Σελίδες


Η περίμετρος του πόνου σε τι μετριέται;
Υπάρχουν μονάδες· είναι άχρηστες
Οι τρίχες που ορθωνονται
αλλόκοτα μικρά γιαταγανια
Θα σου τα ψιθυρισουν όλα·
Αρκεί να ακούς, να θες
να ακούς, να θες
γιατί ο πόνος συμμετέχει
σε αυτό το αόρατο που ψάχνεις
μέσα στον κάθε αγαπημένο
και η ετοιμότητα αμφιβάλλει

fuga

Φορές περιμένεις να βγει ένα χέρι από την κοιλιά
να στηριχτεί στις κλείδες σου - λαβή μονόζυγου
να σε γυρίσει μέσα έξω,
να πάθεις επαφή με τα έσω : κοίταγμα ενδόμυχο και
όταν σιχαθείς, δεν αντέχεις
να μην έχεις με τίποτα να σετάρεις
το γλοιώδες
αυθεντικό
υπαρκτό τέρας
που είσαι
όταν, λοιπόν, σιχαθείς
πνίγεσαι σε μια γουλιά old fashioned
στο ποτήρι το χαραγμένο με διαμάντι
που κάνει ήχο βροντερό
σαν το μέταλλο της καμπάνας
στην κηδεία αυτού που περιμένεις -
ο φόβος σου πως θα γεράσεις, θα φθαρείς
αυτός σου ψήνει το μυαλό
και η ηλεκτρική καρέκλα στήνεται από αυτόν και μόνο!
μην αυταπατάσαι : το μαλλί σου δε μυρίζει καμένο
από τη μηχανή της περμανάντ
-οι ιδέες σου φταίνε-
σαν εσένα, κοιτάζονται στον καθρέφτη
και κλαίνε!





Ο γελαστός πόνος


Το 'χα πει πως δεν ξαναπερνάω 
Αύγουστο στην πόλη αυτή
η γκρίζα ζέστη χύνεται σαν
αίμα ανάμεσα στα σκέλια 

ο ψαρομαλλης στο τραπέζι
τσιμπάει τηγανητές πατάτες, 
γελάει, γελάει με τον πόνο,
-το πόδι μου μπλε-
ο αστραγάλος διεστραμμένος και
κουβαλάω βαλίτσα μωβ
δυο χιλιόμετρα 
ως την εκκλησία
ως το ρετιρέ του πέμπτου
είμαι μόνη όπως 

Στο κάθε ταξι που με φέρνει 
από δύσκολες ώρες
Στο κάθε σωτήριο ταξί που μοιάζει 
να κυλάει
σε ράγες ηλιου, χωρίς αντίσταση
και να με φέρει μέσα σε 
σαπουνοφουσκα


Life is
a lightleak
on a photograph. 

Η μυρωδιά του νοσοκομείου



Νιώθω μια δυσεύρετη οικειότητα
όταν μπαίνω σε νοσοκομεία.
Η ψυχίατρος θα εστίαζε σε μακρινές
μνήμες και θα είχε δίκιο· 

κάθε μεσημέρι, μετά το σχολείο,
ανηφοριζα τον δρόμο όπου τώρα
βρίσκεται  το τελευταίο μας σπίτι
Αν η μαμά είχε δουλειά,
έπρεπε να περιμένω. 

Θυμάμαι τις νοσοκόμες,
έμοιαζαν με γιαγιάδες
ντυμένες στα λευκά, πάντα
με φίλευαν κομπόστα ροδάκινο και
αφράτο ψωμί με μέλι· 

έπαιζα με σύριγγες και ουροσυλλεκτες
Βολταρα ανενόχλητο στους φωτεινούς
αεροδιαδρομους, ανυποψίαστο
για πόνο ή θάνατο. 

Εξαργυρωνα την παιδικότητα
με ελευθερία σαν να ήξερα
πόσο ανάγκη
την έχω τώρα.

(*Όλα αυτά σε κάποιον που φοβάται την ιδέα και μόνο της αρρώστιας, πόσο μάλλον του τερματισμού της ζωής, άρα και του τόπου που την φιλοξενεί σε αυτά τα ύστατα στάδια, ακούγονται ετερόκλητα και μάλλον ακατάλληλα για συνθήκες ζωής ενός παιδιού του δημοτικού σχολείου. Μα εγώ, ευτυχώς, δεν υπήρξα άρρωστη. Απλώς ο μπαμπάς μου ήταν γιατρός και η μαμά μου νοσηλεύτρια. Ήταν πάντα εκεί και ένιωθα εύλογα πως ο τόπος αυτός ήταν κάτι σαν σπίτι. Ετσι την τελευταία φορά που επισκέφτηκα το νοσοκομείο, αν και δεν έχω απόλυτη συνείδηση των γεγονότων, πίστευα πως σαν σκιες στέκονταν κι αυτός κι αυτή, φροντιστικες φιγούρες, ανάμεσα σε όσους μου μίλησαν και με γιατρεψαν τότε. Κι αυτό ήταν κάτι παρήγορο. )

