Σελίδες

Γράμμα στη Zackie, δύο χρόνια μετά

 Είσαι ένα όνομα σε ένα κουδούνι

το χτυπάμε με λύσσα

πατζουρόφυλλα κλειστά


Είπαν πως έτρεχες

η λέξη ήταν βοήθεια

κανείς δεν διάβασε τα χείλια σου


Είπαν πως δεν μπορούσες

ανάσα να πάρεις

Πως σε χτύπησαν τόσο πολύ


Είπαν και λένε για σένα 

μα ξέχασαν να πουν αυτοί

που σε μίσησαν και σε σκότωσαν :


"Δεν μας έκανε τίποτα.

Απλώς είμαστε φασίστες

απλοί άνθρωποι, απλοί φονιάδες" 


Μέχρι να έρθουν τα δικά μας

χρόνια θα φωνάζουμε

κι αστέρια θα σκορπάμε 


Ο ουρανός θα γίνεται ροζ 

κι αυτοί οι μισοί άνθρωποι 

θα πνίγονται με τριαντάφυλλα 


οι εφιάλτες θα τρέχουν 

ο ύπνος τους κοφτός

μέχρι τον δικό τους θάνατο 


στο τέλος πάντα

οι χαμένοι 

τα παίρνουν όλα.

σπλαχνική αγάπη

 έτσι ολόσωμα σε αγαπώ που

όταν σε μαλώνω αρρωσταίνω 

ανακατεύεται σαν νερόμυλος το στομάχι μου

το κεφάλι θέλει να εξοριστεί σε ένα πιο ήσυχο μέρος 

Δεν αντέχεται η θλίψη σου γι'αυτό το νυχτολούλουδο που δεν καταδέχτηκα να σου κόψω τέσσερις και μισή το πρωί 

τα αναφιλητά σου μικρά και κοφτά 

η αδυναμία με έπνιξε μέχρι το ξημέρωμα 

Σε μάλωσα για κάτι τόσο ταπεινό όσο 

ο ύπνος μου, ο εγωιστικός μου λήθαργος και 

η διακοπή του 

κι εσύ είπες το επόμενο πρωι:

"είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου". 

τρία μικρά ποιήματα

Όνομα πατρός έχω· 
περήφανος κανείς. 
Πήρα στραβό μονοπάτι, 
δύσβατο σαν ξέρα 
κι άνυδρο. 

*

Που και που φυτρώνει μια καλοσύνη 
σαν κρόκος Κοζάνης. 
Μύωψ ων, 
τα δάκρυα δυσχεραίνουν την όψη. 

*

Το σπίτι πάντα ζούσε κυρτό. 
Η αποδοχή είναι ολοστρόγγυλη και λεία 
να πως κατρακύλησε. 

Στον γιατρό

Χάρη σε εκείνον τον γιατρό

δεν μπήκα τιμωρία κι επέστρεψα

στο ασφαλές 

"Τσιγαράκι, γιατρέ;" Δεν κάπνισε ένα

μαζί μου, είπε μόνο 

"να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη 

και να λες όλακαλάθαπάνε" 

το 'κάνα κάμποσα χρόνια

βαρέθηκα τις μάχες 

και το mundane

Που να σου εξηγώ, γιατρέ,

το χάδι στον ώμο 

είναι λάθος κάτι φορές 

κόντεψα να πάω στο τίποτα 

κι εκεί τίποτα δεν έχει 

οι συμβουλές αν και επιστημονικά ορθές

άνθρακας ήταν

κι εγώ - λίγο έλειψε - 

έγινα στάχτη 

εις πολλά έτη

 Οι μέρες που ξέπλενε η θάλασσα/
βοερές, ψυχρές κι ανώφελες /έπαιρνε την αρρώστια στον βυθό /κοράλλια φωσφόριζαν ψάρια κατάπιναν/τον πόνο κι έσκαγαν/τσιμπούσαν οι ψαράδες κομμάτια κρέατος/η είδηση του αφανισμού ερχόταν /πάντα από τα βαθιά/έμενε ανεξήγητη στους απλούς ανθρώπους/σαν τη λύπη που φωλιάζει και σκληραίνει/υπόλογη εγώ για μια γενοκτονία ιχθύων ή /ο πόνος που εγκυμονούσα για χρόνια/δεν έμαθα τίποτα πέρυσι το καλοκαίρι /παρά πως τα μάτια του θανάτου είναι μπλε


#καταχώρηση 116

Τα έστειλα όλα πριν λίγες μέρες . Φύγανε από τα χέρια μου και μαζί ένα βάρος απροσδιόριστο καθώς αυτά τα ποιήματα ήταν χοές τα περισσότερα. Ήταν η τελευταία και πιο ζέστη ιουλιάτικη μέρα κι έτσι θα τη θυμάμαι πιο καλά από όλες. Δεν ξέρω τι θα γίνει και πότε τε, μα σίγουρα κάτι φαίνεται να είναι διαφορετικό τώρα .
Η φυγή που ως αυτή τη στιγμή με ορίζει θα είναι αυτά ακριβώς τα φτερά των λέξεων. 
Ζω, δεν ζω, ζω, δεν ζω, ζω τσαλαπατημενες λέξεις στα ημερήσια πατώματα, όλα κουλουβάχατα με παιδικά παιχνίδια, γέλια και λυγμούς, ματαιώσεις, κομμάτια ροδάκινο, σκυλίσια πατούσια. Η ζωή είναι εξωφρενική και γι' αυτό είναι αυτή που είναι. Έτσι κι εγώ έγινα τώρα η εαυτή που έγραψε και έστειλε ένα υλικό για μετάγγιση σκέψης και συναισθημάτων καθώς αυτές ακριβώς οι τράπεζες των ανθρώπων διαρκώς χρειάζονται αποθέματα. 
Η φυγή μου μού δίνει αυτάρκεια και την αγαπώ για την αλήθεια της. Δεν με νοιάζει αν λένε ή τί θα πουν οι πιθανοί κακεντρεχείς, πως θα με κρίνουν, είμαι εδώ από καθαρή τύχη και ο φόβος που κατάπια για χρόνια αντί να με αποτελειώσει με άλλαξε. Μπορώ να το πω πως πια δεν φοβάμαι· η ζωή είναι ένα τόσο δα πέρασμα, μια ανοιχτωσιά, ένα μοίρασμα.
Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα στον κήπο ενός μαγαζιού στην Κρακοβία που βρέθηκα να κλαίω ανάμεσα σε λουλουδιασμένα φυτά (ορτανσίες ήταν; ), είχε λίγο βρέξει και μύριζε τόσο όμορφα έντονα το χώμα , με κοιτούσε ένα παιδί με κιπά και μπούκλες, με δυσκολία ανακαλώ πως ήταν ζωγραφισμένο στον τοίχο και δεν ανοιγόκλεινε αυτά τα διαπεραστικά ασπρόμαυρα μάτια στ' αλήθεια. Ήμουν μόνη με όλο το βάρος μιας μητρότητας και αστείρευτης αγάπης να με φέρνει πιο χαμηλά, στο ύψος των λυγισμένων γονάτων κι απλώς έσπασα για λίγο. Από τότε προμηνυόταν η κρίση του επόμενου Μάη, σκέφτομαι εκ των υστέρων. Και βέβαια μερικές φορές τα πράγματα δρομολογούνται χωρίς καν εσύ να βάλεις το χέρι σου· βάζει η ζωή το δικό της ούτως ή άλλως.
Από τότε έγραψα ό, τι πιο αληθινό και μύχιο είχα και κατά μία έννοια καλύτερα που δεν έκανα νωρίτερα την απόπειρα έκδοσης όπως με τεράστια σιγουριά είχα διατρανώσει σε μια συνέντευξη σχετική με τη φωτογραφία. 
Το να αναγνωρίζει κάνεις ένα ταλέντο στον εαυτό του, όταν όλη τη ζωή του έψαχνε γι'αυτό σε λάθος δρόμους, τόμους και αμφιθέατρα είναι σημαντικό όσο η ανάσα κι εμένα πια με καλύπτει αυτή μου η διαπίστωση. 


L' août

Ο Αύγουστος θάλπει ψυχές 
με  ύπουλη ζέστη και χλωμά πρωινά 

τα σταφύλια που ωρίμασαν βίαια
τρώγονται στα τσιμέντα του, 
πόδια λιώνουν μασημένες ρώγες ,
 οι μάσκες χάσκουν πλαστικά άνθη
ένα έπος του μέλλοντος περιμένει ζοφερό 
κρέμεται στα περίπτερα και καιροφυλακτεί
 
Η βούη του Αυγούστου έρχεται 
από τη θάλασσα 

φέτος δεν κοπάζει στιγμή φωνάζει :
ζωντανή ζωντανή ζωντανή 
η θάλασσα είναι πάντα 
λαγαρή, απύθμενη, αντίφαση 
στοιχειό της αγάπης

Αν ήταν να γιορτάζεται ο Αύγουστος 
ο μήνας των ψυχών θα ήταν 

ο μήνας αυτός κάνει τη γη να θροΐζει
χειρότερη από σεισμό η ταραχή της· 
διακοπεύουν από κακίες, από κανονική ζωή 
τα αστικά πλάσματα μαυρίζουν 
κι αλλάζουν δέρμα για να ξαναμπούν ευκολότερα στο παλιό 

Αλύγιστος ο Αύγουστος ασπρίζει
κάθε σου τρίχα

Η μόνη μου παρηγοριά τον Αύγουστο 
τα χαλίκια στα θερινά σινεμά 
η τούρτα των γενεθλίων σου
χειροποίητη, με αγάπη, 
για την αγάπη. 






(Αν γράφουμε, γράφουμε γιατί αρχίζει η φωτιά και καίει τα πόδια μας.)*


Θα γράφω πάντα αναστενάρισσα 
γι'αυτά που καταχωνιάζω 
στην ψυχούλα μου

η φωτιά προχωράει,
καίει το όπισθεν των γονάτων 
πονάω όσο δεν φαντάζεσαι 
τί σκληρότητα, τί ανάλγητη ψυχή 
προβάλουν οι άνθρωποι μέσα κι έξω τους

Πόσο πέτρινοι γίνονται για 
να τα βγάλουν πέρα  
ασφαλίζουν τα μάτια από την ομορφιά 
για να μην πονούν κι η ψυχή τους βορά
στη σκληρότητα και τον αφανισμό 

Θυμάμαι πως έχω έναν χαμένο αδερφό 
τρυφερό τον άφησα, βράζαμε αυγά στον ήλιο 
τον αγαπούσα μα χάθηκε και πρόφτασε 
να γίνει κάτι που δεν γνωρίζω 

Όταν η φωτιά φτάνει στα πνευμόνια 
αργά η ανάσα λιγοστεύει
γράφω για τον περίκλειστο χώρο ψυχής 
που απομένει· ελευθερία να νιώθω! 

Ο εαυτός που έμεινε να προστατευτεί 
προπορεύεται 
οι στάχτες τον έθρεψαν

Από την ίδια μήτρα βγήκαμε 
η κατάληξη είναι απόκλιση και μάχη 
η σιωπή μου είναι θάνατος που 
θα υποστώ για χάρη του· 
μάταιο να ζητάς σεβασμό από πέτρινα κεφάλια 

το αυτάδελφο μυαλό με απωθεί 
οι σκέψεις και η αλλόκοτη ματιά 
κρίμα δεν όρισα ποτέ για άνθρωπο 
μα έλαχε τώρα να το πω 
για να τον κλάψω 


*τίτλος δανεισμένος από τον Βασίλη Μάγγο, στον οποίο δίνεται το παρόν ποίημα ως κάτι ελάχιστο για τον άδικο χαμό του, εις μνήμην





#καταχώρηση 113

Για να παραδεχτώ τη γύμνια μου, θέλω να την ορίσω πρώτα και ύστερα να την δω ολοκάθαρα πάνω μου. 
Η σκέψη της ανεπάρκειας με τρώει από μικρή ηλικία καθώς δεν ένιωσα παρά ελάχιστες φορές ποθητή, πως λάμπω, πως κάποιος ζει μόνο για εμένα, πως γράφει για εμένα. Ετεροχρονισμένα εντελώς, θυμήθηκα τα λόγια ενός αγοριού "για να είσαι η πρώτη", όταν τον κορόιδεψα, ενώ στην ουσία εμένα κορόιδευα "για να είμαι η δεύτερη;" κι ύστερα τα λίγα δικά σου γραπτά που σημαίνουν πολλά αρκεί να τα προσέξει κανείς. 
Έκανα λάθος επιλογές που μπορεί να φαίνονταν εξαρχής ως τέτοιες ή να αποδεικνύονταν αργότερα από τον σαρωτικό τρόπο που με ισοπέδωσαν; Μα είναι όντως έτσι;
Αν έστω και για μια στιγμή είχα αποκλίνει από αυτήν την πορεία του σκοταδιού και του βάθους δεν θα έβρισκα εσένα για να με κρατήσεις. Και βέβαια αν δεν έβρισκα εσένα ούτε θα είχα γίνει μαμά αλλά ούτε θα είχα θελήσει να αφανιστώ έτσι καθολικά όπως το θέλησα. Πνίγομαι στην τρομακτική αντίφαση των διπόλων κι ας γνωρίζω πολύ καλά πως δεν μπορώ από τούδε να τα αποφύγω γιατί έχουν εγκαταστήσει μέσα μου ένα θυμικό κι έναν τρόπο σκέψης σαν περίπλου μιας άγνωστης γης. 
Ένα παράδειγμα γι' αυτήν μου την περίπλοκη σκέψη είναι τότε που μπήκα στην Πολιτεία ένα απομεσήμερο και κατέβηκα τα σκαλιά του γνωστού υπογείου. Είχα δύο συγκεκριμένα βιβλία στη λίστα μου και τα δύο του Γκοσποντίνοφ. Ξεφύλλισα όπως κάθε φορά κάμποσα, ακόμα πιο πολλά που θα αγοράσω κι ακόμα λίγα που δεν θα αποκτήσω από πείσμα και μια πεποίθηση πως θα είναι κακό κάρμα για εμένα αν βρεθούν στο σπίτι. 
Λοιπόν, ένα από αυτά , βιβλίο ποίησης της παλιάς σου αγαπημένης, που για χρόνια ήταν terra non grata, περιείχε κι ένα ποίημα για την αγάπη σας αφιερωμένο σε εσένα, Στέλιο, για τότε και για πάντα. Ένα μικρό - μικρό κεντρί ένιωσα με κάθε λέξη αυτού του ποιήματος και ήταν ξεκάθαρα τσιμπήματα στον εγωισμό μου και μόνο αφού πάλι θα φτάνω δεύτερη, αφού η διαρκής μου αναβλητικότητα με κάνει ασυνεπή πρωτίστως απέναντι σε εμένα. 
Όλο αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω όπως και το γιατί έχω κολλήσει με το εάν έγραφε στον ΣΣ η αφιέρωση ή στον Σ. Σ. δεν μπορώ να θυμηθώ, μα μιλούσε σίγουρα για μια πελώρια αγάπη σαν ψωμί, ντουλάπα και βουνό και ήταν πράγματι ένα καλό ποίημα για να γραφτεί για εσένα, καλέ μου. 
Οπότε το μικρό κεντρί υποχώρησε και έδωσε τη θέση του σε μια μικρή μεν μα άδολη χαρά, που έδωσε τη θέση της σε ένα δικό μου ανέφελο κεφάλι που άρχισε να λειτουργεί κάπως διαφορετικά αφού ναι μεν υπάρχουν αγώνες ταχύτητας αλλά όχι αγώνες αγάπης. Ευτυχώς, δεν υπήρχε εκεί μέσα και το ποίημα που καθόλου άδολα, μα εντελώς εκκεντρικά και χωρίς στιβαρό περιεχόμενο έχει γραφτεί για εμένα.
 Άλλωστε, σε δεύτερο χρόνο που σκέφτηκα χωρίς περιττή ταραχή, η αναπόληση και καταγραφή των στιγμών μας είναι αυτή που μας δίνει μια πιστοποίηση της ύπαρξής μας και όλα αυτά αξίζει τον κόπο να μπουν στα βιβλία του κόσμου. 
Πήρα το Φυσικό Μυθιστόρημα και το Περί Φυσικής της Μελαγχολίας κι έφυγα για να οδηγήσω προς το σπίτι. 
Το τσιμέντο έβραζε κι εγώ δεν ήμουν καμία μία πια, πάρα μόνο ένας τραχύς και γοργοπόδαρος εαυτός που γράφει για εσένα για όλη μας την κοινή ζωή που έχει φτάσει να καταλαμβάνει ήδη το 1/3 της πορείας μου εδώ πάνω κι ας μην τυπωθούν ποτέ αυτά τα ποιήματα, ας μείνουν για πάντα καταχωνιασμένα στο καρυδένιο μου γραφειάκι, φτάνει να τα βρει η Βένια για να διαπιστώσει σε μια ενήλικη εκδοχή της, πως από την δική μας τρωτή, ανθρώπινη αγάπη ήρθε και άνθισε κι αυτό είναι κάτι καλό. 

