεν κάνω πια 
σχέδια δεν κάνω,δεν κάνω,
για ποιον, γιατί, με ποιο στόχο, σκοπό τί;
μη συζητάς για τα μέλλοντα, για τα σκεπασμένα 
η ζωή περνάει, η αγάπη μεταμορφώνεται
εγώ, εμείς κι οι άλλοι μόνοι, αγκιστρωμένοι -μη 
συζητάς! δεν κάνω όνειρα
μου τα στερώ επίτηδες-χωρίς να φανώ δόλια, 
όνειρα υπάρχουν τόσα- που δεν αξίζει να θες πολλά,
μένεις ματαιόδοξος να κοιτάς, να κοιτάς
τη βροχή την καταιγιστική
επιτέλους έβρεξε! ανθρώπους να ξεπλύνει για μια μέρα-δυο 
κι ύστερα, ύστερα σκουριά και  αποφορά 
η ζωή περνάει ,αναρχία,σιωπή κι ακινησία 
αν όλα τα μετράς μ'αυτήν,  τότε 
όλα καλώς -κι έχουν νόημα.

13.9.12

fie

Είναι αυτό το φόρεμα κρεμασμένο στον τοίχο.Ένα με δαντέλα.Βιομηχανική,απ'αυτές του συρμού, δηλαδή του σωρού.Είναι κάπως λευκό αυτό.Και κρύβει απάτες κι αυταπάτες.Θα μπορούσε να'ταν του αρραβώνα.Αλλά διαλύθηκε.Όχι το φόρεμα που τώρα μοιάζει σε σακί.Θα μπορούσε να φορεθεί κι από τη μικρή κόρη όταν θα πατούσε τα 15.Εκεί στο πρώτο ανιχνευτικό ραντεβού.Ένα ρομαντικό που μπορεί να ταιριάξει με ροκ κι άλλα στοιχεία, φόρεμα.Αλλά η κόρη δε γεννήθηκε.Το ζευγάρι διαλύθηκε.Ξεχωρίστηκε, δεν είναι πια ζευγάρι, δεν είναι ένα πράγμα.Είναι κομμάτια κι οι άνθρωποι που το απάρτιζαν ξεκίνησαν άλλες ζωές.Σαν η κοινή τους να ήταν πρόβα.Σαν να'ταν κάτι άλλο, τώρα μακρινό, τότε αξιολάτρευτο, ζωντανό,στιλπνό,άξιο να μνημονεύεται από τρίτους.Τα σημάδια υπήρχαν.Μια χλιαρότητα που όριζαν τα χρόνια επήλθε.Στην αρχή όλα καίνε, όλα είναι σαν μια φωτιά ανεξέλεγκτη που τη λένε πάθος.Μετά γίνεται κάτι σαν βαρέλι και το πάθος ,πάτος.Κι έρχονται και τα μεθύσια και τα γαμήσια.Τα ξένα.Αυτά κι οι υποψίες.Οι τρίχες της ξανθιάς στο γαλάζιο πουκάμισο αγορασμένη σε κάτι εκπτώσεις κοψοχρονιά για την τάδε επέτειο.Ε, τα μηνύματα και τα μεταμεσονύχτια τηλέφωνα από δήθεν φίλους,υποψήφιους ερωτικούς συντρόφους.Μετά πάμε στο σύμβουλο.Αυτός με τα ρέστα μιας ζωής για αμοιβή να συμβουλέψει.Να συμβουλέψει για γάμους σωστούς κι αληθείς κι όχι αήθεις.Ους ο θεός συνέζευξεν, μόνο ο άνθρωπος χωριζέτω.Ο ίδιος αυτός άνθρωπος που όλα αυτά, τα ρύζια και τα ροδοπέταλα τα ήθελε στρωμένα και ραμμένα όλα σε ένα φόρεμα πάνω.Με δαντέλα.Αλλά βιομηχανική, όχι χειροποίητη,όχι με κόπο,όχι με το βελονάκι πλεγμένη σε λιγοστό φως,να 'βγαίνουν τα μάτια.Βιομηχανική,του σωρού.

5.7.12

fuite

Μου 'πες να γράψω.
τρυπούσα το μυαλό- με λύσσα -
μολύβι στιλπνό,λεπίδα,
λόγια αντάρες ,θυμός αλμυρός.
Στον κρόταφο οι σκέψεις 
περιγελούσαν -τραγουδώντας.
Κι όταν η λογική ξεπέζεψε, 
κάτι σαν χιόνι ξαπόσταινε στα μάτια.


Μου 'πες να γράψω
 παραμύθι για δυο.
Δεν βρήκα να τ' ονομάσω 
κάτι λιγότερο απ' το "μαζί".
Αφέθηκα·
κύλησα αιμάτινη 
στις δικές σου φλέβες.
Πάγωσαν και σταματήσαμε· 
σαν χρόνος να μην υπήρξε.