Η φίλη μου


Η φίλη μου έχει όνομα 
επαναστατικό κι αλλόκοτο 
μοιάζει με μάτι το όνομά της
μοιάζουν με ουρανό τα μάτια της
και με ιδέες δροσερές ο ουρανός
που φέρει πάντοτε μαζί της
ξεκίνησε από ένα ασημένιο κάστρο 
κουβαλώντας στερεότυπα, 
ενοχές σκέψεις και πόνο· 
όλα τώρα τα χωνεύει, 
στη θέση τους ανθίζουν
λέξεις, εικόνες, εκείνη

Ο κήπος είναι πιο φιλόξενος τώρα


Η Νίνα αρρώστησε βαριά
την πρόλαβαν ίσα - ίσα
για να την ανακουφισουν

Ύστερα κοιμήθηκε έναν
φρικωδη ύπνο·
έτρεχε στον ύπνο κι έβγαζε
κραυγές και σάλια

το πόρισμα γεννήθηκε
το επόμενο πρωί
ένας καλός θάνατος
θα την έσωζε

Τώρα, είναι πλυμμενη και
θαμμένη πλάι
στα άλλα ζωντανά
Το στιλπνο, καφέ δέρμα λιώνει
κρυωσε κι έμεινε άκαμπτο


Το κάψιμο στο θώρακα

Κάνεις δεν θα σου εξηγήσει
σωστά
αυτό το κάψιμο
απόπειρα κάνω·
στο πλάτωμα κάτω
απ'το λαιμό που
συγκρατούν οι κλείδες
πολλές πυρωμενες καρφίτσες
ασήμια στοχαστικά
τοποθετημένα
μπηγμενοι πασσαλοι σε
αφράτο χώμα·
έτσι στέκεται
ο πόνος, ρέει σαν
καυτό μέλι μαζί με
ταραχή και ταχυκαρδία




Επίλογοι


Ο μπαμπάς μετράει : 

ένας ο Νικήτας
δύο η Βίβιαν
τρεις ο Leon

Έτσι μετρούσε
κι ο παππούς

και οι κύκλοι
-πάντα-
έχασκαν
τόσοδά

πριν κλείσουν.


Μαμά, δεν ακούγεσαι καλά
-Ναι, μετακινούμαι κι όταν κουνιέσαι
χάνεται το σήμα..
-Μαμά, πριν χαθούμε θα ήθελα να σου πω
πολλά
-Ναι, πριν χαθεί το σήμα. Φυσάει εκεί;
-Κόντεψα να πνιγώ και να πεθάνω, μαμά
-Τόσο πολύς αέρας... Είδες τα μελτεμια!
-Μου συμβαίνουν καιρό τώρα αυτά τα μελτεμια
-Πιάνουν από μέσα του Ιούλη και...
-Εμένα με βρήκαν τον τελευταίο μήνα
της άνοιξης και με τσάκισαν.
-Να πας στο γιατρό. Κι αν βήχεις να
σου γραψει ceclor. Των πεντακοσιων.
-Ναι, μαμά. Απλώς, να, δεν με σηκώνει ο τόπος. .
-Δεν σ'ακουω! Θα μου καεί κι ο μουσακάς!
-Πήγαινε μαμά!
Θα μιλήσουμε πριν χαθούμε


Έχετε σκεφτεί πως θα 'τανε
η ποίηση αν τη διαβάζανε
με στόμφο και λαγνεια
στα στριπτιτζαδικα;

Αν αφορούσε παραπάνω
από πολλούς κι αν
ξεχυνοτανε ορμητικα σε
καταγωγια και σκοτεινά
ανάκτορα;
Αν γινόταν παντιερα
και κυριαρχούσε αντί για
τις λέξεις προκάτ των ειδήσεων;

Αν οι λέξεις οι ποιητικές τρύπωναν και
πονουσαν στιγμιαία σαν αφύπνιση
αντί για τα άρθρα του συνταγματος και το
πάτερ ημών;

Αν γινόταν τυμβος στον
πεζόδρομο της Γλαδστωνος
να μας θυμίζει τι σημαίνει
επιθανάτιος ρόγχος μέρα μεσημέρι
μπροστά στα μάτια όλων;

Έχετε σκεφτεί γιατί αξίζει
να παιδεύεσαι να βγάλεις
έναν ρημαδιασμενο στίχο
για τον έρωτα τον εικοστό
πρώτο αιώνα; Τον έρωτα
τον λυσιμελη και ακαταλυτο
που τώρα και πάντα μας παιδεύει;

Αν τίποτα από όλα αυτά
δεν σκεφτήκατε
τότε το νόημα ερρίφθη
στο κενό
με σαλτο μορταλε.