havre

Ο τόπος μου είναι ανάμεσα, 
στάχυα, φραγκόσυκα, αθάνατοι 
αλαφροπατάει ανάμεσα 
τζίτζικες και σκοτεινά τριζόνια
ο πιο βαθύς ουρανός 
οι κήποι μιας παιδικότητας
ο κόσμος μου ανάμεσα 

-ανάσα ανάμεσα-
μια βάρκα με όνομα την ανατολή 

ανάμνηση 
η φωτιά τριζοβολούσε
το άγχος διοχετευόταν στα γραπτά του μέλλοντος 
οι βούλες του ασπρόμαυρου σκύλου
κι ανάμεσα

τα κουκούτσια των καρπουζιών· 
σαν παύσεις ικανές να γεμίζουν, 
να θρέφουν,όπως 
ο κάθε Αύγουστος

Ο τόπος μου 
έχει θάλασσα ως μη νησί, 
ξαστεριά χωρίς όπλα 
ο δικός μου τόπος είναι τα δεκαέξι στρέμματα 
τα έφηβα παλάτια που 
ανθίζουν μέσα του
ενα μέρος να μπορώ 
να γαληνεύω 

Ο χρόνος θα μένει

Δύο μικροσκοπικά μπαλόνια ανοίγουν
τον δρόμο για τη ροή· κόκκινη ροή
η ζωή σου είναι μέσα

στα μάτια σου·
αχνοφέγγει

το δέρμα σου απαλό, άσπρο σαν χιόνι
ζεστό και κρύο μαζί
σαν πάχνη και κοφτερός αέρας

Ρε μπαμπά είσαι μωρό
και χωράς στα χέρια μου μέσα
κι αυτή η αλληλουχία όσο ταιριαστή
στον ρου

άλλο τόσο πονάει, πονάει

Δεν έχω θεό να αναμετρηθώ κι έτσι
έβαλα κάτω όλα τα ονόματα λουλουδιών και δέντρων που μου έχεις μάθει
είναι τόσα ρε μπαμπά, τόσα πολλά!
κι άλλοι τόσοι τρόποι να φυτέψω και να βγάλουν ρίζες πολλές
όσες θα είναι οι μέρες μαζί

Αρκεί να μου πεις
πως θα αντέξεις

Γιατί θα αντέξεις
για κάμποσα χρόνια
έχεις τόσες ιστορίες να πεις

ο πόνος σου πρέπει να στραγγίζει

η αγάπη είναι το μαύρο διαμάντι
που μένει
να αναγνωριστεί.




ένα μικρό λάθος που αναγνωρίζω

Λάθος αν σε έκρινα
Συγγνώμη
αγάπη μου της ζωής και
του τέλους

Δεν θα αφήσω καμία μου αμφιβολία να επισκιάσει την έγνοια
και την λατρεία σου για μένα·
πως να εξηγήσω αλλιώς
την υπομονή
το νοιάξιμο
τη σκληρότητα
την υπερβολική ελευθερία
 που με προτρέπεις να έχω.

Τα δικά μου στερεότυπα
τα κλειστά μάτια με έβαλαν
σε δεινή θέση

δεν αναγνώριζα την αγάπη σου αφού
ήθελα μονίμως κι άλλη!
ήμουν αχόρταγη
σαν καρχαρίας και ηφαίστειο μαζί

Μα τώρα τέρμα
είμαι ένα τόσοδά ζελεδακι
στα χέρια σου, σε λερώνω
και με θες αχόρταγη
αγάπη που βιώνεται
καθημερινά

#καταχώρηση 90

Η μαμά έχει πείσει τον εαυτό της πως έχει κουραστεί. Γνωρίζω πως δεν θα βρω τις σωστές λέξεις για να της εξηγήσω πως η ψυχική κούραση προηγείται της σωματικής. Με τα χρόνια το στομάχι της έχει αποκτήσει ατσάλινο περίβλημα κι έτσι χωνεύει τα πάντα και νομίζει πως έπειτα τα αποβάλει χωρίς περαιτέρω συνέπειες. Μα δεν είναι έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Χρονικά το στομάχι λειτουργεί σαν συσσωρευτής, σαν μια χοάνη που γεμίζει, μόνο γεμίζει κι εκείνη, η μαμά, βρίσκεται στην οπή του ανοίγματος την πιο στενή· όλο το βάρος που σηκώνει είναι τόσο δύσκολο. Εκείνη νομίζει πως σηκώνει πούπουλα. Ο τόνος της φωνή μαρτυράει άλλα. Όπως και οι κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού της.
Πήρε τώρα να μεγαλώνει δύο μωρά, έναν σκύλο κι έναν γάτο. Τα ταϊζει, τα φροντίζει και τα χαϊδεύει υπέρ του δέοντος. Που και που θα τους φωνάξει για τις γνωστές αταξίες των κουταβιών ή για να μάθουν να κάνουν εκεί που πρέπει την ανάγκη τους. Μα είναι, συνολικά, τόσο τρυφερή μαζί τους που πιάνω τον εαυτό μου να ζηλεύει. Δε θέλω να προχωρήσω στην ανάλυση αυτού του πρωτόγονου συναισθήματός, που σπάνια με κατατρώει.
Νιώθω πως η ζωή πήρε να απομαγεύεται και αυτό στ'αλήθεια είναι βαρύ, αφού μέσα στη ζωή μου που την είχα κεντήσει με έναν δικό μου τρόπο, αρχίζουν και παρεισφρύουν σκέψεις σαν σκουλήκια και οράματα διόλου φωτεινά.
Να, ας πούμε για όλα αυτά δεν μπορώ να μιλήσω με τη μαμά , αφού οι σκέψεις μου είναι τόσο ζοφερές κι εκείνη ξέρει να περιστρέφει την κουβέντα τόσο βολικά σε χνουδωτές υπάρξεις ή ακόμα- ακόμα φυτά που μεγαλώνουν βατόμουρα. 

ελεγεία πρόσκαιρη

Ο μπαμπάς πεθαίνει
τα λόγια είναι περιττά
Ο μπαμπάς πεθαίνει μετά απο
bypass, εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς;
Ο μπαμπάς πεθαίνει
κάθε μέρα πια κι
εγώ δεν μπορώ
να κάνω τίποτα
Κουβαλάω τις κατάρες
τις δικές του πληγές, που του
κατάφερα, μαύρες πατρικές προσδοκίες
τις κάνω κακή ποίηση
Ο μπαμπάς πεθαίνει κι έχει
από εμένα την διαθήκη του γραμμένη
Δεν θα είμαι εκεί για να
του κλείσω τα μάτια.
Θα στείλω ένα αντίγραφο
Θα του βάλω μια χούφτα μαλλιά
στην τσέπη του σακακιού
για να με έχει μαζί του
Εγώ θα τον έχω πάντα στο
μυαλό μου σαν τον μικρό Θεό
που ήθελε να ελέγχει τα πάντα
Ο μπαμπάς πεθαίνει γιατί η καρδιά
του μπούκωσε από το να συγχωρεί
ο μπαμπάς πεθαίνει, δεν έχει σημασία
πότε ακριβώς,
αφού ήδη έχει εγκαταλείψει
-έχω τα ζάναξ μαζί μου; πάμε -
Πάμε όλοι.
Μη χαμογελάτε.
Κήδομαι σημαίνει φροντίζω
χοές σημαίνει τιμές
μα κανένας νεκρός δεν
τα προτίμησε όλα αυτά
αντί για τη ζωντάνια του, εκτός
απ' τον μπαμπά μου
που κουράστηκε.



Σκέψεις για μια τριανταφυλλιά

Αυτή η τριανταφυλλιά εγείρει ένα τεράστιο ζήτημα. Από τη στιγμή που φύτρωσε άλλαξε το νεκροταφικό οικοσύστημα και το χρώμα και το άρωμα έλαβαν άλλη θέση ανάμεσα στα στερεοτυπικά στοιχεία της ταφής.

Σαν μια πύλη για ένα διαφορετικό σύμπαν θα μπορούσε να ιδωθεί. Μια φιλοξενία ύστατη και ζεστή για την απονενοημένη πράξη.

Τα όντα που την αναζήτησαν το έπραξαν συνειδητά και απόλυτα ελεύθερα, διαλέγοντάς την για μάρτυρα που θα κατανοήσει και θα σεβαστεί, που θα στέρξει συγχρονικά, με αγκάθια και άνθη πάνω από τα κεφάλια τους. Έτσι φαντάζομαι πως η τριανταφυλλιά είναι πια γιγάντια.

Το κάθε ταπεινό χεράκι που την πλησιάζει επιβραβεύεται με ένα πέταλο απροσδιόριστου χρώματος μα πυκνής υφής και όψης. Όλα τα λόγια και οι σκέψεις των ανθρώπων που έζησαν για λίγο κάτω από τη σκιά του θάμνου, είναι εμποτισμένα σε κάθε πέταλο και καλεί τους αποδέκτες σε μια ουτοπική γαλήνη· την γαλήνη που επέλεξαν οι άνθρωποι που δεν άντεχαν άλλο να εξευτελίζουν τη ζωή τους, που δεν μπορούσαν να υπομείνουν τον πόνο και την αθλιότητα, που η δική τους θεώρηση για το "πως ζούμε" ήταν διαφορετική από των άλλων ανθρώπων και τις κοινωνικές επιταγές γενικότερα, που τα ιδανικά τους ήταν ασύμβατα με την πραγματικότητα γύρω τους.

Καλούν, λοιπόν, αυτά τα πέταλα σε μια συμφιλίωση με την ιδέα του εκούσιου θανάτου. Κι άλλωστε, πέταλα είναι, άρα όχι αθάνατα, δεν επιστρέφουν ούτε ανήκουν ποτέ σε κανέναν.

spektakl

Η μοναξιά χτυπάει το παρμπρίζ
το τέμπο της είναι νευρικό 
Συνοδεύεται από βροχή, 
λόγια, κλάματα, τη φωνή του Αγγελάκα
Η μοναξιά είναι η αλήθεια 
που έχω και δεν μπορώ 
να μοιραστώ
Θα προσπαθήσω τώρα:
η φιγούρα σου στη μεθ
ο γραμμένος σε τσιγαρόχαρτο επικήδειος
τα μνημόσυνα 
το τατουάζ στην πλάτη μου 
ο Μιχάλης στο κινητό του που με έχει
γραμμένη δική σου
η μοναξιά είναι είκοσιτρια λευκά λουλούδια εγκλωβισμένα στο χέρι που πάει να ακουμπήσει μάρμαρο 
την ώρα που οπαδοί του Παναθηναικού τραντάζουν το βαγόνι με ζωώδη ενθουσιασμό 
Η μοναξιά είναι το πικρό μου χαμόγελο 
στο θέαμα αυτό
η ζωή πάντα θα συνεχίζεται ξέρω. 
Εγώ είμαι μια μοναχική είκοσι δύο χρονών
κάνω στάσεις σε λέξεις, στίχους,
θλιμμένες γιορτές και μνήματα
Μοναξιά είναι η μοναδική εκτυπωμένη 
φωτογραφία όπου τα χέρια μου σχηματίζουν αγκαλιά γύρω από ένα σώμα άζωο πια
(Τα ρούχα σου ποιος τα φοράει τώρα;) 
Μοναξιά είναι η επανάσταση για τον έρωτα 
που να, μου έκατσε στραβά, αφού πέθανες. 
Μοναξιά είναι να έχω χηρέψει
στα είκοσι δύο από αγάπη
Κι ύστερα να επισκέπτομαι μια πόλη 
κι άλλη μια κι άλλη μια
χωρίς εσένα 
αλλά να με περιμένεις σε
κάθε επόμενο βήμα,
αφού σε όλες πρώτα
μαζί ιχνηλατίσαμε. 