28.6.12

marginalia

Λοιπόν, η ζέστη με κάνει να σκέφτομαι πως δεν χαίρομαι να ανήκω στο είδος των ανθρώπων.Οι μυρωδιές οι σωματικές κι οι ορέξεις που βγαίνουν από μέσα ζωωδώς σχεδόν με απωθούν από το ίδιο μου το σώμα.Κάθε τρίωρο ντους.Και νερά όχι παγωμένα, φρούτα εποχής και λαχανικά.Ιδρώνω και ξαναϊδρώνω ,ιδρώνουμε μαζί.Ο φιντέλ εφάπτεται στα μάρμαρα ή στους τοίχους για να κρυώνει την κοιλιά του,μετά χάσκει ανάσκελα σαν κατάλευκη κατσαρίδα για να του χαϊδέψουμε το στέρνο.Είναι ευτυχισμένος αυτός με λίγο μπέικον και δυο μπισκροκ και κάνα φαγητό σπιτικό και τα χάδια φυσικά που αυτός τα εκλαμβάνει μόνο ως τέτοια ενώ εμείς τα λέμε αγάπη.Που οι σκύλοι δεν νιώθουν φυσικά-είναι απλά μια κατάδική μας ματαιόδοξη γνώμη πως μας αγαπάν τα ζώα επειδή κι εμείς τ'αγαπάμε.Τελοσπάντων,περιφερόμαστε μέσα σε λίγα τετραγωνικά κατά τη διάρκεια της μέρας-δεν βγαίνουμε στην αυλή-υιοθετώντας συμπεριφορά βρικολάκων.Μόνο η νύχτα μας μένει για να φάμε ζελέ, να δροσιστούμε, να δούμε έργο που θα μας κάνει προβληματισμένους,να ποτίσω τις γλάστρες με τα μυρωδικά που ,ναι ναι μεγαλώνουν επιτέλους,να κολλήσουμε και να ιδρώσουμε μαζί ξανά, καταπίνοντας εγώ, μέλη δικά σου.
Ξεφτισμένο μισητό καλοκαίρι που όσο πάει βαθαίνει.Δεν έχω όνειρα για διακοπές ούτε λεφτά γι'αυτές.Θέλω να πάω ν'αγοράσω ένα καφάσι βιβλία.Βαριά,να μυρίζουν χειμώνα ρώσικο και αμερικανικό παρακμασμένο όνειρο.Που θα μπορώ να διαβάζω μέχρι πέντε σελίδες το πολύ ημερησίως για να τις χωνέψω ,να τις επεξεργαστώ σωστά,να μου μείνουν.Να βρω κάτι που θα με εμπνεύσει ,θα μου δώσει ερεθίσματα σαν ηλεκτρισμό ας πούμε.Κι όσο πάει είναι τόσο δύσκολο να τα βρω.Σαν να φτωχαίνω ή να βάζω τον πήχη τόσο αναθεματισμένα ψηλά που δεν.Έχω χάσει λέξεις όπως η νοσταλγία,από το σύστημά μου.Κι ευτυχώς.Δεν το άντεχα να με παρατηρώ νοσταλγική.Έχω παραιτηθεί κι από αξιώσεις να είμαι η γυναίκα της ζωής σου.Δεν υπάρχει αυτό.Το βλέπω.Μπορώ ας πούμε να είμαι ο άνθρωπός σου.Τη γυναίκα της ζωής σου μπορεί να τη βρήκες και να την έχασες, μπορεί να είμαι 'γω, μπορεί να τη βρεις και μετά από εμένα.Έτσι θαρρώ συμβαίνει με όλους που τρίβονται μαζί.Ίσως βέβαια και  να παραδέχονται έτσι, δήθεν λάθος όπως εγώ ,πονώντας στο ενδεχόμενο του "να μην είμαι".Ειδικά όταν έχουν να κάνουν με ανθρώπους -στρείδια σαν κι εσένα.Αλλά ,αγάπη μου,εγώ εσένα θέλω κι αγαπάω κι ερωτεύομαι κι ας μην το δηλώνω συχνά γραπτώς θέλοντας να σε κάνω να υποφέρεις.Αυτά τα χαρτουλάκια που σου αφήνω ωστόσο, ξέρω πως τα μαζεύεις για να τα χαζεύεις σε ανύποπτες στιγμές όταν θα'σαι μόνος, όπως ξέρω πως κάνεις με όλες σου τις αναμνήσεις, τις τυπωμένες σε χαρτιά, σε οθόνες ή σε ταμπλό από σκραμπλ.Κι όσο αφόρητο κι αν μου ήταν αυτό, τον πρώτο χρόνο που έβραζα μέσα στην ανασφάλειά μου κι όλα τα μπέρδευα γεννώντας θυμό για την μειονεξία μου, το αναγνωρίζω ως θεμιτό κι ανθρώπινο, ασχέτως αν εγώ για μένα δεν το επιλέγω.
Ίσως, επειδή οι δικές μου αναμνήσεις δεν μου φέρονται όμορφα όταν τις σκαλίζω και τις προσκαλώ να χορέψουν μέσα στο κεφάλι μου.Ας, είναι.Μου είπες άλλωστε πως θες να είμαι σίγουρη.Και είμαι.
Μερικές στιγμές μόνο με πιάνει μια αδημονία για το μέλλον.Αυτό συνήθως όταν βλέπω ατυχέστατα παραδείγματα ανθρώπων να ζωντανεύουν μπροστά μου.Αλλά πάλι σκέφτομαι πως η τύχη μας είναι οι επιλογές μας και πως οι επιλογές μας είναι η σοφία μας και πως αυτή η τελευταία είναι όσα λάθακια έχουμε διαπράξει επαναληπτικά ή μη πιο πριν ή και τώρα στο άμεσο παρόν.Τελοσπάντων, όπως είπα και πριν εμείς περιφερόμαστε, όχι ασκόπως, σκεφτόμαστε και λίγο ονειροβατούμε, χωρίς λεφτά ,χωρίς γκρίνιες και σιχασιές.Αυτάρκεις και αισιόδοξοι.Και ονειρωδώς ρεαλιστές.





20.6.12

παραμύθι χωρίς όνομα

Πίστευα πως οι άνθρωποι που κουβαλούν αίμα ευγενικό είναι τόσο διαφορετικοί από το συνάφι, από τους γλοιώδεις. Βλέπω πως κανένας Συνετός δεν έγινε ηγέτης, κανένας πετροπόλεμος δεν είναι αγνός κι οι πληγές που διαρκώς ανοίγουν είναι δικές μας.Κατάδικές μας και δεν τους αφορούν.Ποιοί άγιοι;Σιωπούν κι αυτοί, στη χώρα των μοιρολατρών...


19.6.12

κανονικά

Θα με νοιάζεσαι αντί να με αγαπάς,θα με ανέχεσαι αντί να με αναζητάς,διαδικαστικά θα γίνεται αντί με πάθος,θα με ακούς χωρίς να βλέπεις.
Ποτέ δε χώνεψα πως το "κανονικά" φτύνει βαρεμάρες,θλίψη, παρακμή και πρόβες για το τέλος.

Εύχομαι να μη μας φτάσει (ποτέ).