Δεκαπενταυγουστος στη Ρώμη



Άδεια Ρώμη
όπως
άδεια Αθήνα•
η χαρά των τουριστών.
Βαδίζουμε αργόσυρτα  
στις όχθες του Τίβερη,
λιαζόμαστε

Ο ήλιος μας αποχαυνώνει

αγοράζουμε άχρηστα,
σημαντικά μικροπράγματα :
μαγνητάκια για το ψυγείο,
περικεφαλαία μπρελόκ,
σκαλισμένο Ινδιάνο σε ξύλο,
ολόφρεσκο tiramisu

φρέσκο το φιλί σου

αυτές είναι οι κατεψυγμένες
αναμνήσεις που ' χω
από εσένα

μαζί με:
τα σκισμένα αεροπορικά
τα κουφέτα
από το πρώτο
μνημόσυνο

έμεινες
για πάντα
εικοσιτρία

κι εγώ
έγινα 
μαμά.

τραυματισμενο χαικου



Αυτοί που θέλησαν
σταλιά τόλμη
δεν χρειάστηκαν.

curriculum vitae


Είναι κάπως χαλασμένη όχι
το πρότυπο μιας ομορφιάς που
θα 'θελε κάνεις να έχει 
δίπλα του.
φωλιασε από νωρίς
μέσα σε θρόνο
η σκοτεινιά και
μια ρευστή αίσθηση λύπης 
καταστρέφει ό, τι όμορφο
του μεταγγίζει θλίψη
Κι έπειτα λυπάται
αλλά είναι αργά.

Κάθαρση



Έδωσα την καρδιά στο παιδί
το μυαλό σε εσένα,
να το επιδιόρθωσεις και
τα κόκαλα στη μανούλα μου
να τα πλυνει με λάδι και κρασί

Τα μαλλιά, τα μαλλιά μου
Τα ξυρισα και τα σκορπισα
μνεία στον έρωτά μας
τάμα στην ποίηση

Ανάλαφρη και αχραντη
δεν άφησα πατημασιές,
τίποτα ορατό από
άνθρωπο

η άμμος θροιζε
την ώρα που η ψυχή μου
χανοταν·
την εγλειφε
η θαλερη λιβυκη
θάλασσα.

mitsein


σαν να μεγαλώναμε μαζί, εμείς
βγήκαμε από κέλυφος δαιδαλώδες ,
μου φύτεψες ιδέες
μέσα στην κοιλιά
κι έχω κάμποσες μέρες,
που μαζί με τις δικές μου
τις μεγαλώνω με φροντίδα
και υπομονή
τα μάτια και τα όλα σου
είναι φυλαγμένα
κλωτσάνε κάθε τόσο
κι ονειρεύονται
όταν ακουμπάς το κεφάλι
εδώ
δεν μετανιώνω τίποτα.

Για βούλωσε το, Σαμ!



Ναι, επιτέλους, Σαμ
μυξοκλαις, παραπονιεσαι
για τη ζέστη, το λειψό σου φαΐ
το λειψό σου νερό
και το ανύπαρκτο
χάδι.

Στο κάτω-κάτω τι είσαι Σαμ;
μια φαντασία ασπρόμαυρη 
στο ύψος μας δεν

θα φτάσεις ποτέ

αφού μόνο χάδια ξέρεις
να ζητάς άθλιο
ζωντανό!

Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα



Θα έδειχνε την τέχνη του
να ανοίγεις το στόμα
εκτοξεύοντας πέτρες,
αναρχία, εξέγερση.
Αν ζούσε, θα έκανε
πάνω-κάτω την Πατησίων
Με ένα γαλάζιο νυχτικο και
ξεπλυμενο Πρόσωπο
από τα δάκρυα για την κατάντια μας
Θα έσπασαν οι βιτρίνες
Με κάθε της στίχο
Θα φιμωνονταν οι φασίστες,
με κάθε νεύμα·
Τα κατακάθια θα βολεύονταν
μια χαρά
στον υπόνομοαντί για
τα εξουσιαστικα έδρανα
οι τίποτενιοι φονιάδες εύθραυστων
και θαρραλεων ψυχών
θα σαπιζαν φυλακισμένοι.
Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα,
η Αθήνα θα ήταν
μια πόλη
λυτρωμενη, οι υποκριτές
όλοι
θα κρύβονταν στις μισερες
τρύπες
ηττημένοι.