Πόσο θέλω να βρω
ταιριαστό όνομα στο "είναι εγώ"
άχρονο πλάσμα ενήλικο
που όλα παράκαιρα τα κάνω
-έτσι λένε, έτσι καταλαβαίνουν-

Γιολίνα δεν με λένε άλλα θα μπορούσα
να ακούω σε αυτό το τρυφερό ψευδώνυμο
Είμαι όλες οι γυναίκες που έχουν άδεια μάτια

από την κούραση
την αόρατη ψυχική (κατά)πίεση
τα επίγεια πρέπει

προπαντώς, είμαι όλες οι γυναίκες με όραμα
μια ελευθερία επίγεια
που να διαπνέει τους πάντες

δεν έχω ένα χρώμα, δεν με νοιάζουν τα χρώματα,
ακριβώς επειδή με νοιάζουν οι άνθρωποι και κυρίως

                         Αυτοί

που σε πραγματικό χρόνο
ποδοπατούνται από γιγαντόσωμα γλιστερά σκουλήκια

Με νοιάζουν τα παιδιά που χρειάζεται να διατηρούν τη σαπουνόφουσκα
πάνω στις παλάμες

άτρητη




θραύσμα (μνήμης) Ι

Δεν θυμάμαι τώρα, το είχα κάπου διαβάσει, σαν φράση αστραπή, "το πνεύμα είναι πολτός". Ποιο είναι το συγκείμενο και τι ήθελε να πει το υποκείμενο της γραφής αυτής, λίγο με απασχολεί τώρα δα που το δικό μου πνεύμα είναι ένας πολτός· ένας φαιόχρωμος πολτός με υφή σαν υγρό άζωτο και ζελέ μαζί. Μια ανατριχιαστικά δύσκολη στην περιγραφή υφή που όμως - μόνο αυτή-αποδίδει την κατάσταση του πνεύματός μου. Θα γράψω, δεν θα γράψω, είμαι ανάξια, αφρόντιστη, έξυπνη, ηλίθια, οξυδερκής, αστεία, κρύα, με ορθοστατική υπόσταση, ειλικρινής, ψεύτρα, μια ψεύτρα τριάντα έξι χρονών, γυναίκα παιδί, γυναίκα σου, ξεκωλάκι, μονόχνωτη, ρυπαρή, καθαρή, γεμάτη ζωή μέσα μου, κούφια.
Επιστρέφω, το πνεύμα μου είναι πολτός. Οικειοποιούμαι το πνεύμα, τον πολτό τον τοξικό χείμαρρο των λέξεων, την ταξικότητα των λέξεων "πνεύμα" και "πολτός".
Θέλω να μεθύσω και να καταλάβω. Δύο αρχίδια μέσα στο ποτό μου· όχι, στάσου! κερασάκια γλασέ κολυμπάν, από αυτά που νομίζεις πως είναι πανάρχαια, όταν τα βλέπεις αλλά πάραυτα τα τρως. Όλο το όνειρο σε αυτά βασίζεται και φυσικά στον τυχοδιωκτισμό μου. Αλλιώς πως θα έπαιρνα τέτοια απόφαση μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα του κλάσματος, να τρέψω το σώμα μου σε φυγή; 

Γράμμα

Αν σου έγραφα για να κάνω ειρήνη
με τον εαυτό μου
δεν θα σου απευθυνόμουν στον πληθυντικό
κι ούτε θα έγραφα για τα ωραία που μου χάρισες, την τρυφεράδα σου όταν ήμουν άλλη, μικρή

το τρένο σου έρχεται, ήδη κατέβηκες
έναν όροφο για να ζεις μοναχικά
-όλα τα ζώα το κάνουν αυτό εξάλλου-

Έτσι, θα σου γράφα για λουλούδια
την θλίψη των ασφοδέλων
την αγνότητα των λυσιάνθων και
την μοναξιά των κάκτων

το λίπασμα πάντα μού έλειπε

κι αυτό που στην ουσία θα έλεγα είναι:
ευχαριστώ και καλό δρόμο

εγώ θα είμαι εκεί για να απαθανατίσω την πομπή
σαν να μην υπήρξα κόρη κανενός

αφού
τη μαγιάτικη μέρα που
ξαναγεννήθηκα κανείς σας δεν αγκάλιασε
το νέο πλάσμα, από εξαιρετική άγνοια
βολική θαλπωρή και μαραμένη υποκρισία
εμείς οι παρόντες γιορτάσαμε τη γέννησή μου
με λίγα τσιγάρα, καφέ και κινέζικο φαγητό

Ξεφεύγω.

Θα σου γράφα για εμένα στο γράμμα
και θα το άφηνα στα σταυρωμένα χέρια σου.
Έτσι κι αλλιώς, μάταιο θα ήταν να το διαβάσεις.


οιωνός

Όταν έγινε ο σεισμός
το δεύτερο φύλο έπεσε στο πάτωμα
χάραξε μια ρυτίδα στο πρόσωπο της Σιμόν
άρπαξα αυτήν, την κόρη μου και τον σκύλο·
να 'μαστε κάτω από το βαρύ τραπέζι
μετά βγήκαμε έξω
κι έγινε διαδήλωση·
"καμία μόνη!"
ενωθήκαμε σε ένα κύμα.
Όλοι οι αθεόφοβοι πνίγηκαν
στα ίδια τους τα λόγια, τα βρισίδια,
τις σφαλιάρες, τα σπρωξίματα
τον φόνο.
Τις στάχτες τις θάψαμε
σε μια βαθιά τρύπα
να μη γίνει διασπορά.
Συνεχίσαμε τις ζωές μας
γόνιμα, προδεύαμε
πήραμε όσους κατατρεγμένους
υπό την σκέπη μας
Εμείς, το δεύτερο φύλο. 

Ένα ποίημα για εμάς

Όταν κάπνιζες πίπα
το μικρό σπίτι και τα ρούχα
και όλα μας,
ως και τα βιβλία ακόμα
μύριζαν όμορφα καθησυχαστικά
Κάπνιζες λιγότερο, έκανα κι εγώ
μια τζούρα στα ξαφνικά
Είμασταν νέοι, αυτή η πίπα
ήταν η κληρονομιά μιας εποχής άλλης
Ο καπνός της θωράκιζε όλα τα όνειρα
που κάναμε μαζί
Ο φόβος όμως κατάπιε
τον καπνό
μείναμε τώρα και μετράμε γόπες
φανταστικές ασθένειες,
καταστροφές που ίσως μας βρουν
Στην πραγματικότητα θέλω λίγη
από την παλιά ευδαιμονία
στα πνευμόνια σου και
στα δικά μου

#καταχώρηση 73

Τις μέρες αυτές διανύω μια ευδόκιμη πορεία παραίτησης από την φρενίτιδα που επικρατεί τριγύρω. Δεν μιλάω πολύ, μόνο εσωτερικά, γράφω όμως, αναπτύσσω τις ξεχασμένες μου αισθήσεις της ακοής και της όσφρησης και θυμάμαι, κυρίως θυμάμαι.
Τα συμπεράσματα από κάθε εσωτερική διεργασία που αναπτύσσεται μέσα μου τείνουν να διαφοροποιούνται από τα συνήθη στα οποία είχα την τάση να καταλήγω. Κάτι σημαίνει αυτό, αλλαγή ίσως, υφαίνω ένα κουκούλι για να βγω.
Είναι η πρώτη φορά από τον περσινό Απρίλιο που μπορώ να παραδεχτώ μια άγρια χαρά που και που να κυριαρχεί στο μυαλό μου. Κι αυτό κάτι σημαίνει. Προς το παρόν κι ωσότου να βάλω μια τάξη στο χάος μου, δεν επιθυμώ να ονομάσω τα συμπεράσματα.
Η καθημερινότητα που έχει αντιστραφεί, με μπερδεύει, ζω το βράδυ πάλι και το πρωί δεν αποζητώ κάποια επικοινωνία πέρα από όση ανάγκη με έχει το παιδί.
Αρκεί να ζει κανείς στο παρόν; Νομίζω πως έχοντας εκτίσει έναν τεράστιο χρονικό όγκο, μπορεί να μετρηθεί και σε όγκο ο χρόνος και ειδικά το παρελθόν, όταν το νιώθεις σαν μια πισίνα η οποία μέσα στην ταπεινή εγκατάλειψη τείνει να μοιάζει με νέο έκπαγλο οικοσύστημα, όπου εκεί αναπαράγονται αποτυχίες, προδοτικά λόγια, αυτοκαταστροφές, πεθαμένοι έρωτες, έρωτες που δεν μετριούνται με τίποτα, ηλεκτροφόρα φίδια με ονόματα, υπερτιμημένες αγάπες, ξεχασμένα χάδια στα παιδικά μάγουλα, η παντοτινή φιλία, τα σπασμένα σαν ωμά αυγά όνειρα, όταν σε αυτόν, λοιπόν, τον υγρό αχταρμά έχω κολυμπήσει πολλάκις ψάχνοντας να βρω νόημα, με σιγουριά λέω πως όλα συμβαίνουν στο παρόν.
Η νοσταλγία δημιουργεί κι άλλον πόνο, υποφερτό μεν, όμως όταν ξεπερνιέται η ουδός, ουδείς ξέρει σε ποιο κρεβάτι θα βρεθείς σπαράζοντας και βγάζοντας τα σωθικά σου. Κι έτσι, μια κι έξω, οφείλεις να τελειώνεις με τη νοσταλγία καθώς αποδεικνύεται αχρείαστη φθορά στο χρόνο που σου απομένει.
Εξώ η άνοιξη ουρλιάζει,τα λουλούδια ανθίζουν χωρίς εμάς και η απομάκρυνση από την καλή μας πλευρά μοιάζει μερικές στιγμές οριστική. 

(Κάθε προσπάθεια να εκριζωθεί ο πόνος οδηγεί σε απέλπιδα διαβήματα.)

εκείνη τη μέρα, - τη νύχτα μάλλον,
τη νύχτα-
δεν είπε κάτι
που θα μετάνιωνε,
δεν φέρθηκε ελεϊνά,
ούτε μάλωσαν.

μια νύχτα όπως οι συνηθισμένες
που περνούν χωρίς δράμα ή
κάποια ένταση·
η ακροτελεύτια πράξη καθόρισε

την τροπή της ώρας σε
κυνηγητό!

έθεσε σε αδράνεια τις σκέψεις
για κάθε γιατί.

το παιδί κοιμόταν
δεν άκουσε κλάματα ή
έκτακτα κουδούνια· ήταν γαλήνιο
είχε αποδώσει το συναίσθημα του
με τζοκόντειο χαμόγελο.

έφυγαν.

έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος

(ο θάνατος να εκδιωχθεί)

ο πόνος να λείπει,
να λείψει




·Γράμμα στην Ήβη·

Αγαπημένη μου Ήβη,

Μου ζήτησες τόσο ευγενικά, όπως πάντα άλλωστε, να γράψω αν θέλω κάτι. Σκέφτηκα, λοιπόν, να γράψω ένα γράμμα με απεύθυνση τόσο σε εσένα όσο και σε όσους θα θελήσουν να περάσουν λίγο χρόνο διαβάζοντάς το.
Οι μέρες μου περνούν υπερβολικά γρήγορα, είναι παράδοξα γεμάτες κι έχω λίγο χρόνο για τα πολύ πρακτικά πράγματα. Ναι! Έχω μέσα σε όλη αυτή την περίεργη απαγορευτική συνθήκη που μας επιβλήθηκε, τόσο λίγο χρόνο. Όμως όλος ο υπόλοιπος είναι τόσο όμορφα δοσμένος· γράφω, διαβάζω, βλέπω προσεκτικά ταινίες που ήθελα να ξαναδώ, βάφω μια μικρή βιβλιοθήκη, σκαλίζω τις γλάστρες μου και σε λίγο θα φυτέψω σπόρους, μαγειρεύω, χαϊδεύω τη Βενετία και την φιλάω κάθε τόσο, αγκαλιάζω τον Στέλιο και τον μυρίζω συνεχώς, παίζω με τον Φιντέλ που μόλις προχθές έκλεισε τα δέκα σκυλίσια του χρόνια.
Μέσα σε αυτή την σπιτίσια ευδαιμονία, δεν σου κρύβω πως ανησυχώ. Η επισφάλεια που μας περιβάλλει είναι κάτι παραπάνω από πρόδηλη. Σκέφτομαι τους ανθρώπους που δεν έχουν κεκτημένα να χάσουν. Είναι τόσο ευάλωτοι! Τόσο όμως άθικτοι και περήφανοι· βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από εμάς. Κι όμως μας είναι τόσο δύσκολο να σκεφτούμε πως ίσως μια μέρα βρεθούμε κι εμείς στην ευάλωτη αυτή θέση. Μα ακόμα  κι αυτή η σκέψη γίνεται από την ασφαλή μου περίμετρο, την θαλπωρή του σπιτιού μου.  Τα λίγα δώρα που μπορώ να προσφέρω, τα τόσο σημαντικά για εκείνους, με κάνουν και νιώθω ακόμα πιο άσχημα. Η κατάσταση είναι σαν ένας λαβύρινθος κι ο Μινώταυρος είναι αόρατος και κρύβεται παντού.
Ώρες ώρες νιώθω πως συμμετέχουμε σε μια παγκόσμια κακόγουστη περφόρμανς. Στέλνουμε μήνυμα σε έναν άγνωστο για να μας επιτρέψει να βγούμε, βγαίνουμε κρατώντας την ψυχή και την ταυτότητα στα δόντια, τικτακτικ, επιστρέφουμε έχοντας εισπνεύσει κάτι πιο ελεύθερο κι έχοντας διαπιστώσει πως στην ουσία ο κόσμος δεν άλλαξε αλλά χρησιμοποιεί περισσότερο πλαστικό για να τυλίγει την ατομική του ευθύνη, περισσότερη αστυνομία και απαγόρευση για να διαπιστώνεται πως η ατομική ευθύνη είναι στο βάθρο της, τρώμε, συντονιζόμαστε  στους δέκτες μας στις 6, κοιμόμαστε, ξυπνάμε. Κι επαναλαμβάνουμε με την ίδια ή διαφορετική σειρά τα βήματα της προηγούμενης μέρας που καθόλου σημασία δεν έχει ποια είναι αφού όλες μοιάζουν στην μονοτονία τους.
Διαπιστώνω πως η δυσθυμία μου κυριάρχησε στο δεύτερο μέρος του γράμματος και δεν θέλω να είναι αυτή που θα καθορίσει το γράμμα μου· σου αφήνω εδώ μια polaroid από αυτές που βγάζω σχεδόν κάθε μέρα από τότε που ξεκίνησε η καραντίνα. Είναι ένας κορμός δέντρου,ενός δέντρου φυτεμένου πάνω σε ένα πεζοδρόμιο. Έχει κοπεί τόσο άτσαλα και με κάνει να αναρωτιέμαι για την άγνοια των κηπουρών ή την πιθανή αδιαφορία τους. Δεν μέτρησα τους κύκλους που διαγράφονται  πάνω στην τομή κι έτσι δεν μπορώ να  γνωρίζω την ηλικία του, όμως μπορώ να σου πω ότι δίπλα του έχει ανθίσει μια νερατζιά κι αυτό είναι τουλάχιστον καθησυχαστικό και για μένα που μυρίζω τα άνθη της μα και για τον κορμό που μπορεί να θυμάται πως είναι να είσαι δέντρο.