12.6.12

ά(π)νοια

Είναι διαρκώς εκεί,κόμπος ζοφερός, μίζερος,επίμονος ,σαν αηδία, στο κέντρο του στέρνου, εκεί που χτυπάμε όταν μας κάθεται η μπουκιά, εκεί που ξεκινά η ναυτία.Δεν τον διώχνω ότι κι αν σκαρφιστώ.Έκοψα και τον καφέ εκτός από το τσιγάρο- που το 'χω κομμένο 8 μήνες- κι όχι δεν είμαι ακόμα έγκυος κι ας είπες πως το έχεις σκεφτεί να μου φυτέψεις ένα παιδί που δεν θα ξέρουμε πως να το μεγαλώσουμε εδώ,σ΄αυτό το σπίτι το ανήλιαγο κι ας έχει αυλή,αυτό το δυάρι.Μια γαλήνη λιπαρή που απέχει από το να γίνει φουρτούνα,μέσα κι έξω, έτσι φαίνεται να είναι.Ο κόσμος καίγεται για τα καλά και δεν τον δροσίζει ούτε το καρπούζι που κόβουμε τα βράδυα, ούτε το παγωμένο τσάι ούτε η μηχανική φόρα του ανεμιστήρα.Και οι δυο λέξεις που συμβαίνουν συγχωνεύονται σε μια.Κι ο κόσμος εξακολουθεί να καίγεται και λύση να μην υπάρχει.Η ανοχή έχει μετατραπεί σε αηδία.Αλλά δεν φτάνει.Οι ιδέες που παλιά θα μου φαίνονταν επαναστατικές κι αισιόδοξες, τώρα ζαρώνουν μπροστά σε όλες τις προοπτικές,μπροστά στους οίκους παχυλών μισθών και αναίσχυντων ανθρωποειδών.Φόβος και φόβος,η μπουνιά που χτυπά στο στέρνο. Κι αυτός δεν κόβεται σύρριζα όσο κι αν θέλω, όσο κι αν θέλουμε.Οι αυταπάτες έχουν πεθάνει προ πολλού.Το αγέννητο παιδί μας φοβάται για το παρόν.


18.5.12



Άλλος πουλάει ποιήματα κι άλλος φωτογραφίες.Στοιβάζονται σε ράφια και καφάσια όπως οι ντομάτες και τα φρέσκα κολοκυθάκια.Εγώ θα 'λεγα πως θα πρεπε να διανέμονται δωρεάν στην πόλη και στους ανθρώπους για να τους θρέψουν.Αντ'αυτών στην πόλη μοιράζεται απλόχερα ο φόβος και το μίσος, ο ΗIV και κάτι φιδίσια αυγά.Οι εξαρτημένοι πια κάνουν ανενόχλητοι τη δουλειά τους: κάθε μέρα ένα βήμα πιο κοντά στο χώμα.Τους πετυχαίνω παντού κι ο καθένας πάσχει από εθισμό διαφορετικό.Σήμερα τους ξαναπέτυχα στην Ιπποκράτους.Λοιπόν,δεν έκανα τον κόπο να μιλήσω.Σε κανέναν δεν κάνω τον κόπο να μιλάω εκτός από το βασιλικό και την αζαλέα μου.Γιατί στα φυτά κάνει καλό να τους μιλάς.Μεγαλώνουν πιο εύκολα,σαν να χαίρονται,ανθίζουν και μοσχοβολούν.Στην ψυχολογία τους.Κάνει καλό.Στα δίποδα πως να μιλάω δεν ξέρω.Με ειρωνεία ή χωρίς, με τέχνη και φαντασία, με σάλτσες και τονίζοντας τις συλλαβές πιο πολύ απ'όσο πρέπει.Δεν ξέρω.Το προσπάθησα και δεν πετυχαίνει.Ή κάτι δεν κάνω σωστά και βγαίνουν οι λέξεις αλλότριες.Αλλά μου φαίνεται πως φταίει που τα μυαλά είναι σφραγισμένα.Όχι πως θα ΄πρεπε να 'ναι ζυμάρια, μα είναι όλοι τους γεμάτοι άμυνες.Κι εγώ κάθε φορά το παίζω over πως οι τόσοι στους τόσους δεν μ'ακούν.Κι οι απόψεις σαν τα προκάτ είναι.Να φύγουμε λένε όλοι.Να φύγουμε.Να πάμε που;Κι αν την αφήσω τη χώρα,να πάω που;Σε άλλες με συστάδες ορεινών όγκων και ομίχλη μέχρι τον αστράγαλο;Ή να πρέπει να μιλάω συλλαβιστά,σε μια υπερβόρεια γλώσσα, για να ακουστώ ;
Η ζωή στην πόλη είναι τιποτένια,ανεπαρκής,με ασχημαίνει.Η ζωή σ'αυτήν την πόλη,την πάλαι ποτέ πρωτεύουσά μας.Οι άνθρωποί μου μεταλλάσσονται.Δεν ακούν πια.Μόνο φωνασκούν,λοιδορούν,μιλάν και γράφουν σε γκρικλις, ζουν μέσα από μάρκες και διασκεδάζουν σε φτηνομάγαζα με τεράστιες σάλες και μπιτ,χιτ μουσική.Οι φίλοι μου μένουν γραμμένοι σε σελίδες.Κι εγώ διαβάζω, τους θυμάμαι,κάνω νύξεις και δεν βρισκόμαστε ποτέ.Είμαι μόνη λοιπόν τώρα.Μόνη κι ας πλαισιώνομαι.Εγώ έχω -και πρέπει- να κάνω πράγματα.Να ανθίσω και να προοδεύσω, εγώ να με σώσω και να μην αναζητώ σανίδες.Στην στεριά δεν υπάρχουν.