πονάει η αριστερή μου πλευρά σαν να έχει απιθωθει ένας τεράστιος μαύρος σκύλος πάνω της ή ακόμα πιο παραστατικά ένας ελέφαντας που όμως δεν τολμώ να κουνήσω για να μην ενοχληθεί, ένας ελέφαντας που στέκεται ακίνητος.
Η αγάπη κοιμάται εξαντλημένη στα αριστερά με ανακούφιση που το κακό ξορκιστηκε μαζί με τον αέρα του κλιματιστικου.
"δεν θα το ξανακάνεις, ε;" 
Γραφω κι αναρωτιέμαι γιατί ο σταυρός να είναι ερυθρός και πως οι εικόνες σε κάθε δωμάτιο είναι εξωφρενικά έξυπνο installation αν το καλόσκεφτούμε. Σιχάθηκα βέβαια να ρίξω μια ματιά της προκοπής στο Άγιο βιβλίο αλλά αυτό είναι μια πιο προσωπική υπόθεση που εδώ που τα λέμε δεν χρήζει ιδιαιτερης ανάλυσης. Σε όλο τον όροφο εγώ μόνο ρίχνω τον μέσο όρο ηλικίας. Τα λευκοπλαστ συγκρατούν σωληνάκια στις μύτες των γυναικών. Είναι τόσες πολλές και είναι όλες γιαγιάδες μου. Θέλω να τις φροντίσω όλες λίγο πριν φύγουν οριστικά. Αλλά ενώ θέλω, δεν μπορώ τίποτα· ούτε ενα ποτήρι νερό να προσφέρω, ούτε καν να ξυπνήσω την κυρία Σταματίνα από το λήθαργο.
Είναι σχεδόν όλα ανακουφιστικα λευκά, τα σεντόνια, τα μάτια τους, τα πρόσωπα τους. Λευκά σε βαθμό εξαΰλωσης. Κι είναι καπως κωμικοτραγικο αυτό αν σκεφτούμε πως από την εξαΰλωση προσπαθούν όλοι εδώ να μας προφυλαξουν.[...] 

"Χαίρομαι πάντως που σε φίλησα ξανά."

χαίρομαι κι εγώ
χαίρομαι που γαμηθήκαμε 
παράφορα
σαν πρώτη φορά και τελευταία μαζί 
Θα σου έλεγα όλες τις χυδαίες μου λέξεις
μαζεμένες 
τώρα που ο θάνατος ξεπεράστηκε
και βαριανασαίνει λειψός 
η όρασή μου είναι τόσο ξεκάθαρη
τόσο κρυστάλλινη και διαυγής

Αγάπη είναι:
τρυφερά φιλιά
σε κοιμισμένα μάγουλα
δοσμένα σαν
οριστικά τελευταία.

Τι κακό σου έκανα και πως με μια χούφτα χαλικάκια κατάφερα να διαλύσω τη βεβαιότητά σου

Δεν θα πηγαίνεις πια αμέριμνος
στα ταξίδια σου, τα επαγγελματικά
Ο νους σου θα΄ναι εδώ
η μνήμη και η καρδιά σου μέσα μου
Τα χαλίκια είναι η υπενθύμιση

Όσο οι όρκοι μας 
τόσο σημαντικό
όσο ο γάμος μας
τελεσίδικο

είσαι για πάντα δικός μου
χωρίς απαιτήσεις
χωρίς υποταγή είμαι
για πάντα δική σου