Σε φιλώ πολύ, σου στέλνω αγκαλιά.
Να αντέχεις μέχρι να ξαναβρεθούμε,

Γεωργία


Τελευταία έξοδος

Όταν βγήκα από εκεί
ήμουν αβαρής και κάτωχρη
μαζί με την ανάμνηση είχα
να σηκώσω και την κανονική καθημερινότητα

Ο ήλιος ήταν πάντα εκεί
που έπρεπε
Το παιδί γελούσε και μου
ζητούσε να γελάω
Εσύ περίμενες κι άλλος
κανείς δεν περίμενε γιατί
δεν γνώριζε

Το σκοτάδι με βρίσκει
με μια τεκίλα στο χέρι
Με ένα τσιγάρο από αυτά
που έκοψα πρόωρα,
βοηθοί της ψυχικής τόνωσης
μαζί με την παρέα που αναζητώ
μα είναι πλέον μόνο φανταστική

Δεν ξέρω ποια απόφαση πάρθηκε
κι αν ήταν σωστή ή απλώς κυβεία
η έξοδος μου στη ζωή·
τα λουλούδια, τα κύματα
το λιβυκό και η άμμος
μπαίνουν αλλιώς μέσα μου και

Αλλιώς μένουν στο θυμικό μου
αφού
ξαναγεννήθηκα με τόσο κόπο,

                        μετά
                         την
                       πτώση.



ημέρα εικοστή έκτη· καταχώρηση δεύτερη

Αν η μοναξιά είναι το βρόχινο νερό που μαζί με σκόνες, χορταράκια, λογιών λογιών σκουπίδια και ανθρώπινα ή ζωικά απόβλητα ξεπλένει τους δρόμους, τα στενά και τις λεωφόρους των Αθηνών τότε ο όγκος της είναι αδιαχείριστος. Ειδικά αυτές τις μέρες που ο χρόνος περνάει σαν κόκκος άμμου ή αλατιού από την οπή της κλεψύδρας και όσοι σχεδόν οικείοι ασημαντολογούν και επαναλαμβάνουν πως "όλα καλά θα πάνε" , ενώ την ίδια στιγμή μέσα τους δεν μπορούν να διαχειριστούν "το κακό που μας βρήκε. Ειδικά, λοιπόν, αυτές τις μέρες έχω βρει χώρο για αποκαθήλωση ανθρώπων και ιδεών. Οι άνθρωποι που μου λείπουν-με τη φυσική τους υπόσταση-είναι διαρκώς μέσα μου και ένα μήνυμα μακρυά· οι υπόλοιποι είναι απλώς απόντες, όπως θα είναι πάντοτε εφεξής.
Η αντανάκλασή μου σε κάθε λεία επιφάνεια μού επιστρέφει φως, οι λευκές σελίδες γεμίζουν στίχους, βλέπω την τρυφερότητά και την απαλότητα στα πράγματα κι αυτό έχει μια δόση ανακούφισης. Η ζωή και η τρυφερότητα είναι ξαφνικά δύο όψεις αξεχώριστες· το σημείο μηδέν που μας καθιστά σκληροτράχηλους και πομπώδεις δεν υπάρχει, αφού είμαστε μαλακοί και αφράτοι σαν βαμβάκι, σαν χιόνι. Η επιστροφή στην παιδικότητα είναι η λύση για να πρασινίσει και να ανθίσει ο κόσμος, μπορούμε άλλωστε να βλέπουμε με ένα μάτι ή με καθόλου.
Υπάρχουν, ωστόσο, μέρες ή στιγμές μέσα στις μέρες που νιώθω μια περίκλειστη σιωπή η οποία δεν μετουσιώνεται σε τίποτα υποφερτό. Τότε οι λέξεις κυλούν ευκολότερα και με κυκλώνουν περιμένοντας να τις διαλέξω. Προσδοκώ έναν ήλιο ζεστό κι ένα πράσινο λιβάδι να ακουμπήσω. Αργεί. 


Δροσόφιλα

Το έντομο ασχημονεί
τεντώνοντας τη γλώσσα προς
το δέρμα.

Ανατριχιάζει! Η φοβία υποθάλπει
βιώματα που απωθούνται·
"Σκότωσε την. Μα τι περιμένεις."
Μια μικρή, κοφτή κίνηση
κόβει φτερά
κόβει νήμα ζωής
χλωρές καρδιές
ομορφιά.
Μία κίνηση κόβει
το χρόνο που απομένει
σε ζωή και μη.

αι ειδοί του Απρίλη

ενώθηκαν σαν σήμερα
σε ένα μακρόβιο φιλί
ο Άρνος σκέπασε όλα τους
τα βήματα, τις λέξεις

ο ένας γλυκός
μα ταχυθάνατος
κι εκείνη πλέκει
μοιρολόι λευκό, πέταλο-
πέταλο σκορπά
τον θρήνο σαν άλλη Πηνελόπη,
κάπως άτυχη

ημέρα εικοστή πρώτη· καταχώρηση πρώτη

Οι μέρες βαδίζουν ανελέητα γρήγορα σαν χτύποι σε ταχυκαρδία και φρενήρης σκέψη. Βγαίνουμε μόνο για τα απαραίτητα και για να πάμε βόλτα το σκύλο. Η αλήθεια είναι πως στα γειτονικά μου τετράγωνα δεν έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα αφού η Αγίας Γλυκερίας ήταν πάντα ένας ήσυχος δρόμος, μα τώρα μοιάζει νεκρική και απόκοσμη η ησυχία του. Όσο η κατανόηση της κατάστασης μας είναι κοντά,άλλο τόσο νιώθω να μου ξεφεύγει και κάθε μέρα ξέρω πως  είναι μια μικρή νίκη για μένα. Το να διατηρώ το μυαλό μου σε εγρήγορση, καθαρό και ευάερο είναι πιο επιτακτική ανάγκη από ποτέ. Άλλωστε πλησιάζει ο καιρός μιας μέρας που έμελλε να γιορτάζω σαν τα δεύτερα γενέθλιά μου και μου οφείλω να είμαι άμωμη ως τότε. Το παιδί μεγάλωσε όλες αυτές τις μέρες, σαν να ανέβηκε ακόμα ένα σκαλοπάτι, λάμπει σαν μικρό ροδάκινο στον ήλιο. Κάνει τόση υπομονή και με εκπλήσσει η απλότητα  και ο τρόπος που δέχεται την ροή της τωρινής ζωής της.
Αυτό που μου λείπει είναι να περπατάω και να χάνω την αίσθηση του χρόνου και του χώρου, οι βόλτες μας με τον Σαμσών, το δάσος. Και χαίρομαι γι'αυτό που νιώθω και την αυτάρκειά μου. Το σώμα μου λίγο πριν τις απαγορεύσεις, σχεδόν ένα μήνα πριν είχε κλατάρει. Ήμουν σε οριακό σημείο άγχους και εξασθένησης,γι' αυτό ήρθε ο πόνος του έρπη να με ζώσει έτσι τις νύχτες. Νιώθω ευγνωμοσύνη τώρα, που μπορώ και γράφω χωρίς να πονάω, αλλάζω πλευρό χωρίς να πονάω, αγκαλιάζω το παιδί κι εσύ με χαϊδεύεις κι όλα αυτά χωρίς αυτό το άχαρο και περιπεπλεγμένο αίσθημα του νευρόπονου.



σκούρο μπλε ταβάνι

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια*
Μοιάζω να είμαι μια από αυτές
Οκτώ χρόνια σύζυγοι, σχεδόν
Καθόλου δεν λυπάμαι ( εντάξει ίσως λίγο μα δεν ομολογώ)
Που θα καταρρεύσεις
Φεύγεις και τα κομμάτια σου θα πεταχτούν
Χωρίς στοργή θα θαφτούν, χωρίς κηδεία
Σε καμιά χωματερή μαζι με λογιών σκουπίδια και ξεχασμένα αντικείμενα
Να πάρεις όλα τα συμπράγκαλα μαζί, τις μνήμες
Κι όσα άκουσες και είδες πριν από μένα
Τη γύμνια και τους οργασμούς μισητών θηλυκών, ματαιόδοξων γυναικών
Είμαι ζηλιάρα ακόμα και τώρα που αναπνέω το ρόγχο σου;
Να ξέρεις κάθε σου γωνία θα λουστραριστεί
Θα απολυμανθεί κι εγώ
θα γλυστράω, κύκνος
Στα δρύινα σου τα μασίφ
Γλεντώντας, γελώντας ,
Καμουφλάροντας τη λύπη
Που την τεφροδόχο σου δεν φύλαξα σε μια γωνία του
καινούριου.


*στίχος από το ποίημα "Νοικοκυρά" της Αν  Σεξτον

#παλιά καταχώρηση

Τα πιο πικρά τσιγάρα είναι τα άσσος φίλτρο τα κόκκινα. Σ' εκείνα τα δήθεν κυριλέ μπαράκια της παραλιακής, που κάθε καλοκαίρι γινόταν ο κακός χαμός από μπαϊλντισμένους και καψούρηδες, από φοιτητές εν εξάλλω μετά το πέρας της εξεταστικής, ντυνόμουν, βαφόμουν και πήγαινα. Έπινα τζιν τόνικ ή κάποιο άγνωστο απεριτίφ. Δεν είχα στυλ ή πόζα, ούτε σουτιέν μέσα από τη μπλούζα, μόνο στητά μικρά βυζιά, ψιλή φωνή και φουντωτά μαλλιά. Όσα μου αναγνώρισες σαν ομορφιά, μια μέρα σχεδόν δύο χρόνια αργότερα τα πήρες όλα πίσω όταν αποφάσισες πως δεν σου αρκούσαν. Όλα τα τρελά ξενύχτια μας, οι νύχτες που διαβάζαμε, περπατούσαμε, χορεύαμε ή απλώς οι στιγμές που γελούσαμε και κοιμόμαστε μαζί. Δυστυχώς σε κανένα τούνελ δεν συναντήθηκαν οι ξέφρενες μιλκυμιλκυγουέι πορείες μας. Σαν τα μάτια σου που κάποτε, κάποτε τείναν να αλληθωρίζουν τόσο γλυκά και άτσαλα. Μια μέρα σου ξεφούρνισα τον στίχο του Ρεμπώ για την ομορφιά, με κοίταξες κι αθόρυβα τόσο, όσο ηχηρά μπήκες στη ζωή μου και απομακρύνθηκες σαν ο δειλός που ήσουν κι εγώ αδυνατούσα να δω.
Κάπνισα το τελευταίο μου πακέτο άσσο φίλτρο και το σιχάθηκα, σε σιχάθηκα για την αδυναμία σου. Η σχέση μας είχε μικρό προσδόκιμο από το πρώτο σάλιο που ανταλλάξαμε κάτω από μια βόρεια βροχή λες και είμασταν οι πρωταγωνιστές σε εκείνη την γαλλική ταινία που στο τέλος θάβονται στο μπετόν.
Όλο αν νιώθω με ρωτούσες. "Νιώθεις;" Και όταν σου απαντούσα "όχι", με κατεβασμένο κεφάλι μου πέταγες κατάμουτρα τρεις λέξεις: "άνιοστο, ε άνιοστο". Ο πάτος του καθενός διαφέρει και μετριέται με δεδομένα την αντοχή και τη φωνή μέσα στο κεφάλι του·για εμένα και τα δυο δεδομένα βρίσκονταν σε στάθμη κοντά στον πυθμένα μιας βαθιάς λίμνης. Γύρω γύρω σκοτάδι, μια απαλή λεπτόρευστη άμμος, βουρκόψαρα με μουστάκια να τρέφονται από τις εκδορές μου. Η τρέλα σου θα μας σκότωνε και τους δύο αν ήμουν επιρρεπής. Κι άλλωστε ήταν ηλίου φαεινότερο πως κανένας μας δεν είχε κάτι σοβαρό κι ανώτερο να χάσει. Για ένα διάστημα ζούσα απούσα από τη βοή που υπήρχε γύρω μου, τα επιτιμητικά σου βλέμματα, τη μεταμέλειά σου και την ψευδή ειλικρίνεια.
 Πολλά μηνύματα για να μην σε αφήνω,πολλά στιχάκια,πολλά σχέδια κι όμως ο έρωτας ήταν θολό τοπίο για εσένα. Ο κόσμος μου ήταν καταχωρισμένος σε 113 τραγούδια στο mp3 και τα ρούχα μου ήταν μαύρα πουλόβερ και παντελόνια. Χρειάστηκαν μερικά κοψίματα με μαχαίρι ,μια λεκάνη γεμάτη κρύο νερό στο κεφάλι και λέξεις που με φόρτωσαν με αδικαιολόγητο βάρος και έλλειμμα σε αυτοπεποίθηση για να καταλάβω πως αξίζω περισσότερα από το λίγο που καταδεχόσουν να μου δίνεις κάθε φορά και φυσικά πως ο μικρός ναρκισσισμός σου ήταν η συνήθης αιτία γι'αυτήν σου τη συμπεριφορά. Την εκδίκησή μου την πήρα κάποια χρόνια αργότερα όταν προσπάθησες να βάλεις τη γλώσσα σου στο στόμα μου κι εγώ δεν σου την έκοψα , απλά τραβήχτηκα μακρυά από τον πόθο σου για παιχνίδι κι έτσι σαν να πάγωσες, να παραξενεύτηκες που δεν έπιασε πάλι το κόλπο σου. Σαν ξαφνικά να συνειδητοποίησες πως ο άνθρωπος που είχες μπροστά σου κι άλλοτε πλάι σου, δεν ήταν μια μαριονέτα. 
Δεν σε ξαναείδα από τότε κι άμα σε θυμάμαι είναι για τις μικρές όμορφες στιγμές που μπόρεσα να μετουσιώσω σε κάτι πολύτιμο. Ό, τι κάνω δηλαδή, από τότε με όλα τα ατυχή συμβάντα στη ζωή μου. 