 

21.4.12

vatinka

Βλέπω έναν άνθρωπο με μούσια.Γκρι,πυκνά,απαλά σαν μπαμπάκια.Φαντάζομαι τα πεντάχρονα αποστεωμένα δάχτυλα να βυθίζονται μέσα τους και τις στριγγλιές απ'τα γέλια μου να γαργαλούν τ'αυτιά του.Θέλω να του πω, πως πάει στους λύκους μέσα.Είναι πολλοί-ένα κάρο λύκοι.Κι εκείνος είναι αβρός κι ευγενικός και πως δεν του ταιριάζει.Μα δεν του λέω τίποτα.Η σοφία των χρόνων μου.Ο σεβασμός στα χρόνια του.Αυτά που του τελειώνουν και το ένιωσα έναν μήνα πριν.Ξέρω τι πιστεύει: υστεροφημία.Είναι τύπος ομηρικός,πολυπράγμων,πολυμήχανος,ατίθασος,τρυφερός,πολύ μεγάλος για τον κόσμο μας.Κι εγώ πολύ μικρή να είμαι κόρη του.Μου 'πε πως τον τσάκισε το κυπριακό.Όπως τον τσάκισε κι ο εμφύλιος στα παιδικά του.Όπως τον τσάκισαν κι οι αναμνήσεις του πατέρα του, κι η φτώχια τους κι η μυρωδιά του ασφαλίτη με το επιτιμιτικό ύφος και τον βρώμικο γιακά.Μα πέτυχε τόσα.Και τόσα.Κι έχει μια ελπίδα, πως οι ήχοι και η συλλαβική γραφή των κυμάτων του Ελύτη θα τους πνίξει.Το πουκάμισο του Σεφέρη θα τους τυλίξει και τα ακέφαλα πτώματα του Αναγνωστάκη θα οδηγήσουν την άτη και την ύβρη τους σε μια πολυπόθητη νέμεση
Γι'αυτό δεν του λέω τίποτα.Για να μην τον απογοητεύσω.Γιατί ίσως να 'ναι καιρός για μάχες.Ο καιρός μας.Ο δικός μας αγώνας.Ή η δική μας καταδίκη.




31.3.12

alis

Καμιά Αλίκη δεν επιβιώνει σε καμιά γκρίζα πόλη.Για να γίνει αυτό χρειάζονται ένα σωρό ανορθόδοξοι,παράλογοι τρόποι.Μέθοδοι που πρέπει να εφευρεθούν,ν'αλλάξει η Αλίκη να γίνει λογική και καλοκουρδισμένη,να ισορροπήσει πια το αλίκιο συναίσθημα, να μην το προτάσσει,να μην εκρήγνυται μπροστά σε λέξεις και παρακεντήσεις, μπροστά σε τρομακτικές εξετάσεις που αποκαλύπτουν αθηρώματα.Εξάλλου κι η καρδιά είναι σαν τα ξυπνητήρια.Αν δεν την λαδώνει και δεν την κουρδίζεις , απλά σταματάει.Η Αλίκη πρέπει να τα συνηθίζει όλα αυτά, αν θέλει να λέγεται γυναίκα κι όχι κορίτσι.Αν θέλει να αντιμετωπίζεται ισότιμα, αν θέλει επιτέλους να πετύχει η τρομακτική φράση: διαχείριση άγχους.Αν θέλει να κατουράει και να μη φοβάται πως θα της πέσουν τα κλειδιά του αυτοκινήτου από την τσέπη
Η Αλίκη όμως είναι αληθινή κι ο εαυτός της μόνο κάτω από προβολείς τρώγοντας γλειφιτζούρια με γεύση κεράσι,χαμογελώντας στην Χίλντα,κουνώντας αρρύθμως τα πόδια καθώς εφάπτονται στο ντεμέκ ξύλινο πάτωμα.Και περιμένοντας να την φωτογραφίσουν.Και βλέποντας πως τότε ,σ'αυτές τις άυλες εικόνες είναι κάτι που αναγνωρίζει.Την παρακολουθώ να κάνει φιλότιμες προσπάθειες να χωρέσει τη μαγειρική και την καθαριότητα μέσα στη μέρα της.Έτσι μια τυπική της μέρα εκτός από τη δουλειά και την τακτοποίηση καινούριων ιδεών και λέξεων στα τσιπάκια της, θα περιλαμβάνει ένα πλυντήριο και άπλωμα ρούχων, μαγείρεμα νόστιμου,υγιεινού φαγητού,λίγο συμμάζεμα και ανά τρεις μέρες ίσως κάποιο λαχταριστό γλυκό.Η ζωή της είναι γεμάτη από ασχολίες που τις κατατάσσει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των προτεραιοτήτων, όπως θα της υποδείκνυε ένας εγκέφαλος.Αγοράζει λουλούδια ας πούμε αντί για φρούτα.Άμα θέλει , οι τουλίπες τρώγονται, ενώ τα ακτινίδια δεν στολίζουν όμορφα το σαλόνι.Σήμερα γνώρισε και τον Σλάμερ, που σίγουρα ήταν πιο ψηλός από εκείνη και την ερωτεύτηκε παράφορα.Συνομίλησε με ευφράδεια και περιττά χαμόγελα, έδωσε πληροφορίες στα αγγλικά και τα ιταλικά.Ήταν χρήσιμα μα αύριο λήγει η σύμβασή της με τον ενήλικο βαρετό κόσμο.Αύριο επιστρέφει στη φούσκα της και επειγόντως στη χώρα του Brock.Το παραμύθι της δεν θα τελειώσει ακόμα.όσο στοιβάζονται εικόνες στο ομορφοκέφαλό της, θα μετανιώνει που άφησε να φανούν εδώ, μα δεν θα σταματήσει να γράφει.

11.2.12

Love Letter

Not easy to state the change you made.
If I'm alive now, then I was dead,
Though, like a stone, unbothered by it,
Staying put according to habit.
You didn't just toe me an inch, no--
Nor leave me to set my small bald eye
Skyward again, without hope, of course,
Of apprehending blueness, or stars.
That wasn't it. I slept, say: a snake
Masked among black rocks as a black rock
In the white hiatus of winter--
Like my neighbors, taking no pleasure
In the million perfectly-chiseled
Cheeks alighting each moment to melt
My cheek of basalt. They turned to tears,
Angels weeping over dull natures,
But didn't convince me. Those tears froze.
Each dead head had a visor of ice.
And I slept on like a bent finger.
The first thing I saw was sheer air
And the locked drops rising in a dew
Limpid as spirits. Many stones lay
Dense and expressionless round about.
I didn't know what to make of it.
I shone, mica-scaled, and unfolded
To pour myself out like a fluid
Among bird feet and the stems of plants.
I wasn't fooled. I knew you at once.
Tree and stone glittered, without shadows.
My finger-length grew lucent as glass.
I started to bud like a March twig:
An arm and a leg, an arm, a leg.
From stone to cloud, so I ascended.
Now I resemble a sort of god
Floating through the air in my soul-shift
Pure as a pane of ice. It's a gift.