Ένας μοντέρνος Ρωμαίος
μια σύγχρονη Ιουλιέτα
Κοίτα να δείς, 
πόσοι ύμνοι
θα γραφτούν για μας και
τη σπάνια αγάπη μας, μωρό μου
Ο άντρας που στέκεται δίπλα μου υπάρχει εδώ και μια ενδεκαετία στο πλάι μου. Για την ακρίβεια από τον μαύρο Δεκέμβρη του 2008. Από τότε που καιγόταν η Αθήνα, καίγονταν οι ψυχές μας, έσπαγαν οι τζαμαρίες - τι τρομερός ήχος και τι ταυτόχρονη ανακούφιση- με σηκώνει ψηλά αγκαλιά για να δω τα καμμένα, βόλτα στην Ερμού που μυρίζει δακρυγόνα, βόλτα στη Μεσολογγίου που μυρίζει αίμα. Για πρώτη φορά στα χρόνια μου πάλλεται η Αθήνα.
Από τότε λοιπόν είμαστε μαζί εκείνος κι εγώ. Απο τότε που το σπίτι ήταν μικρό, το μοναδικό του δωμάτιο είχε σκούρο μπλε ταβάνι και τα υπόλοιπα μαύρα μαρμάρινα πατώματα. Το σπίτι - δεν γελάστηκα ποτέ - μύριζε μια σπάνια μυρωδιά ανάμνησης. Από αυτές που όταν είσαι 20 και 25 χρονών θες να έχεις στη ζωή σου μα ξέρεις πως δεν είναι προορισμένες να κρατήσουν για πάντα. Προσπαθούσε να επαναλάβει τα πάντα. Κι εγώ τον έβλεπα πως πονούσε. Με τον καιρό άρχισα κι εγώ να γεμίζω από άσχημα συναισθήματα. Από αυτά που αραχνιάζουν μέσα μας. Γέμισα πολλές ανασφάλειες που κανένας δεν μπορούσε να αντικρούσει παρα μόνον έγώ, αλλά τότε δεν υπήρξα αρκετά δυνατή για να το κάνω. οι καναπέδες που με φιλοξένησαν , οι δερμάτινες πολυθρονες των γιατρών άκουσαν πολλά και είδαν μια πληγωμένη καρδιά που τα συσχέτιζε όλα με τον χαμό ενός αγαπημένου και τα διαστρέβλωνε όλα με αυτήν τη σκέψη. Τα χρόνια τα δύσκολα πέρασαν. Η ζωή μου με τον άντρα ομόρφυνε και άλλαξε, έγινε δική μας. Το σπίτι έγινε δικό μας. Με τα χρόνια ακόμα περισσότερ αφού γκρεμίστηκε για να χωρέσει κι άλλον ένα άνθρωπο. Οι μυρωδιές ατόνισαν τόσο που δεν είναι γνώριμες πια. 
Η αρχή μας είναι φρέσκια σαν το άρωμα ενός μοσχολέμονου ή μιας μοναδικής τουλίπας. Ο έρωτας πλάθεται με πολλές μορφές που του δίνουμε κάθε τόσο. Μετασχηματίζεται σε ένα αλώβητο ζωντανό υλικό που υπάρχει στο στομάχι μας διαρκώς. Σαν ενεργός άνθρακας, σαν λάβα που κοχλάζει και μας δίνει το πρόσταγμα για ζωή.

πορεύσου και μη φοβάσαι



δεν γνωρίστηκαν ποτέ
δεν υπήρξαν σαν κάτι ζωντανό
η μια για την άλλη
μόνο το μίσος
χύθηκε στα χέρια εκείνη
την καυτή μέρα

Νόμιζε πως δεν πρόδωσε τίποτα
αλλά ο μορφασμός της την ασχήμηνε

θεώρησε πως με ύφος δικαστή
θα εξέδιδε τελεσίδικη
κατηγορία

κι ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν,
οι άνθρωποι του κενού,
-αυτοί που για λίγο υπήρξαν οικείοι-
στάθηκαν απέναντι
με μειδίαμα σαν
από μια Τζοκόντα παρμένο
και αγκίτρια κοροϊδευτικά
από εκείνη φτιαγμένα

όσα δίνει απλόχερα
επιστρέφονται
στην μορφή που τα έδωσε

-έτσι ξέρω

Αν η μία είναι ο Πικάσο
η άλλη  είμαι ο Μοντιλιάνι.
μίμηση καμία
ταύτιση ανύπαρκτη


Τις πιο οριστικές αλήθειες τις μοιράζομαι με ξένους, 
γιατί έχουν ευθύβολα μάτια και θαρρετά αυτιά. 
Μόλις τις μοιραστώ, μετανιώνω· έγιναν αμέσως δικοί μου.
Σαν τους φόβους μου.
Αλλά για λίγο,για μερικές στιγμές, 
όσο αυτοί έμοιαζαν με ερευνητές
που παρατηρούν το άγνωστο πλάσμα, 
μπόρεσα να πω αυτό ακριβώς που έχω στο μυαλό μου, 
έτσι ακριβώς 
όπως το σκέφτηκα και να το φτύσω 
στο κέντρο της παλάμης μου, 
σαν μπουκιά που μου κάθισε 
πριν λίγο
στο λαιμό.
Εσείς, κοντινοί μου ,
μπορείτε πια να φύγετε.
Οι μακρινοί πλησιάζουν, 
η μοναξιά με ρυπαίνει και 
η τρύπα ,φιλόξενη-
κενό προς τα
κάτω.