#καταχώρηση 66

Αν υπάρχει η βεβαιότητα είναι για να συντρίβεται. Η διάθεση που με κατοικεί είναι μονότονη και κάπως σκοτεινή από τις αρχές του χρόνου. Οι λόγοι είναι απλοί και οι λύσεις για τα θέματα που δημιούργησαν είναι ακόμα πιο απλές, μα ταυτόχρονα δραστικές και αχώνευτες. Κι έτσι δεν αποφασίζω τίποτα. Το σώμα μου αντιδράει όσο η ψυχή μου τεντώνεται. Τώρα που έχουν όλοι κλειστεί στα σπίτια τους, το παράθυρο που μας μένει για ήλιο είναι ξαφνικά μοναδικό και πολύτιμο. Τα ράφια του σπιτιού είναι φορτωμένα με βιβλία και φιλμ, τα φυτά προσανατολίζονται κι αυτά σε σχέση με τον ήλιο και μεγαλώνουν όμορφα. Δεν θυμάμαι που το είχα διαβάσει αλλά χρειάζονται στοργή κι αυτά κι έτσι που και που τους μιλάω και χαϊδεύω τα φύλλα τους· ανταποκρίνονται.
Θυμάμαι, κάποτε, αρκετά χρόνια πριν που είχα παρομοιάσει μια χειραψία με ηλεκτρισμό και κακή ενέργεια. Εδώ, λοιπόν και δύο βδομάδες βιώνω το ίδιο αρνητικό ρεύμα στην αριστερή πλευρά του θώρακα.Πονάω με τον ίδιο τρόπο που πόνεσα τότε και δεν ήξερα τι το προκάλεσε. Η τωρινή μου αλήθεια έχει επιστημονικό όνομα και παράξενο: έρπης ζωστήρας. Μέσα στην ασφάλεια του πόνου που με αγκαλιάζει κάθε μέρα και δεν έχω τρόπο να τον αντιμετωπίσω κι έτσι απλώς τον αφήνω να κάνει τη δουλειά του, έχω να αντιμετωπίσω μια πρωτόγνωρη παρανοϊκή κατάσταση με γάντια μιας χρήσης, μάσκες, αντισηπτικά, απολυμαντικά, ατομική ευθύνη. Τίποτα δεν μου φαίνεται λογικό και έτσι μπερδεύομαι παραπάνω όταν πρέπει με απλά λόγια να εξηγήσω την κατάσταση. Οι ώρες γεμίζουν βέβαια και παραδόξως πιο γρήγορα. Η τονισμένη αγοραφοβία μου με καθιστά ανήμπορη να αντεπεξέλθω ικανοποιητικά γρήγορα στη βόλτα για σουπερμάρκετ που θα κάνω μια φορά τη βδομάδα κι έτσι αργοπορώ ώστε να ανασαίνω βαθιά. Είναι μια καθημερινότητα που δεν θέλω να πιστεύω πως θα μας επιβληθεί για πολύ. Είμαστε "κλουβισμένοι".Έτσι λέει η γιαγιά του παιδιού μου.


θλιπτικό μανιφέστο

Θα μπορούσε να είναι πολλά
παραπάνω από μια κούκλα με μπλε μάτια
οι καθημερινές γυναίκες όπως αυτή κι
όπως τόσες ακόμα με κουρέματα και περιποιημένα νύχια, που συχνάζουν
στα ινστιτούτα  καλλωπισμού και χαλάνε εκεί
τα χρήματα που τους αναλογούν
Κι όχι, όχι δεν γράφω με εμπάθεια!
Λυπάμαι που βουλιάζουν στον πάτο
του νεροχύτη, όλες οι θλίψεις τους που δεν έχουν υπόσταση,
οι φιλοδοξίες τους βρώσιμες κι ατάραχες - βάλτοι·
Θα 'θελα να τις παρακινήσω σε μια στάση,
μια στιγμή ικανή για αφύπνιση,
μια συζήτηση δίπλα στα λαχανικά του σουπερμάρκετ
να πω : δεν αρκεί αυτό, γυναίκες, αντισταθείτε!
Όταν τολμώ, οι απαντήσεις είναι σουρεαλιστικές και νιώθω ξένη, απέναντί τους·
λυπάμαι διπλά- το μόνο που μπορώ-,
μετουσιώνω τη λύπη σε κάτι που διαβάζεται,
ίσως κι από εκείνες.


La beauté est dans la rue

Αχ, πόση ομορφιά βρίσκω στη σαπίλα και τη βρωμιά μέσα. Με τα στατιστικά μου δεδομένα στην τσέπη όλη η ομορφιά βρίσκεται στη λάσπη της Αθήνας, όλη η ομορφιά βρίσκεται στην Ομόνοια, το Μεταξουργείο, τα Εξάρχεια. Όλη η ομορφιά βρίσκεται εκεί που η νορμαλιτέ δεν το περιμένει. Ζω σαν φυσιοδίφης αυτής της ομορφιάς και πονάω που δεν λάμπει όπως τα  φω μαργαριτάρια στα αυτιά της Άνιας. Ξέρετε η Άνια είναι μια ηρωίδα. Με  το απλοϊκό ψευδόνομά της λύνει και δένει λέξεις και επιχείρηματα. Φτιάχνει έργα και αναδεικνύει παλιές αγάπες μέσα από τις στάχτες τους.
(Άνια, σε ευχαριστώ που υπάρχεις για να μου θυμίζεις τι δεν θα γίνω ποτέ, σε ευχαριστώ που υπάρχεις και μπορώ να προφέρω ένα κατά τα άλλα ανυπόφορο όνομα )
Μιλούσα για την ομορφιά σε αυτή εδώ την πόλη, την τυραννισμένη από το ψέμα και την υποκρισία. Οι άνθρωποι όπως η Άνια που ζουν στα χαρτόκουτα κατέχουν όλη την αλήθεια και την ελπίδα της ύπαρξής, όμως κανείς μας δεν διαθέτει την διαύγεια και την τόλμη που απαιτούνται για να αφουγκραστούν αυτήν την αλήθεια. Ό,τι δεν τολμάμε εμείς οι προνομιούχοι να διεκδικήσουμε, το διατρανώνουν αυτοί με όλο τους το θάρρος και την παιδική γαλήνη.
Ξέρω πως αυτές οι γραμμές δεν θα διαβαστούν σαν κάτι σημαντικό και ιδιαίτερο, αλλά μόλις έσκισα το χειρόγραφό μου και το δίπλωσα επιμελώς για να σου το δώσω σαν κάτι ελάχιστο από έμενα. 

Τούρτα γενεθλίων

Το παιδί μου
τη γενέθλια μέρα του
μού θύμωσε τόσο και
παραδέχτηκε πως είμαι
"η χειρότερη μαμά στον κόσμο"

Την άκουσα·

Έμεινα στο δωμάτιό μου, διαβάζοντας
κάτι, για να περάσει η ώρα,
σαράντα αργά λεπτά,
και πήγα πίσω, επέστρεψα

Επέστρεψα, για να συναντήσω
τα μάτια του.

Δεν μιλήσαμε καθόλου,
μόνο τα βλέμματά μας υπήρχαν
κι έπειτα η σφιχτή αγκαλιά

τη μέρα που το παιδί μου
έγινε τεσσάρων κι εγώ
έπαψα να έχω
ηχηρές αξιώσεις.

Ψυχοπίεση

Μια μέρα κατάπια
ολόκληρο το κουτί
της δυστυχίας
Μία μέρα δεν ζούσα

Περνούσαν άνθρωποι
μου άφηναν δώρα
ως και ατίθασα άσπρα άλογα
μου άφησαν
(Εσένα σε προστάτεψα από το μπανάλ θέαμα, μητέρα )

Δεν άγγιξα φαγητό
μόνο νερό, σεντόνι,
σκιές, τη σκέψη.
Το κεφάλι μου έμπαζε
αέρα πνιχτό.

Εξήγησα τα ίδια άδεια
υπό ανάκριση
στο ασθενικό κρεβάτι
(Οι άνθρωποι οικτίρουν αυτό που δεν γνωρίζουν)

Έγραφα άμοιρος,
μια άλλη οδύσσεια και
μήνες φτύνω και
βγαίνω,

αναζητώντας

αξία
για να υποτιμήσω
το μάταιο.




Σελιδοδείκτης

Έχω ανάμεσα στα βιβλία
ένα μαχαίρι
Διαβάζω και
το σκέφτομαι
η λάμψη του, θάμβος!
γράφω και
το αναζητώ
η άκρη του έτοιμη,
για πληγή

Voodoo Death

Η Ομόνοια χωνεύει την πόλη
τη μηρυκάζει [στα κρυφά] κάθε πρωί
για να χωνέψει πάλι
αγέρωχα το βράδυ

πλήθος κόσμου γυρίζει σιγά
τα πρωιά στην πλατεία της Ομόνοιας

Τρελοί, ξενύχτηδες
μοιρολογίστρες, ετοιμοθάνατοι
βιαστικοί,
χτίστες, αφεντικά
μικρά παιδιά
ψυχοπομποί

πλήθος κόσμου γυρίζει σιγά
τα πρωιά στην πλατεία της Ομόνοιας

χτίζεται τώρα μια ρόδα
ένα μνημείο του ενδιαμέσου κόσμου
και μια δικαίωση για όσους (ατυχώς;)
τον επιλέγουν

πλήθος κόσμου γυρίζει σιγά
τα πρωιά στην πλατεία της Ομόνοιας

Πολλά τα χθεσινά πτώματα
περιστέρια με κόκκινα πόδια
έφεραν μηνύματα σε οικείους
και λυπημένους (συγγενείς;)

πλήθος κόσμου γυρίζει σιγά
τα πρωιά στην πλατεία της Ομόνοιας

και κύκλους κάνει
και κύκλους κάνει
μικρές προσευχές καρφιτσωμένες
σε πάνινες κούκλες voodoo·
αναζητούν φυγή πάνω από
το αέτωμα,
ανάμεσα από τα τροφαντά σώματα
των Καρυάτιδων

πλήθος κόσμου γυρίζει σιγά
τα πρωιά στην πλατεία της Ομόνοιας

οι τελεστές κεντούν-ανέμελα-
γλυκούς αποχαιρετισμούς
των αυτοχείρων ως τη στιγμή που·

ένα παιδί ανεβαίνει
στη ρόδα
και πετάει.





·Λουίζα Ι·

Δεν θυμάμαι ποια μέρα πήραμε το καραβάκι για Σαλαμίνα. Θυμάμαι που ο αέρας ήταν τόσο μανιασμένος που ήθελα να ξύσω τα μάγουλά μου συντόνως μέχρι να μοιάσουν με ποδοπατημένες παπαρούνες. Τι είναι ο άνεμος, με ρωτά ο διακριτικός μου συνοδοιπόρος.Μα τί άλλο πέρα από τις τύψεις μας που κρύβουμε επιμελώς και ίσως  και τα όνειρα που τριγυρίζουν επαιτώντας. Πάραυτα, η λύσσα και η τυραννία του ανακουφίζουν, ώσπου να έρθει η στιγμή της συνειδητοποίησης. Κι αυτή έρχεται καθώς βλέπουμε στον ορίζοντα την Ψυττάλεια, καθώς φαντάζομαι τον μοναχικό, χορταριασμένο τάφο της Λουίζας ενώ με διακατέχει η θλίψη που δεν μπορώ να τον συναντήσω και ο φθόνος για την τύχη του να ταφεί εκεί. Η Λουίζα είναι μια μικρή πρίγκιπας, αυτάρκης, στο δικό της νησί, με τα ρόδα της πολύτιμης μοναξιάς να την συντροφεύουν, τόσο μακρυά από τη ζωή όσο να τη μνημονεύουμε και τόσο κοντά όσο να μην την ενοχλεί κανείς με εγωτιστικές απαιτήσεις.
Τα βράδια δραπετεύει από το νωτισμένο σπίτι της και με επιμέλεια σκάβει το τσιμέντο που κατατρώει το νησί. Σκοπός είναι μια Ψυττάλεια ανθισμένη κι ένας (κάπως πιο ματαιόδοξο αυτό) πλακοστρωμένος δρόμος ως τον τάφο της. Τα χεράκια της σκάβουν και σκάβουν σαν να μην συναντούν καμιά δυσκολία, σαν εκσκαφέας ιστορίας και η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο θυμάται κι από κάτι που την αναγκάζει να σταματήσει. 