Sylvia Plath,1958

26.1.12

Εκεί κάπου στα τόσα μου χρόνια , το 'χασα.Tο 'όλα τα μπορώ".Τώρα βυθίζω τα μάτια στη ζέστη της θερμάστρας ,περιμένω μέχρι να κάψουν για να 'χω δικιολογία πως δε βλέπω.Προσπερνάω τους πάντες αθόρυβη κι αόρατη.Με σκουντάνε και σαν να μην τους κάνει εντύπωση αυτό που τους στάθηκε για λίγο εμπόδιο.Με σκουντάς κι εσύ από μέσα,για να ξυπνήσω απ΄το λήθαργικό μου παραπάτημα,το μονότονό μου περπάτημα.Μπήκε νερό στα παπούτσια κι ούτε που το παρατήρησα.Μόνο περπατούσα ανάμεσα στους τόσους·αντίθετα στους τόσους.Το σκαλωμένο κοριτσάκι.Το σκαλωμένο σε λίγα γράμματα και πολλές σκέψεις που είναι να γίνουν λέξεις.Η προσφιλής πλέον κουκούλα με προστάτευσε από την απρόσκλητη βροχή.Το στομάχι μου παραπονιόταν κι έτσι το γέμισα με δυο βιβλία ακόμα.Θυμάμαι και τετ α τετ.Τι όμορφοι τίτλοι, τι όμορφες λέξεις.Πως ηχούν.Πως δεν λένε τίποτα παραπάνω απ'αυτό που σημαίνουν.Δεν είναι σαν τους ανθρώπους.Αυτοί μονίμως θα με τρομάζουν.Με τις διαθέσεις και τα τρωκτικά τους μάτια.Tις άκαμπτες φολιδωτές γλώσσες, τα γεμάτα στόματα αυτιά.
Νιώθω προστασία όταν ανατρέχω εδώ,στις σκέψεις,στα πυκνογραμμένα λόγια,που κάτι θα πουν,θα μου μιλήσουν όπως κανείς αυτές τις μέρες.Κι αναρωτιέμαι πότε έκλεισαν οι πόρτες,πότε εγκλωβίστηκα στο φόβο,πότε απώθησα τον ήλιο.Πάει καιρός.Και δεν είμαι ένοχη.Όλα αυτά 'γίναν χωρίς να ερωτηθώ,να συναινέσω.






21.1.12


Καημενούληδες,ποταποί μου άνθρωποι.
Όσα τσιτάτα κι αν τραγουδάτε για την αγάπη
η μοναξιά θα σας ξυρίζει τα πόδια.
Θα 'ναι κει για να θυμίζει τι δεν μπορείτε.











16.1.12

einmal ist keinmal




Φύγανε κι έμεινα εδώ με την ικανοποίηση πως κατάφερα ν'αντιμετωπίσω τον παρανοϊκό τροφαντό προϊστάμενο,ένα πιάτο ντελικάτα κομμένα βραστά κολοκυθάκια - καροτάκια, πέντε φέτες γαλοπούλα-καπνιστή-υφαντήςσημαίνειποιότητα και τη χαρά που μπορώ να την ταΐσω στο σκύλο.Με ανάσες κοφτές με παρακολουθώ να σέρνω τα μποτάκια ως τον καναπέ, να στρογγυλοκάθομαι.Le mépris, για πρώτη επαφή με τον Godard.Τι ωραίο υποβλητικό επίθετο.Γεννήθηκε ,σκέφτομαι, για να μνημονεύεται.Όπως όλα τα στρογγυλά ονόματα και πρόσωπα.Τα στρογγυλά σαν ντομάτες και πορτοκάλια.Αν είσαι αυγό δεν κυλάς.Απλά κάποια στιγμή ραγίζει το τσόφλι σου.Θα μετράω μέρες μοναξιάς πάλι.Σχεδιάζω από τώρα πράματα ,να τις παραφουσκώσω,να μη μου ζητάνε άλλο μερίδιο ψυχικό.Γιατί πόσο ν'αντέξω.Φωτογραφίες κι εκθέσεις φωτογραφίας.Σινεμά και ταινίοπροβολές στο σπίτι.Βιολογία.Και κάνα καφέ στο μέλι.Πρόγραμμα και ασπίδες εναντίον της, λοιπόν.Και το ψυγείο μου να μην ξεχάσω να γεμίσω.Να μου μαγειρεύω.Να με προσέχω.Να μην καταπέσω,να μην υποπέσω,να μην εκπέσω στο κενό της μοναξιάς.
Ας ξεβουλώσω τη μύτη κι ας μιλήσω σωστά.Ας μιλήσω δυνατά.Θα σε φοβίσω ,εσένα.Που κρύβεσαι μισερή κάτω απ'το χαλάκι της πόρτας έτοιμη να μπουκάρεις απρόσκλητη, στα πνευμόνια, στο κρεβάτι, στον καναπέ, σε όλα τα "μου" και τα "είναι",στην άδεια κατσαρόλα και στην μισαρχινισμένη κούπα του καφέ.Οι κόμποι σου είναι λίγοι αυτή τη φορά και δεν θα με δέσουν.Και το νερό που πίνω πολύ, έχει μια επίγευση δύναμης,αρκετή για να πνιγείς σε τοξικά γαστρικά υγρά.