[χρόνια μετράω, χρόνια μετράω]


Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα. Εσύ είχες πεθάνει μόλις έναν μήνα και κάτι μέρες.Πήρες τη θέση σου ανάμεσα στις φανταστικές απουσίες μου και δεν σταμάτησα να σου απευθύνομαι από τότε. Η θλίψη εντοιχίστηκε στον θώρακα - μιλάμε για μόνιμη βλάβη. Ο χρόνος περνάει απαρηγόρητα κι εγώ φοράω μαύρα για σχεδόν οκτώ χρόνια.
Θα θυμάμαι σαν νύξη θνητότητας εκείνον τον στραμπουληγμένο αστράγαλο. Σαν να 'ταν χθες λοιπόν, αντικρύζω τον Κύριο που μασουλούσε τις τηγανιτές του πατάτες, με κοιτούσε και γελούσε σαν να του καθάριζαν αυγά.Κοιτούσε την κατάμαυρη θλίψη μου, το αδιανόητο πένθος και γελούσε.Κάθισα έξω από το πεζούλι και έκλαψα για τον μπλε μου αστράγαλο.
Ύστερα έσυρα τη βαλίτσα μέχρι τον 5ο.Μόνη.Δεν θυμάμαι πολλά άλλα. Παρά μόνο αυτήν την μοναξιά των ημερών. Με έπνιξε και κοιμήθηκα βαθιά για χρόνια ,χωρίς να μπορώ να ξεχάσω τίποτα- τα παραθέτω εδώ σε άτακτη σειρά: τα κουφέτα στο πιάτο, τον καφέ πικρό, το αγγελτήριο με το όνομα σου επάνω, τον επικήδειο πάνω στο τσιγαρόχαρτο, τα τελευταία σου δάκρυα, τις γάζες στα μάτια,τα ράμματα στο κρανίο, τα μαντηλάκια dettol στην είσοδο της ΜΕΘ,το κουστούμι που ποτέ δεν φόρεσες στην πραγματικότητα εσύ, "να μας θυμάσαι", την απελπισμένη ελπίδα της μάνας σου,τον κύκλο (μας) από φως που έσβησε στον Άδη, "όπως σε θυμόμαστε κι εμείς".
Αποφάσισα επί τόπου πως η Παναγιά κοιμήθηκε οριστικά και για μένα.Δεν χρειάστηκαν άλλες προσευχές από τότε.
Είναι σίγουρο πως το πρώτο της όνομα ήταν "Χρήστος". Το τωρινό ειναι Χρησάνθη. Αν ήμουν στη θέση της θα το έγραφα ορθογραφημένα, αλλά ξέρω,πως αυτό είναι δικός μου ψυχαναγκασμός( και ίσως άστοχος). Δεν μπορώ να είμαι στη θέση της. Ακόμα κι αν πολύ θα το ήθελα, μόνο και μόνο για να ρίξω μια σφαλιάρα στον βρωμερό 60άρη που μόλις την είδε ξέσπασε στα γέλια ( και βρήκε νοσηρή , παθητική συμπαράσταση στον διπλανό του) Η Χρησάνθη έχει θηλυκότητα που εγώ δεν έχω,την υπερτονίζει με ένα μικροσκοπικό μπουστάκι κι ένα κολλητό παντελόνι. Είναι Ιούλιος και κάνει ζέστη, εξάλλου.Φοράει κάτι ψηλά τακούνια ,που εγώ μια φορά δοκίμασα να βάλω, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να περπατάω άγαρμπα και ατσούμπαλα και να γεμίσω φουσκάλες τα πόδια μου. Η Χρησάνθη έχει το νέο της όνομα,τατουάζ στο αριστερό μπράτσο , κάθετα , με κεφαλαία γράμματα. Φοράει σταυρουδάκι,νομίζω. Κι έχει υπέροχα χείλια. Είναι μουδιασμένη και μιλάει με άγχος στο τηλέφωνο.
Δεν χρειάζεται την υποστήριξη μου, αλλά μόνο και μόνο επειδή την αποφεύγουν και στην τετράδα των καθισμάτων είναι μόνη,κάθομαι απέναντί της και την παρατηρώ. Ανακουφίζομαι που δεν την επηρεάζει το γέλιο του πορνόγερου και σκέφτομαι πόσο άδικο είναι να μην μπορείς να κυκλοφορείς στο δημόσιο χώρο, χωρίς το μόνιμα επικριτικό βλέμμα του καθένα που νομίζει ότι γεννήθηκε ανώτερος, μόνο και μόνο επειδή είχε την τύχη να βρίσκεται στο σώμα που επιθυμούσε.
Είναι Ιούλιος ( το ξανάπα) , είμαστε στην Αθήνα, το ομοφοβικό, μισανθρωπικό, ρατσιστικό έτος 2018. Και αυτή είναι μια αληθινή ιστορία, γραμμένη από μια αφελή παρατηρήτρια. Δεν έχει σκοπό να διδάξει. Αν όμως νιώσετε ένα τσίμπημα και αυτό δεν προέρχεται από τροφαντό κουνούπι, ψαχτείτε λίγο παραπάνω, πριν ξαναπασαλειφτείτε με αουτάν.
ο τρόπος να ξεφύγεις από τον ιστό
είναι ένας: να ορμάς μπροστά
να αφήσεις το κενό και τους ανθρώπους 
πίσω