#καταχώρηση 39

Στο νησί, φέτος, ένιωσα πολλές φορές πράγματα που δεν μου υπαγορεύτηκαν από καμιά συγκεκριμένη περίσταση, παρά μόνο από φευγαλέα πρόσωπα άλλων εποχών και τα λόγια τους που ήταν διακριτά και ειλικρινή.
Αφέθηκα σε μια υποχρεωτική ευδαιμονία που μου πρόσφερε η ζέστη και το αλάτι της θάλασσας σε συνδυασμό με τις κραυγές έκπληξης του παιδιού, όταν συναντιόταν με την τρέλα του αέρα και τη δροσιά του νερού. Όπως εκείνη χρειάστηκε περίπου δυόμιση βδομάδες για να εξοικειωθεί με τα καινούρια στοιχεία, έτσι κι εγώ χρειάστηκα καιρό για να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι υπάρχω ανάμεσα στους ανθρώπους ξανά.Με ένοιαζε πολύ η μοναξιά μου και την αποζητούσα διαρκώς, γιατί ένιωθα να με βαραίνουν οι μήνες που προηγήθηκαν. Και ήταν όντως έτσι από τον περασμένο Φεβρουάριο κι έπειτα, αφού η διάθεση και η αδράνεια καθώς και η διάθεση μου για δημιουργία εναλλάσσονταν σαν καρδιακές αρρυθμίες. Δεν ένιωθα καμία σταθερότητα στο έδαφος που πατούσα, στις πράξεις και τις υποσχέσεις μου.Ακόμα και οι αγκαλιές μου αποδεικνύονταν σεισμικές.  Πολλές φορές απομακρύνθηκα από ανθρώπους για να μην με ταράζουν και να μην υποχρεωθώ να αμυνθώ ώστε να περιφρουρήσω την ηρεμία που ήθελα να νιώθω. Φυσικά, αποδείχτηκε ηλίθιος και αφελής ο τρόπος μου, αφού αρκούσε μια απλοϊκή κουβέντα ή ένα σχόλιο ακόμα και δια τηλεφώνου για το βάρος που έχασα φερ'ειπείν ή για κάτι ανάλογης ελάσσονος σημασίας, ώστε να βρεθώ στα τάρταρα.
Θυμάμαι πως, ξανά, άρχισα  να αναρωτιέμαι για την ιδιότητά μου και τον εαυτό που φέρω προς τα έξω,να με αμφισβητώ εξαιτίας ενός ειρωνικού λόγου που τώρα που το καλοσκέφτομαι παραήταν γελοίος και αλαζονικό. Μα, εγώ αγαπώ τους οικείους μου και κάνω πάντα ό, τι μου λένε. Συμμορφώνομαι πάραυτα για να γίνω αρεστή και να διασκεδάσω τις επικίνδυνες εντυπώσεις. Με άλλα λόγια, είμαι χαμαιλεοντική. Δεν με νοιάζει πια να δείξω τον αληθινό μου εαυτό όπου δεν υπάρχει τόπος για να ξεδιπλωθώ.
Το έμαθα με ψυχικό κόστος αυτό και καθώς η πτωτική μου περίοδος είναι κρυφή και παραμονεύει, αποφάσισα να μην ξοδεύω τα λιγοστά μου αποθέματα δύναμης σε λάθος μάχες. Ό, τι έχω περισώσει από την μπλε μου περίοδο είναι ταπεινό και πολύτιμο και ταυτόχρονα χρήσιμο για τα επόμενα βήματά μου ακόμα κι όταν αγνοώ την πρόθεσή τους.

#καταχώρηση 38

Ήταν τότε, στο μικρό μας σπίτι, λίγο καιρό πριν το γάμο που ετοιμάζαμε. Εσύ δούλευες, όμως όχι τα τρελά σου τωρινά ωράρια κι έτσι μοιραζόμασταν περισσότερες ώρες κοντά. Εγώ ήμουν κυρίως απασχολημένη με τη φωτογραφία και τα γαμήλια διαδικαστικά, αφού θυμάμαι πως μέχρι και στο ειδικό ληξιαρχείο έπρεπε να τρέξω για να αλλαχθεί στο πιστοποιητικό γέννησής μου το φύλο, καθώς με είχαν εγγράψει αγόρι. Πολύ ζεστός και γλυκός, λοιπόν, ήταν εκείνος ο Ιούνιος και ο έρωτας μας.
Είχαμε έξυπνες ιδέες, όπως το να κάνουμε ένα παιδί μαζί. Ξυπνήσαμε κάποιο πρωί που τα φιλιά δίνονταν χωρίς εκπτώσεις, χωρίς λόγια, οι πράξεις ήταν μόνο αγκάλιασμα και εισχώρηση. Είχε τόση διάρκεια και ένταση το φαινόμενο, τόσες μέρες, που θα το χαρακτήριζα καιρικό, αν δεν ήταν ξεκάθαρα αγάπη.
Εκείνον τον Ιούνιο, λοιπόν, θα έφερα και κάποιο άλλο πλάσμα μέσα μου-κυριολεκτικά-αφού είχε αρχίσει να αποκτά υλική υπόσταση, για πρώτη φορά στη ζωή μου.Θυμάμαι που η άγνοιά ήταν τέτοια ώστε όλες τις καούρες, την μονοφαγία και το πρήξιμο που ένιωθα τα απέδιδα στο άγχος και το πολύ περπάτημα - όλα για τις προετοιμασιές. Σχεδόν ένα δεκαήμερο του Ιουλίου που ακολουθούσε θα έτρωγα παξιμάδι με ντομάτα για μεσημεριανό και θα καθάριζα το σπίτι διαρκώς. Βίδωνα λάμπες, έβαφα τον τοίχο στο υπνοδωμάτιό μας, τα κάγκελα στην αυλή, δημιουργούσα παρτέρια, φύτευα λουλούδια σε αυτά, έκανα μια αυλή κάπως παραμυθένια κι όντως, όντως ήταν έτσι.
Μόνο τέσσερις μέρες μετά το γάμο, συναντώντας ένα φιλικό ζευγάρι που περίμενε παιδί, μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να κάνω το τεστ. Το πήρα διπλό από το φαρμακείο μαζί με κάτι αφρόλουτρα με άρωμα δαμάσκηνο που δεν χρησιμοποίησα, αφού λόγω της ναυτίας που ένιωθα, δεν μπόρεσα καν να μυρίσω πριν τα αρπάξω από το ράφι κι όμως όφειλα να τα αγοράσω γιατί μου το είχε υποδείξει ο ψυχαναγκασμός μου.
Λοιπόν, ήρθα σπίτι, δεν σου είπα τίποτα, ήταν Τετάρτη, είχες άδεια, μπήκα στην τουαλέτα, έκανα και τα δύο τεστ, βγήκα. Σίγουρη πια, πως δεν μπορώ από την τόση υπερένταση να σου το πω, έρχομαι μπροστά σου με τα χέρια πίσω από την πλάτη μου, έχοντας την πιο αλλόκοτα χαμογελαστή έκφραση που θα μπορούσα· κατάλαβες, άγνωστο πως, ή μάλλον γνωστό (ο κοινός μας νους) και με έσφιξες σε μια ζεστή αγκαλιά κι έπειτα κάναμε ησυχία.
Ησυχία καθώς μόλις είχε ξεκινήσει η μεταμόρφωσή μας σε κάτι πέρα από τους εαυτούς που υπήρξαμε. 

Οι σκάλες της Οδησσού


Είδα το παρακάτω φρικτό κι αλλόκοτα αληθινό τέλος, σαν να συνέβει
σε δικό μου παιδί, στο δικό μου μωρό,
να χυθούν τα μυαλά του έξω,  το καρότσι ντελαπάρει στα σκαλιά,
έμεινε το στήθος μου έρημο.

Μα ο πόλεμος θα μας αφορά
όσο διαρκεί ένα ξεφύλλισμα εφημερίδας,
ένα στιγμιαίο καρδιοχτύπι φόβου,
τα πρησμένα από το κλάμα μάτια,
η αγκαλιά ενός αποχωρισμού

Ο πόλεμος θα μας νοιάζει λίγο
αν δεν γίνεται δίπλα μας,
η αντικειμενική μας θλίψη θα στιλβώνεται
σαν σαμοβάρι και θα σερβίρει μια
επίφαση αλήθειας.

Ο πόλεμος, όταν μας χτυπήσει την πόρτα,
θα είναι αργά.

#καταχώρηση 34

Φέτος τα γενέθλια των τριάντα έξι μου χρόνων τα γιόρτασα μαζί σου στο Βερολίνο. Πήρα ευχές μόνο από εσένα, την μάνα και τον πατέρα μου. 
Σιγά σιγά γίνεται ακόμα πιο ορατή η μορφή του γήρατος. Δεν έχω κάποια σαφή ένδειξη για την προτίμηση μου στα χρόνια που πέρασαν. Το μόνο που προς το παρόν δεν μπορώ να αφήσω πίσω κι όλο μου τριβελίζει το μυαλό, είναι ο χρόνος που άφηνα να τρέχει μέσα από τις μέρες μου χωρίς να τον γεμίζω με πράγματα και ανθρώπους που να αξίζουν.Και οι μέρες αυτές μοιάζουν με τα κεριά στο ποίημα του Καβάφη. 
Τουλάχιστον τώρα έχω κι αφιερώνω όσο χρόνο θέλω και κρίνω απαραίτητο στον καθένα και την καθεμία που με ενδιαφέρει. Δεν είναι άπλετος χρόνος είναι η αλήθεια κι έτσι οι αϋπνίες καλά κρατούν. 
Από τα λίγα πράγματα που κάνω για το σώμα μου είναι το πολύ περπάτημα και φυσικά η συνέχιση της χορτοφαγίας. Κατά τα λοιπά, διαβάζω αρκετά, γράφω αρκετά και νιώθω μια αφύπνιση που κάπου με οδηγεί.

μικρή γραφική ιστορία

Η Γιολίνα Καλένοβα είναι ένα υπαρκτό πολύ γνώριμό μου πρόσωπο που γράφει ακατάπαυστα. Δεν μπορώ να ξέρω αν θα της βγει σε καλό, μα σίγουρα η πορεία της είναι απρόσκοπτη. Έχει μοιραστεί ελάχιστα πράγματα μαζί μου και ταυτόχρονα την ξέρω τόσο καλά. Μερικές πράξεις της με τρομοκρατούν και ειδικά αυτές οι καλοζυγισμένες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές της. Είναι μια μελαγχολική μα γεμάτη ζωή γυναίκα που χορεύει πάνω στο φτερό μιας αταλάντευτης ατίθασης ύπαρξης. Η Γιολίνα Καλένοβα πρόκειται να γεννηθεί το έτος 2020.

#καταχώρηση 33

Η πραγματικότητα στην οποία ζω και ταυτόχρονα δεν ζω, με περιορίζει σε έναν ταπεινό, αλλά υπαρκτό κομπασμό·
για την ομορφιά και το χιούμορ
που ανθίζουν στην οικογενειακή ζωή. Η αλήθεια μπορεί να φανεί σε μερικές φωτογραφίες όπου τα πράγματα δεν μοιάζουν κάθε μέρα γιορτινά ούτε ρέουν
σαν φιέστα!
Τα ψιλοφτύνω, κλείνω διακόπτες,μα επιτρέπω χώρο για παρελθόν καθώς αυτό μας έφερε ως εδώ.
Δεν έχω να αποδείξω τίποτα, να προσπεράσω ή να μορφάσω για τίποτα. Κυρίως, όμως, δεν έχω ανάγκη να μιλήσω αφ' υψηλού για την αγάπη μας και σαν να κατέχω την αλήθεια και το μαγικό μυστικό που την θρέφει.
Με την εκπνοή του χρόνου θα ευχηθώ για σένα και για μένα και για το παιδί που μαζί φροντίζουμε να ανθίσει, προσωπική ανάταση και εκπλήρωση ονείρων, κατάκτηση του βάθους μας και ψυχική εγγύτητα.
Η ζωή μου κρέμεται διαρκώς από μια κλωστή κι ευτυχώς για μένα το γνωρίζω καλά, το τιμώ κι έχω πια την τύχη και την ευλογία να με νοιάζονται· κάτι που τιμώ περισσότερο από όλα. 

#καταχώρηση 32

Προσπαθώ, με κόπο είναι η αλήθεια, να διαμορφώσω ένα δωμάτιο σαν αυτό στο Μονκς Χαουζ καθώς η εικόνα και η αίσθηση του πώς θα ένιωθα αν ανέπνεα εκεί μέσα, αν έγραφα όσα σκεφτόμουν καθισμένη στο λιτό ξύλινο τραπέζι , αν απλά ρέμβαζα με το πλάγιο φως να με μαγνητίζει, είναι μοναδική και ξεχωριστή.
Προς το παρόν, το δωμάτιο υπάρχει στο μυαλό μου,  αφού στο υπόλοιπο σπίτι ατενίζει κανείς ένα χάος από υφές και όγκους. Είναι ξαφνικά ένα σπίτι τόσο πολύχρωμο και ζωηρό, τόσο κιτς που δεν θα μου άρεσε καθόλου αν μου το πρότειναν για να φιλοξενηθώ, μα ακριβώς γι'αυτή του τη μοναδική ετερογένεια το αγαπώ. Είναι το σπίτι μου,το σπίτι μας που μας στεγάζει και ζει για μας.
Δεν έχω άλλο μέρος κοντινό μου, για την ώρα , όπου μπορώ να νιώθω έτσι κι αυτό όση ασφάλεια με γεμίζει ταυτόχρονα είναι ανησυχαστικό. Ωστόσο, το δουλεύω μέσα στο μυαλό μου και πάντα όταν βαδίζω, έχω ανοιχτά τα μάτια μου για να χαρτογραφώ πιθανά σημεία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως τέτοια στο άμεσο μέλλον.
Μόλις προχθές βρέθηκα ανάμεσα σε πολλούς ιδιότροπους μα και καλαίσθητους τάφους, όμως αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση ήταν το τόσο ψηλοτάβανο οστεοφυλάκιο με τις απειράριθμες θήκες. Ήταν όλες καλογυαλισμένες, όπως τα εργαλεία του οδοντίατρου, ενώ μπροστά από τις περισσότερες αναβόσβηναν κόκκινα φωτάκια-σταυροί που αν τα κοιτούσες πολλή ώρα θα παθαίνες, το δίχως άλλο επιληψία. Οι πιο θλιβερές περιείχαν οστά παιδιών και τις στόλιζαν μικροσκοπικά αρκουδάκια.
Στον κυρίως χώρο, υπήρχαν ιδιαίτερα επιβλητικοί τάφοι - μνημεία. Ανάμεσα τους κι ο τάφος του Χαλεπά, που η Κοιμωμένη του φυλάει το νεκρικό σπίτι μιας δεκαεφτάχρονης κόρης.
Μετρήσαμε πέντε κοιμωμένες στη διάρκεια της βόλτας και η αγαπημένη μου είναι αυτή του Χαλεπά· ίσως επειδή είδα την πνοή να βγαίνει από το μισάνοιχτο στόμα της κόρης και τα κερένια της δάχτυλα παρότι μαρμάρινα, έμοιαζαν σαν μίσχοι τουλιπών.
Ένιωθα μια γαλήνη και μια ανάταση, μια συμφιλίωση, όταν ολοκληρώθηκε η περιήγησή μας που σκέφτηκα κάπως ανορθόδοξα, πως θα μπορούσα να χτίσω νοερά το δωμάτιο αυτό που αναζητώ και σχεδιάζω, πάνω από έναν τάφο!

Γράμμα με έναν παραλήπτη (που δεν θα δοθεί ποτέ.)