5.1.12

-2



Ψύχος. Ψυχή. Ψιχάλα. Ψίχουλα.
Τίποτα.Το τίποτα.Κενό βουβό.
Κακόμοιρο πλασματάκι.Γελώ ωσάν νευρόσπαστο 
και κλαίω σαν κουρδισμένο σκυλάκι.
Τα μάτια μου τρεμοπαίζουν άρρυθμα
σαν την ανόητα παιδική φωνή.
Αυτή που δεν ωρίμασε ποτέ.
Γιατί οι φωνές δεν είναι σαν το κρασί.
Μακάρι να ήταν.Αν η φωνή μου ήταν κρασί,
θα ήταν λευκό, ξηρό.θα μύριζε φρούτα και κανέλα.
Αλλά δεν είναι.Είναι ταγγή.Ψιλή, πεντάχρονη,
χρειάζεται κι άλλες οκτάβες στο πιάνο για να το περπατήσει.
Ούτε βραχνή ,ούτε αισθησιακή.Φωνή για κόμικ.
Φωνή σαν να'χεις καταπιεί ήλιο.Το.Το αέριο.
Κι η μύτη είναι ευθυτενής.Καρυάτιδας, μινωίτισσας.
Αυτό το υποστηρίζω.Και τα μυαλά κατσαρά.Συγγνώμη τα μαλλιά.
Καρυάτιδας κι αυτά.Ομορφιά άμορφη.
Ούτε καν στις φωτογραφίες δεν αποτυπώνεται.
Ανήκεστη θλίψη.Ακόρεστη.Θα την καταπιώ και θα με καταπιεί.
Το αποτέλεσμα ισοδύναμο.
Κι εγώ χρειάζομαι δράμα για να τραφώ.
Μια αφορμή, ένα κάτι.
Να εκραγεί μια ναπάλμ μέσα μου.
Να μείνει μόνο το νύχι που θα τροχίζει αυτή:
την Παράταιρη Θλίψη.


φωτογραφία: g.dallis



4.10.11

της αγάπης η ντόπα

Όσο κι αν τον αγαπάς, αυτός θα φεύγει.Θα φύγει.Έφυγε.Άρρωστος, γέρος,κιτρινισμένος,θλιμμένος,άφωνος.Γονιός σου.Δεν έμοιαζε δηλαδή, μα ήταν αυτός.Κι εσύ έμεινες τώρα, πίσω, εδώ, να κλαίς πίσω από έναν τοίχο,ακουμπώντας τα χέρια στα γόνατα, να σε στηρίξουν αυτά, να φωνάζεις, να κλαις, να του λες και να μη σ'ακούει πια.Σου μείνε η εικόνα του και το αργό χάδι στο μέτωπο.
Σου 'μεινα τώρα κι εγώ, να σε φροντίζω, να μην ξανακλάψεις ποτέ.

3.9.11

Να μην εμπιστεύσαι ,λέει, όσους δεν πίνουν μπύρα.Εσύ το πες, το μετέφερες κι ύστερα κι άλλος ένας μου το πε-που πίνει πολλές- και τελικά το είδα γραμμένο στον σελίν και στο νορβηγό τύπο με τα αστυνομικά του.Πότε θα μπορέσω να μάθω να εμπιστεύομαι.Σωστά όμως, όπως χρειάζεται σε μένα πρώτα-πρώτα.Δε μου χει γίνει βίωμα ακόμα γιατί λέω πως τάχα οι άνθρωποι αλλάζουν , μεταβάλλονται, ανάλογα με τις συνθήκες, κουλουριάζονται ,τεντώνονται, αποστειρώνονται, κουρνιάζουν κι εγώ δεν γνωρίζω ποια μορφή τους ακριβώς να εμπιστευτώ.Αλλά είναι κι η ίδια αυτή περίτεχνη λέξη που κάνει κρακ μέσα στο κεφάλι μου.Χωνεύει την πίστη, την ενσωματώνει κι εγώ μου λέει πρέπει να εμ-πισ-τευτώ.Το κάνα παλιά σε άλλους ,με άλλους εαυτούς μα τώρα όλο διστάζω από το σάστισμα που 'χω πάθει με τους ανθρώπους και την ανθρωπιά τους.Σχεδόν δεν ξέρω τι σημαίνουν οι λέξεις.Τις κοιτάζω, τις κάνω κομμάτια,ας πούμε είναι τα γράμματα οι βάσεις τους-όπως οι πουρίνες κι οι πυριμιδίνες- σαν να δένονται με δεσμούς- όπως υδρογονικούς- για να βγάλουν νόημα μέσα στην πρόταση.Κι ύστερα έκθαμβη χαζεύω αυτό το έκπαγλο κάλλος της φράσης.Της όποιας φράσης.Αυτής που λέγεται μπροστά για να σε καλοπιάσει.Κι έπειτα υποσυνείδητα ανατριχιάζω, αφού ενστικτωδώς ανακαλύπτω τα δόντια και την ασχήμια ,την πανούκλα της μέσα φράσης, αυτής που υποννοείται.
Έτσι κάθομαι και συλλογίζομαι σαν ψυχίατρος και ασθενής μαζί, σαν δάσκαλος και μαθητής, σαν μάνα και παιδί, κάθομαι και τα λέω με τον εαυτό μπας και βγάλουμε κανένα της προκοπής συμπέρασμα για το σινάφι των ανθρώπων και των αστείρευτων ιδεών τους.Αλλά μπα.Κι έμεινα μ'αυτό,το μπα.

17.7.11

Να μην έχεις τι να πεις, που να στραφείς ,ν'αδειάζεις,δεν είσαι εσύ και είσαι τίποτα.Μπογιατίσματα και στόκοι, νέφτι, πινέλα.Ένα σπίτι μεσαίο με τρία δωμάτια (το ένα είναι χωλ αλλά φορτωμένο με γραφεία), τουαλέττα, κουζίνα και μια παράξενη αυλή, αυλή με κάγκελα και χώμα και δέντρα, πέντε.Είναι ευκολότερο να φτιαχτεί, να συμμαζευτεί να μοιάζει καινούριο.Όπως κι έγινε.Ευκολότερο απ 'ότι να ρετουσαριστώ εγώ μέσα έξω,  από πάνω ως κάτω.Να μοιάζω άνθρωπος φρέσκος, ζωντανός, χαρούμενος άνθρωπος, να κοιτάω ψηλά και να μη σκουντουφλάω στα βαθιά και τα δύσκολα.Να είμαι πρόσχαρη και με μάτια ορθάνοιχτα που να φωτίζουν.Μα όχι, σαν να πέρασαν αυτές οι μέρες.Και οι κάθε είδους ελευθερίες.Να μη μπορώ να πάρω ένα γαμωλεωφορείο για οπουδήποτε χωρίς να το σκεφτώ.Κι αντ'αυτού να παίρνω ένα λεωφορείο για κάπου επειδή το σκέφτηκα κι επειδή έτσι πρέπει.Μονίμως αυτό.Το πρέπει, η χώρα του πρέπει.
Άμα είχα καταστραφεί στα 21,αν τότε είχα λιώσει πραγματικά και δεν υπήρχα, πως είμαι τώρα εδώ και γράφω και ζω; Μια ζωή άλλη με έναν άνθρωπο που νιώθω ότι μ'αγαπάει.Πώς γίνονται οι δεύτερες ευκαιρίες;Πού κρύφτηκαν τα μαχαίρια και οι βότκες;Τα μαύρα μαλλιά κι οι ατέρμονες λύπες, τα λόγια και οι προσβολές, η ξεφτίλα μου κι ό,τι είχα περισώσει από σένα τότε που έψαχνα και δε σε έβρισκα.
Άμα όλα αυτά είναι μέσα μου ακόμα, τα φοβάμαι.Νιώθω πως τα χω απλά θαμμένα, με χώμα ξερό αλλά θαμμένα βαθιά, στις ρίζες μου κοντά.Να περιμένουν.'Ισως γι'αυτό να μην πίνω πια.Κι ίσως γι αυτό όταν θέλω να πιω, τσεκάρω από πριν σ'αυτό το ρημαδομπλοκάκι συναισθημάτων, πως είναι όλα οκ.Για να μην χύνω.Δάκρυα.Απ'αυτά που τσουρουφλίζουν ανθρώπινες ζωές.
Αλλάζω τερτίπια καθημερινά.Σαν να προβάρω ρόλους.Και μοιάζει με στοίχημα που βάζω με τον εαυτό μου,το που θα βρω αυτόν που θα με καταλάβει πιο πολύ, που θα με νιώσει.Που θα βρει ποια είμαι στ'αλήθεια.Ποια δεν είμαι.Ποια;



7.7.11

προηγούμενο,παλιό,ετερόχρονο, δε με νοιάζει

Συνήθως καμιά μοναξιά για μένα δεν είναι ευεργετική ούτε κι ευλογία.Για εύλογους λόγους.Ας τους ξέρω μόνο εγώ.Μα τώρα που λείπεις την απολαμβάνω τη μοναξιά.Είμαι στο χώρο σου,μου,μας.Μυρίζω το λινό σου πουκάμισο και το μαξιλάρι σου.Κοιτάω και καμιά φωτογραφία.Σκέφτομαι πως θα χω το σπίτι καθαρό και μοσχοβολιστό όταν γυρίσεις.Κι ένα πιάτο φαί στο ξύλινο τραπέζι της αυλής.Να μου πεις μπράβο για την πρόοδό μου και να μου δώσεις και καμιά σφαλιάρα στον κώλο σαν να σαι κανένας 50άρης κι εγώ η λολίτα σου.Απενοχοποίηση της ζητάω.Στο κάτω κάτω δεν έφταιξε κι εκείνη που ο Ναμπόκοφ την έπλασε έτσι.
Τις μέρες που έλειπες είδα την Αθήνα χωρίς προκατάληψη και λάτρεψα για άλλη μια φορά το μπλακ ντακ.Αποφάσισα που θα'ναι το επόμενο ιερογλυφικό στο σώμα μου.Αγάπησα το βιβλίο της οικολογίας και την ουβικουϊτίνη και σαν κάπως να συμπάθησα το θεώρημα Bayes.Το τελευταίο μαζί με τα υπόλοιπα δικά σου θα μου τα αναλύσεις στα ιδιαίτερα μας.
Το ναρκωμένο μου πληκτρολόγιο με τη φλατ οθόνη υστερούν μπροστά στην προοπτική του να σου 'γραφα σε μολύβι και χαρτί.Αν το 'κανα θα 'μπαινε το γράμμα σ'ενα μπουκάλι και με άνεμο ούριο θα έφτανε στη γή σου χωρίς καθυστέρηση.Εκεί που θα βρισκόμαστε μαζί σε λίγο καιρό αφού γυρίσεις, αφού γυρίσω.Θα πακετάρουμε βιαστικά,μόνο τα απαραίτητα, θα πετάξω και κάνα δυο βιβλία να μη μ'αφήνουν να χαίρομαι όπως θέλω.Μπόλικα φιλμ και μια απ'τις μηχανές.Θα τα εμφανίσω στην ώρα τους όλα.Μαζί μ'αυτά και την πρόθεσή μου να είμαι πιο δυνατή, δυναμική και αγέρωχη.
Τις μέρες που έλειπες δεν άκουγα τίποτ'αλλο απο μένα.Μιλούσα ελάχιστα με πραγματική φωνή.Μιλούσα στο σκύλο κι εκείνος έγερνε το κεφάλι του μια από δω μια απο κει. Κοιμόμουν αργά και προσπαθούσα, προσπαθούσα να διαβάσω.Και διάβαζα.Έγινα μελετηρή.Έβλεπα ταινίες ασπρόμαυρες για να φαντάζομαι τα χρώματα κι ονειρευόμουν φωτογραφικά γουόρκσοπς στην Ινδία που ποτέ δε θα κάνω.Ήταν μέρες κενές από σένα, γεμάτες από μένα, στυφές και υγρές.Η αφωνία είναι σοβαρό πράγμα όταν σου επιβάλλεται.Μη γελάς σαν να μου επιβλήθηκε.Και τώρα δηλαδή που είσαι δω σαν να μην το συνειδητοποιώ.Σαν να είμαι κανένας σάικο τύπος και να σε ψάχνω να σε βρω ενώ είσαι μπροστά μου με σάρκα και οστά που λένε και πέντε παραπανίσια κιλά από τα σνίτσελ της μάνας σου.Εδώ που ήρθες, σου είπα πως θα σε ταΐζω μόνο κολοκύθια και ψάρια.Να γίνεις φιτ, να γίνω φιτ να χωρέσουμε στον κόσμο των παραλιών του ρεθύμνου.
Ευτυχώς που μερικά από τα παραπάνω δεν είναι αλήθεια κι ευτυχώς που εκεί που θα πάμε οι παραλίες είναι απάτητες και ζουν τ'αγρίμια εκεί.Κι όλα τα μέρη που θέλω να επισκεφτούμε είναι ερημικά, για ερημίτες σαν κι εμάς κι αντισυμβατικούς λίγο δήθεν, σαν κι εμάς.Θα μάθω λύρα για να σου μουρμουρίζω όσα με φωνή ανθρωπινή δεν μπορώ.Οι λυράρηδες άμα τους ακούς να μιλούν είναι σαν να σωπαίνουν.Όλα τα λένε και δε λένε τίποτα.Άμα πιάσουν τη λύρα και ηχούν οι νότες της τότε βγαίνει κι η δική τους αληθινή φωνή.Τότε λένε τις αλήθειες τους κι άμα είσαι έτοιμος κι εσύ τις ακούς.Αλλιώς κρύβεις τ'αυτιά σου και λες πως δεν υπάρχουν.
Έχω χορτάσει από την κατινιά του κόσμου φέτος.Για ποικίλους λόγους και τερτίπια.Κλοπή ιδεών και λέξεων, κλοπή φίλων,κλοπή στιγμών, κλοπές παντός είδους και μήκους.Έχω ρουπώσει κι από υποσχέσεις και καλοσυνάτα λόγια.Που ξεφουσκώνουν στην πρώτη καλοβαλμένη δικιολογία.Κι έτσι λέω πως οι διακοπές αυτές θα είναι αυτό ακριβώς: ένας διακόπτης από κάθε λογής ανθρώπινο.Θα 'μαστε γυμνοί και δε θα μας νοιάζει.Απέναντι στον ήλιο και το νερό κι όλα τα στοιχειά της φύσης.Και δε θα μας νοιάζει.