Το παρελθόν είναι εκεί που είναι. Συνέβη. Κι αν ακόμα συμβαίνει είναι επειδή οι αναμνήσεις που  μας αφήνουν κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο δυνατές, σαρωτικές σχεδόν, ώστε δεν μπορούμε με τίποτα να προχωρήσουμε μπροστά, να τινάξουμε από τους ώμους την αύρα και την επίδρασή τους. Ο Στέλιος είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Υπέροχος, φωτεινός, δοτικός, μαγικός άνθρωπος. Που αφέθηκε να φύγει από πολλά χέρια, πριν καταλήξει με ελεύθερη βούληση κι όχι από κάποια πλάνη του μυαλού του, στα δικά μου και στις μέρες μας έμειναν αυτά τα χέρια πιο μικρά, να κρατούν ευλαβικά τα λόγια και την εικόνα του. Τη λανθάνουσα εικόνα του. Γιατί αυτό που είχε στο μυαλό του ο κάτοχος (ή οι κάτοχοι) των χεριών για εκείνον, για τον Στέλιο, πρέπει να υψωθεί σε νιοστή δύναμη για να το συλλάβει οποιοδήποτε μυαλό πλέον. 
Μια αγάπη έντεκα χρόνων θρέφεται επαναληπτικά με λέξεις, τελετουργικά, χάδια, αγκαλιές, διαφωνίες. Είναι δύσκολη και μαθαίνει να αντέχει σε πολλές κακουχίες, κυρίως ψυχικές. Μια αγάπη και μια κοινή ζωή έντεκα χρόνων προϋποθέτει πηγαίο σεβασμό. Είναι κι εύκολη πολλές μέρες, γιατί ρέει σαν πηγαίο νερό αβίαστα κι ορμητικά. Όταν δε, γεννιέται ένα πλάσμα από όμορφο και ακατάλυτο, λυσιμελή έρωτα τότε η αγάπη αφορά και λέξεις πιο βέβαιες όπως : εμείς.μαζί.μέχρι.
Η αγάπη γενικά κι αόριστα, ρέει, κυλάει, ποτίζει, ξυπνάει. Η αγάπη η ιδανική, η εξιδανικευμένη ίσως, μας παρακινεί να γράφουμε ακατάληπτα, επειδή η ζωή που ζούμε είναι τρύπια, με κενά που δεν μπορεί να γεμίσει κανένας άνθρωπος που είναι έστω και δίπλα μας, γιατί άθελά μας (ή και με πλήρη συνείδηση) τον συγκρίνουμε με εκείνη την αγάπη. 
Η αγάπη βέβαια για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, όταν δίνεται διαρκώς και αδιάλειπτη, από κοντά, με πράξεις, με δημιουργία, με έρωτα, με στοργή, με πόνο ακόμα, η αγάπη τότε είναι τρανή. Δεν χρειάζεται καμία επιστολή του παρελθόντος να την αποδείξει με πολεμικές ιαχές. Χρειάζεται μόνο αυτά τα αγαπημένα μάτια να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της.
Τα δικά του μάτια, του Στέλιου ανταποκρίνονται τώρα και πάντα σε αυτήν μου την αγάπη. Κάποτε κι επειδή εγώ ήμουν εχθρός μου, λόγω δικών μου άλυτων εσωτερικών ζητημάτων, αναλώθηκα τόσο σε παρελθοντικές στιγμές και συγκρίσεις που με οδήγησαν σε μια βίαιη θλίψη και ωρίμανση. Πια μου είναι ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει λόγος να συγκριθώ και να αντιταχθώ σε όσα ήδη έχουν συμβεί, έχουν υπάρξει σαν παραμύθι, έχουν γίνει αντιληπτά από και μέσα σε ανθρώπους, έπρεπε να τα πολεμήσω όλα αυτά και να βγω νικήτρια σε μια μάχη της φαντασίας μου. Τώρα και μέχρι, γνωρίζω ως τα μύχια της ύπαρξής μου, πως αυτός που με αφορά είναι εδώ, δίπλα μου, φρουρός μου, εγώ φρουρός του, αγαπιόμαστε, μισιόμαστε, ερωτευόμαστε στον δικό μας χωροχρόνο κι αυτό δεν αφορά κανέναν και δεν κινδυνεύει - φυσικά - κι από κανέναν.

Βάλε κι άλλο
λίγα κερασάκια παραπάνω,
λίγο πάγο.

Θα πάνε όλα στο
διαλυμένο στομάχι μας
θα γράφουμε αυθόρμητα κι αυθεντικά
όπως πριν κάποιους αιώνες!

Να γράψουμε με τα μάτια και τα χάδια
με το στόμα και τα φρύδια και τα μαλλιά μας
με τα νύχια και τα δόντια μας

μόνο με τα χέρια να μη γράψουμε
αυτά να τα φυλάξουμε·

τα χέρια μας να είναι για
σφιχταγκαλιάσμα μόνο!

11 χρόνια ζωής

Είσαι υλικό ονείρων
ο ένας που ήρθε για μένα
να με αγαπήσει και να με μισήσει
χωρίς όρια
είσαι ένας ουρανός
με περιβάλλεις και με πλακώνεις
δεν έχω πυξίδα για να δείχνει δρόμους
χωρίς εσένα
το χώμα και το νερό μου
πως θα μπορούσαν
να γίνουν μίγμα
χωρίς αγάπη
Είσαι αυτός που πάντα θα
με δέχεται όπως είμαι,
ετερόκλητη κι αντιφατική,
με βαθιά συναίσθηση του απόλυτου
απόκρυφου συναισθηματος μου
για σένα
Σου φτιάχνω στις όχθες μου ένα ξύλινο,
λιτό, ηλιόλουστο σπίτι
θα μας χτυπάει την πόρτα μόνο
η θάλασσα και οι άνεμοι
Κι εμείς εκεί θα θρεφουμε
την αγάπη μας σαν
πολύτιμο νερό 

ultima volta

Την τελευταία μου μέρα πάνω στη γη
ξαπλωμένη ανάσκελα σε φορείο
δεν αντέδρασα συνειδητά σε τίποτα,
είδα άσχημα πράγματα·
ζωώδεις κραυγές και τραύματα
ένα στόμα να εμέσει μαύρη πίσσα
έναν σωλήνα να βγάζει υγρά από το στομάχι μου
ούρα και έμμηνο αίμα να με λεκιάζουν
οσμές βαθιάς πληγής στο κενό
της μνήμης που βιδώθηκε
στο κρανίο μου, την αγάπη
να αυτοκτονεί μέσα στον οισοφάγο
ενεργό άνθρακα στα χείλια
έναν λευκό γάτο στα πόδια
δύο μέρες έπινα νερό και
δεν ζούσα
(δεν) θυμάμαι να ίπταμαι
(δεν) θυμάμαι άλλη ζωή -
τον παράδεισο;
δεν θυμάμαι κάτι άλλο
από το πουπουλενιο κενό
(άχρωμο/ανάλαφρο/αρραγες/αχανές/
άβυσσος)
ο εαυτός δεν υπήρχε, ήρθε ο φοίνικας ,
η γέννησή μου ξεκίνησε·
ωχρή κάλπασα, ντυμένη
ένα μαλακό, ζεστό σεντόνι
ως την Γεωργία, ως τα βάθη του Σοχούν
κι εκεί την βρήκα,
την γυναίκα ρίζα
και ξύπνησα

απορίες και θεϊκά λάθη

Αν η Μαίρη ήταν τελικά η Θεός
κι όχι απλά η αχραντη παρθένος
θα ψιθύριζε να γεννηθούν
από το σπέρμα του θεου
πολλά μικρά νουφαρα, να ανθίσουν στις λίμνες,
να εκβαλουν μικρά νεραιδακια
σαν άγγελοι - για να μην παρεκκλινουμε τελείως-
ο κάθε άνθρωπος θα είχε
έναν τέτοιο φροντιστή,
να μπορεί να απευθύνεται, να μη νιώθει μοναξιά, να υπάρχει ένα μόνιμο φως
στην ψυχή του κάθε ανθρώπου
κι όταν έρχεται η ώρα του θνησκειν,
να μην υπάρχουν μετάνοιες,
αναστεναγμοι και θλίψη τόση,
μα πια μια γαλήνη και γλυκιά συμφιλίωση πως:
"να! φτάνει όσο ζήσαμε κι ήταν όμορφα"
χωρίς κακία και μίση.
Μα, τα έκανε μαντάρα ο τα πάντα πληρών,
η σοφία του δεν ευδοκιμησε
αφού δεν έδωσε
έναν ικανό ρόλο στη γυναίκα
και στα λοιπά,
πλην του ανδρός,
πλάσματα.

γιορτινό γράμμα

Τινάζουν τα βραβεία και τα ακριβά πληρωμένα κολέγια σαν στάχτη
για όσα δεν κάνουν από τις φτωχές υποσχέσεις, για όσα φέρνουν κόντρα στις ελπίδες που ξεχειλιζουν από εμάς τους αφελείς κι αθώα
αγανακτισμενους ανθρώπους
ευταξια, κανονικότητα προτασσουν,
που βρωμάει σαν
μπαγιάτικο ψάρι·
τα μόνα αντίδοτα, τα χέρια και
οι φωνητικές χορδές μας
Εμείς, αγάπη μου, πνιγομαστε
για να υπαρξουμε σαν οι εαυτες μας
σαν ελεύθερες ατιθασευτες ψυχές
σαν καθαρά δαιμόνια
κι αυτοί οι σιχαμενοι δεν ξέρουν το ελάχιστο από τις ευχές που ξεστομιζουν
χρονιάρες μέρες·
σαμπάνιες, χαβιαροειδη
και μπόνους θα δώσουν για μια χυδαία λαμπρή γιορτή
να γλυκαθουμε, οι αφελείς
νόμισαν αυτά πως μας λείπουν!
Δώστε πίσω το πολίτευμα μας για αρχή,
άγιοι πολιτικοί!
Ύστερα, την ελευθερία να υπαρξουμε ως άνθρωποι
Τέλος, πάρτε ο, τι ανθρώπινο δικό σας
και ξεπλυντε το καλά,
κρεμάστε το εικόνισμα,
γονατιστε,
ζητήστε συγγνώμη
και ριχτείτε στο κενό! 
Κάποια στιγμή κι έπειτα από εμμονικους
κύκλους γύρω από την πλατεία της Ομόνοιας αποφάσισα να σταματήσω, ώστε να γίνει πια ένας απολογισμός. Οι περισσότεροι ασχολήθηκαν με προβλέψεις για τα επερχόμενα πολιτικά, λίγοι επεκτάθηκαν σε κάτι πιο συνταρακτικό από την καθημερινή τους ρουτίνα του καφέ και της επιφανειακής περισυλλογής, η οπτασία του ιδανικού αυτόχειρα (θα ήταν το δίχως άλλο, αν πηδουσε από τα κιγκλιδωματα έπειτα κι από όλη αυτήν την διόλου συναισθηματική, μα αναντιρρητα δημοσιογραφικη βιντεοσκοπικη κάλυψη από τις οθόνες των κινητών τηλεφώνων) μου γνέφει με το αριστερό χέρι σαν τον Πετρουσκα πάνω από τις στέγες των σπιτιών σε ένα μακρινό όραμα, η άστεγη κυρία ποτίζει τις γλάστρες της με ευλάβεια και φροντίδα ανεπιτήδευτα, το παιδί κάνει όμως την κίνηση ματ· ρίχνει το αυτοκινητάκι το κόκκινο, το δευτερόλεπτο ακριβώς πριν ανάψει το κόκκινο, πριν δοθεί το σήμα να παύσουμε όλοι. Το παιδί σταμάτησε τον χρόνο της κανονικότητας και τώρα υφίσταται μόνο ο ποιητικός χρόνος και από δω ξεκινάει η μεταμόρφωση μου σε διαττοντα άγγελο. Από εδώ ως τον ουρανό, ο ουρανός είναι κάτω και βρίθει σύννεφων, θα πέσω στα μαλακά και σαν σε τραμπολινο θα επιστρέψω για να συνεχίσω αλλά πλέον σοφή ως προς τον χρόνο μου που ανήκει στους άλλους.  

Η ρηχότητα του ωροδείκτη

Σκέφτομαι
σαν να είμαστε
ένα μικρό χνουδωτό
αμύγδαλο.
Τρυφερό απ'έξω,
σκληρό, γεμάτο
οπές πιο μέσα, πάλι
τρυφερό και
κρατσανιστό
στον πυρήνα του.
Τα τόσα διαφορετικά
στρώματα θέλουν
ενδελεχή φροντίδα.
Δεν διαθέτω
την υπομονή και
επιμονή όλες τις μέρες
για κάτι τέτοιο.
Έντεκα χρόνια
είναι το ένα τρίτο και
κάτι, της μέχρι τώρα
ζωής μου.Έχεις δει
όλες μου τις πτυχές,
όλες μου τις εκφάνσεις;
Με διάλεξες;
Απορώ ακόμα
για τα χρόνια που
πέρασαν. 
Στην Πορτογαλία ένας Ζοάο αναβόσβησε το φως που υπήρχε μέσα στο καπέλο του βιτρό που κρεμόταν πάνω από το στρογγυλό τραπέζι όπου έτρωγε εκείνος και η σενιορίτα που τύγχανε αγαπημένη φίλη μου μια φορά κι έναν καιρό και φτιάχναμε μαζί βιτρό καθρέφτη με γυαλάκια μικρά χρωματιστά ενώ το σπίτι μύριζε νόστιμο και ήταν φορτωμένο προσδοκίες μα κυρίως μοναξιά εκείνη την εποχή που εγώ δεν μπορούσα να διώξω ή να παρηγορήσω τη φίλη μου ευτυχώς όλα αυτά άλλαξαν μα δεν ήμουν εκεί για να τα ζήσω αφού η απόσταση επήλθε σαν σπαθί να μας κόψει στα δύο ήμουν το λιονταράκι της κι εκείνη η αδερφή που απόκτησα μέσα σε ένα βράδυ αν τώρα ήταν δίπλα μου θα της έλεγα πως το πιο μαλακό στρώμα το πιο ξεκούραστο κι αφράτο είναι τα μάγουλα της κόρης μου κι αν θέλει να έρθει να ξεκουραστεί από το βάσανο και την αγωνία που μεγάλωνε ανάμεσα στα φρύδια της δεν είναι εδώ πια δεν είμαστε φίλες αφού το αδιανόητο έγινε κατανοητό και οριστικό σαν τέλος σαν τάφος ο δικός της τάφος που δεν έχω ακόμα επισκεφτεί ενώ έχω τις συντεταγμένες και δεν το έχω κάνει συνειδητά επειδή θέλω να πιστεύω πως απλώς ζει κάπου στο εξωτερικό και πια δεν μιλάμε δεν μιλάμε με τη φίλη μου που υπήρξε για χρόνια αδερφή μου και θα ήθελα μαζί με τις φωτογραφίες να είχα μια τούφα από τα χάλκινα μαλλιά της καθώς και να στόλιζα το δάχτυλό μου με το βαρύ της δαχτυλίδι υπενθυμιση· 

Στην παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής

Τρεις επίτιμοι προσκεκλημένοι:
Ο ένας γνέθει τις λέξεις 
Ο άλλος ξετυλίγει φράσεις 
Κι ο τελευταίος μου 
κόβει τη γλώσσα 
πριν προλάβω να βγάλω κιχ! 