21.6.11

pleure qui peut, rit qui veut

αυτό.
(μτφρ από τα γαλλικά : κλαίει όποιος μπορεί, γελά όποιος θέλει
-κινέζικη παροιμία, κάτι τέτοιο τελοσπάντων)

19.6.11

Μουνιά και Μπύρες*

Μόνο ο Μπουκόφσκι το έλεγε τόσο μελωδικά.Το λάτρευε και η χροιά ήταν διαφορετική για την ίδια λέξη.Η μία απ΄τις δυο είναι που μ'ενδιέφερε να συνηθίσω τον ήχο της.Δε θυμάμαι πόσο μικρή ήμουν όταν την πρωτάκουσα, όμως ένιωσα κόκκινα μάγουλα και γρήγορους χτύπους.Tην απομυθοποίησα, τελικά.Την έχω ακούσει άπειρες φορές με άπειρες χροιές.Γάβροι να βρίζουν πράσινους, πράσινοι να βρίζουν γάβρους,τρυφερογλυκανάλατο ποίημα μαλάκα γκόμενου που δεν ήξερε ούτε πως ούτε που,μετά αυτός ο ποιητής της αρχής, ο μισογύνης, ο τρελός, ο περιθωριακός και τέλος το στόμα σου να το λέει κι άλλα πολλά.
Μουνί, λοιπόν.Μουνιά,τα.
Υπέροχη λέξη με πολλά παράγωγα.Χρησιμοποιείται σαν πρώτο και δεύτερο συνθετικό για να εκφράσει θαυμασμό,καύλα,συμμερισμό,αποδοκιμασία,περιφρόνηση,αηδία,θυμό και άλλα πολλά που ξεχνάω τώρα.Την προτιμώ ακέραιη.Δε χρειάζεται αστεράκια χάριν λογοκρισίας,ούτε ένταση όταν την προφέρεις.
Βγαίνει και σε μουνέτο, αλλά μάλλον μόνο στη δική σου διάλεκτο.Δεν ξέρω γιατί 8 στις δέκα γυναίκες σοκάρονται και προτιμούν να το αποκαλούν "πράμα" τους αντί να χρησιμοποιήσουν αυτή την αργκό εκδοχή.Ακόμα κι η γιαγιά μου λέει "μουνί" χωρίς να ντρέπεται.Δεν ξέρω αν χωράει σε άλλο ποίημα εκτός απ'τα μπουκοφσκικά.Σε ό,τι έχω διαβάσει συναντάω τη λέξη αιδοίο.Ανατομία,δηλαδή.Φρικαλέα πράματα.Ξέρω πως υπάρχει σαν φόβος κάποιων ανδρών που νομίζουν πως θα τους ευνουχίσει το μουνί,με συγχωρείτε η γυναίκα(βλ.vagina dentata= μουνί με δόντια).
Όσο για τη δεύτερη λέξη κρύβει μέσα της φωτιά παρατονισμένη.Τη φτιάχνουν μοναχοί, τη φτιάχνουν και σε σπίτια.Τη διεκδικούν πολλές χώρες για να την αναδείξουν σαν δικό τους εθνικό ποτό.Οι άντρες τρελαίνονται, είναι και πιο φτηνή.Ταιριάζει με ποδόσφαιρο, με το γράψιμο,με το καλοκαιράκι και τη θάλασσα αν είναι και δροσερή.Είναι το πρώτο κάτι που δοκιμάζεις και λες επιφωνήματα όταν είσαι μικρός.Μ'αρέσει η dorelei και λίγο η μπαντβάιζερ κι η κάιζερ.Πιο πολύ προτιμώ τα μπουκάλια τους όμως.Το μόνο ίσως αρνητικό είναι πως για να μεθύσεις πρέπει να κατεβάσεις αρκετές και ,προσοχή κυρίες μου παχαίνουν.Προκαλούν δυσφορία κι ανεπιθύμητες εκβάσεις.
Μπύρα, λοιπόν.Μπύρες, οι.

"Τα θηλυκά κρατιούνται καλά.
Ζουν επτάμισι χρόνια παραπάνω
από τ’ αρσενικά και πίνουν ελάχιστη μπύρα
μιας και ξέρουν πως κάνει κακό
στη σιλουέτα
."**

* Ο τίτλος είναι κλεμμένος από το ομώνυμο υπέροχο ιστολόγιο.
** Στροφή από το ποίημα του Μπουκόβσκι "Μπύρα"