Τώρα διαμαρτύρομαι μόνο
γραπτώς.

Οι "κριτικοί" ενδεχομένως
να ασκούν καλή κριτική· 
το μολύβι μου
έχει πάρει φωτιά.

Η ποίηση είναι η έξη μου 
Χωρίς αυτήν είμαι 
οριζόντια. 

οδοφράγματα


Πόσες ψυχούλες βάλατε
στο πιεστήριο;
τι μεθόδους χρησιμοποιήσατε
και πόση πίεση ασκήθηκε;
Θέλω να πω, σαφώς, η δυσκολία
στην εκάστοτε ψυχή έγκειται· 
από πόσες τρίχες
την τραβήξατε για να 'ρθει;
Τι πόνος μεσολάβησε
σαν άλλος αγγελιαφόρος
για να τεθούν κάτω
από τέτοιες δυνάμεις
τα μυχια;
Αν δεν έχετε απαντήσεις
δεν έχω καμία δουλειά
εδώ.
Οι κάλπες στήνονται για
ευνόητους λόγους·
όπως και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Η τρομοκρατική δημοκρατία σας
ξεχύνεται σαν βόθρος στην άσφαλτο
Πνίγομαι στο λίκνο που την ανατρέφει
Κι ο Παρθενώνας σαν να μου κλείνει
με χρησμό, το μάτι:
"καιρός για επανάσταση"
ουριος δεν θα φυσήξει ποτέ,
οι καναπέδες πρέπει να σαπίσουν,
το βάρος μας να στηριχτεί καλά
στα γόνατα.
Τόσες τα κατάφεραν πριν
από εμάς.

Satantango

Το νησί είναι ένα θέμα.
Ένας τόπος.
Ένας μη τόπος που πάντα (μα πάντα) 
θα συναντιομαστε! 
Εκεί θα βρίσκει τους παλιούς αγαπημένους 
παντρεμένους· 
ο ένας με μια καχεκτική και τρυφερή ποιήτρια όπως εγώ, 
ο άλλος με μια αλλογλωσση, 
πανέξυπνη γυναίκα
και στις δύο θα έχει αλλεργία
και θα αναρωτιέται αν είναι
copie conforme!  
Ή, ή ζητήματα τύχης
Εμείς θα πίνουμε μαζεμένοι σε πλατείες
γιορτάζοντας σε φεστιβάλ, 
γάμους και απλές συγκυρίες
Κι αυτό δεν θα έχει θέση
δίπλα μας ή άλλου
πάρα μόνο στα πέταλα τα σκουριασμένα 
που το έτρεξαν ως εδώ
για να επιβεβαιώσει το απλό, 
ξεχασμένο δώρο του να ανήκει
στο παρελθόν


Η περίμετρος του πόνου σε τι μετριέται;
Υπάρχουν μονάδες· είναι άχρηστες
Οι τρίχες που ορθωνονται
αλλόκοτα μικρά γιαταγανια
Θα σου τα ψιθυρισουν όλα·
Αρκεί να ακούς, να θες
να ακούς, να θες
γιατί ο πόνος συμμετέχει
σε αυτό το αόρατο που ψάχνεις
μέσα στον κάθε αγαπημένο
και η ετοιμότητα αμφιβάλλει

fuga

Φορές περιμένεις να βγει ένα χέρι από την κοιλιά
να στηριχτεί στις κλείδες σου - λαβή μονόζυγου
να σε γυρίσει μέσα έξω,
να πάθεις επαφή με τα έσω : κοίταγμα ενδόμυχο και
όταν σιχαθείς, δεν αντέχεις
να μην έχεις με τίποτα να σετάρεις
το γλοιώδες
αυθεντικό
υπαρκτό τέρας
που είσαι
όταν, λοιπόν, σιχαθείς
πνίγεσαι σε μια γουλιά old fashioned
στο ποτήρι το χαραγμένο με διαμάντι
που κάνει ήχο βροντερό
σαν το μέταλλο της καμπάνας
στην κηδεία αυτού που περιμένεις -
ο φόβος σου πως θα γεράσεις, θα φθαρείς
αυτός σου ψήνει το μυαλό
και η ηλεκτρική καρέκλα στήνεται από αυτόν και μόνο!
μην αυταπατάσαι : το μαλλί σου δε μυρίζει καμένο
από τη μηχανή της περμανάντ
-οι ιδέες σου φταίνε-
σαν εσένα, κοιτάζονται στον καθρέφτη
και κλαίνε!





Life is
a lightleak
on a photograph. 

Ο κήπος είναι πιο φιλόξενος τώρα


Η Νίνα αρρώστησε βαριά
την πρόλαβαν ίσα - ίσα
για να την ανακουφίσουν

Ύστερα, κοιμήθηκε έναν
φρικώδη ύπνο·
έτρεχε στον ύπνο κι έβγαζε
κραυγές και σάλια
κατέληξε με παράλυτα πόδια 

το πόρισμα γεννήθηκε
το επόμενο πρωί
ένας καλός θάνατος
θα την έσωζε

Τώρα, είναι πλυμένη και
θαμμένη πλάι
στα άλλα ζωντανά
Το στιλπνό, καφέ δέρμα λιώνει
κρύωσε κι έμεινε άκαμπτο

Δεν πρόλαβα να 
αντικρύσω ένα τελευταίο, 
απλό της βλέμμα ή 
μια γλυψιά δεν μου πρόλαβε 
στο πρόσωπο 

Είναι κόστος 
ένας εκ του μακρώθεν
αποχαιρετισμός και ήθελα 
μια χούφτα χώμα να είχα 
προσφέρει 



Επίλογοι


Ο μπαμπάς μετράει : 

ένας ο Νικήτας
δύο η Βίβιαν
τρεις ο Leon

Έτσι μετρούσε
κι ο παππούς

και οι κύκλοι
-πάντα-
έχασκαν
τόσοδά

πριν κλείσουν.


Μαμά, δεν ακούγεσαι καλά
-Ναι, μετακινούμαι κι όταν κουνιέσαι
χάνεται το σήμα..
-Μαμά, πριν χαθούμε θα ήθελα να σου πω
πολλά
-Ναι, πριν χαθεί το σήμα. Φυσάει εκεί;
-Κόντεψα να πνιγώ και να πεθάνω, μαμά
-Τόσο πολύς αέρας... Είδες τα μελτεμια!
-Μου συμβαίνουν καιρό τώρα αυτά τα μελτεμια
-Πιάνουν από μέσα του Ιούλη και...
-Εμένα με βρήκαν τον τελευταίο μήνα
της άνοιξης και με τσάκισαν.
-Να πας στο γιατρό. Κι αν βήχεις να
σου γραψει συνταγή. 
-Ναι, μαμά. Απλώς, να, δεν με σηκώνει ο τόπος. .
-Δεν σ'ακουω! Θα μου καεί κι ο μουσακάς!
-Πήγαινε μαμά!
Θα μιλήσουμε πριν χαθούμε

τραυματισμενο χαικου



Αυτοί που θέλησαν
σταλιά τόλμη
δεν χρειάστηκαν.

curriculum vitae


Είναι κάπως χαλασμένη όχι
το πρότυπο μιας ομορφιάς που
θα 'θελε κάνεις να έχει 
δίπλα του.
φωλιασε από νωρίς
μέσα σε θρόνο
η σκοτεινιά και
μια ρευστή αίσθηση λύπης 
καταστρέφει ό, τι όμορφο
του μεταγγίζει θλίψη
Κι έπειτα λυπάται
αλλά είναι αργά.

Κάθαρση



Έδωσα την καρδιά στο παιδί
το μυαλό σε εσένα,
να το επιδιόρθωσεις και
τα κόκαλα στη μανούλα μου
να τα πλυνει με λάδι και κρασί

Τα μαλλιά, τα μαλλιά μου
Τα ξυρισα και τα σκορπισα
μνεία στον έρωτά μας
τάμα στην ποίηση

Ανάλαφρη και αχραντη
δεν άφησα πατημασιές,
τίποτα ορατό από
άνθρωπο

η άμμος θροιζε
την ώρα που η ψυχή μου
χανοταν·
την εγλειφε
η θαλερη λιβυκη
θάλασσα.

mitsein


σαν να μεγαλώναμε μαζί, εμείς
βγήκαμε από κέλυφος δαιδαλώδες ,
μου φύτεψες ιδέες
μέσα στην κοιλιά
κι έχω κάμποσες μέρες,
που μαζί με τις δικές μου
τις μεγαλώνω με φροντίδα
και υπομονή
τα μάτια και τα όλα σου
είναι φυλαγμένα
κλωτσάνε κάθε τόσο
κι ονειρεύονται
όταν ακουμπάς το κεφάλι
εδώ
δεν μετανιώνω τίποτα.

Για βούλωσε το, Σαμ!



Ναι, επιτέλους, Σαμ
μυξοκλαις, παραπονιεσαι
για τη ζέστη, το λειψό σου φαΐ
το λειψό σου νερό
και το ανύπαρκτο
χάδι.

Στο κάτω-κάτω τι είσαι Σαμ;
μια φαντασία ασπρόμαυρη 
στο ύψος μας δεν

θα φτάσεις ποτέ

αφού μόνο χάδια ξέρεις
να ζητάς άθλιο
ζωντανό!


πονάει η αριστερή μου πλευρά σαν να έχει απιθωθει ένας τεράστιος μαύρος σκύλος πάνω της ή ακόμα πιο παραστατικά ένας ελέφαντας που όμως δεν τολμώ να κουνήσω για να μην ενοχληθεί, ένας ελέφαντας που στέκεται ακίνητος.
Η αγάπη κοιμάται εξαντλημένη στα αριστερά με ανακούφιση που το κακό ξορκιστηκε μαζί με τον αέρα του κλιματιστικου.
"δεν θα το ξανακάνεις, ε;" 
Γραφω κι αναρωτιέμαι γιατί ο σταυρός να είναι ερυθρός και πως οι εικόνες σε κάθε δωμάτιο είναι εξωφρενικά έξυπνο installation αν το καλόσκεφτούμε. Σιχάθηκα βέβαια να ρίξω μια ματιά της προκοπής στο Άγιο βιβλίο αλλά αυτό είναι μια πιο προσωπική υπόθεση που εδώ που τα λέμε δεν χρήζει ιδιαιτερης ανάλυσης. Σε όλο τον όροφο εγώ μόνο ρίχνω τον μέσο όρο ηλικίας. Τα λευκοπλαστ συγκρατούν σωληνάκια στις μύτες των γυναικών. Είναι τόσες πολλές και είναι όλες γιαγιάδες μου. Θέλω να τις φροντίσω όλες λίγο πριν φύγουν οριστικά. Αλλά ενώ θέλω, δεν μπορώ τίποτα· ούτε ενα ποτήρι νερό να προσφέρω, ούτε καν να ξυπνήσω την κυρία Σταματίνα από το λήθαργο.
Είναι σχεδόν όλα ανακουφιστικα λευκά, τα σεντόνια, τα μάτια τους, τα πρόσωπα τους. Λευκά σε βαθμό εξαΰλωσης. Κι είναι καπως κωμικοτραγικο αυτό αν σκεφτούμε πως από την εξαΰλωση προσπαθούν όλοι εδώ να μας προφυλαξουν.[...] 

"Χαίρομαι πάντως που σε φίλησα ξανά."

χαίρομαι κι εγώ
χαίρομαι που γαμηθήκαμε 
παράφορα
σαν πρώτη φορά και τελευταία μαζί 
Θα σου έλεγα όλες τις χυδαίες μου λέξεις
μαζεμένες 
τώρα που ο θάνατος ξεπεράστηκε
και βαριανασαίνει λειψός 
η όρασή μου είναι τόσο ξεκάθαρη
τόσο κρυστάλλινη και διαυγής

Αγάπη είναι:
τρυφερά φιλιά
σε κοιμισμένα μάγουλα
δοσμένα σαν
οριστικά τελευταία.

Τι κακό σου έκανα και πως με μια χούφτα χαλικάκια κατάφερα να διαλύσω τη βεβαιότητά σου

Δεν θα πηγαίνεις πια αμέριμνος
στα ταξίδια σου, τα επαγγελματικά
Ο νους σου θα΄ναι εδώ
η μνήμη και η καρδιά σου μέσα μου
Τα χαλίκια είναι η υπενθύμιση

Όσο οι όρκοι μας 
τόσο σημαντικό
όσο ο γάμος μας
τελεσίδικο

είσαι για πάντα δικός μου
χωρίς απαιτήσεις
χωρίς υποταγή είμαι
για πάντα δική σου

Ένας μοντέρνος Ρωμαίος
μια σύγχρονη Ιουλιέτα
Κοίτα να δείς, 
πόσοι ύμνοι
θα γραφτούν για μας και
τη σπάνια αγάπη μας, μωρό μου

πορεύσου και μη φοβάσαι



δεν γνωρίστηκαν ποτέ
δεν υπήρξαν σαν κάτι ζωντανό
η μια για την άλλη
μόνο κάτι ηλεκτρικό
χύθηκε στα χέρια εκείνη
την καυτή μέρα

Νόμιζε πως δεν πρόδωσε τίποτα
αλλά ο μορφασμός της την ασχήμηνε

θεώρησε πως με ύφος δικαστή
θα εξέδιδε τελεσίδικη
κατηγορία

κι ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν,
οι άνθρωποι του κενού,
-αυτοί που για λίγο υπήρξαν οικείοι-
στάθηκαν απέναντι
με μειδίαμα σαν
από μια Τζοκόντα παρμένο
και αγκίστρια κοροϊδευτικά
από εκείνη φτιαγμένα

όσα δίνει απλόχερα
επιστρέφονται
στην μορφή που τα έδωσε

-έτσι ξέρω

Αν η μία είναι ο Πικάσο
η άλλη  είμαι ο Μοντιλιάνι.
μίμηση καμία
ταύτιση ανύπαρκτη