αυτήν που σε σακάτεψε
να την παροτρύνεις
να το ξανακάνει

θα σηκωθείς δυνατή

γεμάτη χρυσάφι στις πληγές σου

θαλπωρή και ομορφιά
όπως η αλήθεια που
προσδοκούσες

άσε την πλάτη πίσω σου

είναι ο κακός σου
εαυτός, 
είναι λίγη
είναι όσα δεν θες να είσαι
και όσα θα ήθελες να είσαι τότε
για κάποια χρόνια

Ήταν τόσο δοτική
η πτώση της
στο έδαφος.Πάνω του
άφησε (;)
ένα φόρεμα λευκό
και μια φαρδιά
κηλίδα.

στα 67



με ρωτάει με προσμονή
πόσα μου μένουν;
ακουμπώντας το αυτί μου
στην πλάτη του
σαν σε ράγες σιδηρόδρομου
δεν του ανακοινώνω την πρόβλεψη



Δεν ήρθα, δεν φεύγω, σταμάτησα


Καμία λύπη ή απόγνωση
αλήθεια να δοκιμάζεται
σαν γλυκό συκαλάκι
ο καφές της παρηγοριάς
από δίπλα ζεματιστός
για τεθλιμμένους και μη,
υποκριτές
που μασώντας θλιβερά ,
αναπολούν στιγμές
της γυναίκας που λείπει

το μόνο που μπορεί ,τώρα,
να(με) κλονίσει;
η ευφράδεια δυο συλλαβών :
μα-μά”
με κρυστάλλινο ήχο αδικίας και απορίας
για την εγκατάλειψη.

Τα περιστέρια βομβίζουν και
χύνουν δάκρυα
πάνω από φρεσκοσπαρμένα στάρια,
λιγοστά ρόδια
χοές στην ψυχή που
αποδήμησε


συγγενής η θλίψη



δεν έγινε βιαστικά,την προετοίμαζε καιρό

το χιούμορ χάραζε το μισό του πρόσωπο
το υπόλοιπο το διέτρεχε μια γαλήνη ανυπόκριτη
σαν μάσκα κλόουν ένα αγκίστρι τραβούσε
το στόμα προς τα κάτω

παραμορφωμένος και γελούσε που
δεν την καλοδέχτηκε κανείς
για όσο φορέθηκε τη μάσκα
συμπλήρωσε τα εξήντα και
έφυγε μέσα στον ύπνο του
σαν ανέκδοτο

ο αποχαιρετισμός ήταν κλαυσίγελος
-οι καθρέφτες καλυμμένοι με λευκά πανιά,
το σπίτι να μυρίζει λιβάνι, ίσως δυόσμο-
ανάμεικτος με ντροπή και ειλικρίνεια.






Ένας κάποιος Μπλουμ



τα δόντια μισεί που
συνωστίζονται στο στόμα
μοιάζουν με φθόγγους που
αμάσητους καταπίνει
κάθε νύχτα μαζί με την κούρασή του

ζωή που ζει χωρίς εκπλήξεις
χωρίς έκπαγλα όνειρα
όπως μια διαδρομή στην εγνατία οδό
και μια ανάγνωση κυριακάτικης φυλλάδας

μικροαστός και τακτικός
κρεμάει σε κάθε εθνική επέτειο
την ατσαλάκωτη στο μπαλκόνι
μαζί με τις ενοχές για την λαθροθηρία

στα νέα των οχτώ τα τέσσερα μάτια του
και η γλώσσα τσιτωμένη κι ευφραδής
σε συζητήσεις επικαιρότητας
στοίχημα πάμε και μπάλα

η μέρα του φτηνή εκπνέει
κι όλα παραμένουν μεγαλύτερα
έτσι ανήμπορος που είναι

έστω και για εφιάλτες

queen



Η κυρία με τα αλογίσια δόντια και
το μακρύ λαιμό
με στόμα πάντα μα πάντα
κόκκινο σαν λωτό

Γυρίζει με στόμφο τη χωρίστρα στο πλάι
και μειδιά σε όποιον θεωρεί πως την κοιτά

Έχει ένα όνομα κοινό που παρότι
την βάπτισαν μ'αυτό την φώναζαν ξενικά
-ας πούμε μπέμπα ή κάτι στα ρουνικά-

Η ιστορία της είναι κυρίως άγνωστη
εκτός από ένα μικρό καίριο κομμάτι:
μιλάει για τον εαυτό της σαν να είναι αρσενικό:
είμαι άτρωτος, είμαι αταίριαστος”
και τι μπορεί να σημαίνει; 
Μοναξιά και μια κάποια αλλοτρίωση ή
βαθιά,βαθιά συναίσθηση του εγώ;

δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει

πάντως κάθε δευτέρα ποτίζει τις γλάστρες και
ρίχνει πλούσιο λίπασμα
ύστερα δήθεν αναρωτιέται πως και
μαραίνονται



αποκτήνωση



κρύφτηκε
Σ’ένα βοκσβάγκεν λευκό
με δίχως ουρανό

Είπε πως
τα ‘ζησε όλα μέσα στο λίγο
και πως η υπομονή είναι
το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου:
είχε τόσο κουραστεί να την ταΐζει
μέχρι τη στιγμή που.

Κανείς δεν θυμάται τ’ όνομά του
μόνο πως ήταν ένας δειλός σοφός
με πόδια σαν ρίζες
και θα΄ θελα να μου ‘χε εξηγήσει γιατί
όμως οι πράξεις δεν εξηγούνται

όταν επιθυμούμε να μας μοιάζουν.

lapsus memoriae



Τις χειρότερες σκέψεις δεν τις είδε
έγιναν μόνες, στιγμιαία σε πνιχτό σκοτάδι
από τον ίδιο λαμπρό νου που αγαπάει
αμφιβολίες και σιωπή τυλίχτηκε παλτό
τραβώντας τα μανίκια υποτάχτηκε
δεν είναι ούτε μοίρα ούτε τύχη
είναι έτσι τα πράγματα
επανάληψη εβδομαδιαίως και χάνει πόντους
την τελευταία φορά είχε το ύψος ενός χρονιάρικου αρνιού
ταχύτητα αιωνόβιας χελώνας , αργόσυρτο μυαλό αγελάδας
 συναισθήματα μεμψίμοιρου κύκνου και φωνή μάινας
"Δενείμαιαυτόπουέφτιαξεσμετοκουρασμένομυαλό"
πνίγηκε στην αντίφαση των σκέψεών του
χωρίς διάθεση να του συγχωρέσει το οτιδήποτε
στον πάτο της λίμνης φέγγιζε το μέχρι του.



βόλτα στη χιλή

κατά μήκος της μαύρης παλίρροιας
με βουλωμένα αυτιά, η μουσική θρόιζε
περπατούσα, δείλιαζα και περπατούσα
έριχνα στρατιώτες νεκρούς με μια λέξη: πείνα
κι όταν κόντευαν να μου βγουν τα σωθικά απ'τη ναυτία
ούρλιαζα δυνατά στα βράχια , ήρεμη
χωρίς ίμερο, ξεφορτώθηκα αυτόν που με κρατούσε
η λούπα με εγκλώβιζε μέσα της
ασφαλής στα σκοτάδια , άκριτη
μελαχρίνη ξανά, με μια σχισμή στον καρπό
παρατηρούσα τα λάθη : γέμιζαν σαν βδέλλες τις κοιλιές τους
το στόμα ακόμα μυρίζει φρούτα, δώρα παγίδες
έφυγα δέκα χρόνια πριν και αλώβητη ταξιδεύω
συναντώ εμένα κι εμένα κι εμένα
χωρίς πόνους με μια νέα ζωή στην αγκαλιά
ο θρήνος πνίγηκε στα ρηχά
κι έμεινε άταφος



1+1

βρυχάσαι βαθιά
η αγάπη σου νότα
βιολιού έγινε

             *

τρέμω τόσο πια
τη χάση σου να ζήσω
πρίν από εσένα εγώ


Γ12, στάση 12

Μαυροφορούσα κατά μια συνήθεια θρήνου
ήρθα να σε βρω. Μου πρόσφερες κρασί
να πιω και μαύρη σοκολάτα
έμεινα μέρες, μήνες, χρόνια εδώ
σκαλίζοντας τη φωτιά που ανάψαμε
παίζοντας παιχνίδια με λέξεις 
τρυφερότητα και σκληράδα
ερωτευτήκαμε βαθιά και πολύ
με αγάπησες, σε αγάπησα
γεννήσαμε ένα παιδί που 
δοκιμάζοντας αέρινους φθόγγους 
τονίζει τις νέες μας ιδιότητες
επικαλείται το φως , μαζεύει νότες
και χρώματα ,μας ενώνει ξανά
το τώρα μας βρίσκει σε ένα ολοκαίνουριο παλιό
να χτίζουμε ζωή σε σταθερό χώμα,
μια τριάδα αδιαίρετη, ενωμένη με ονειρικό νήμα
σε ζεστό ιστό συνεχίζουμε


μια μύγα μπήκε, κάθισε , ήπιε, βγήκε

Τη σακούλα , τη χαρτοσακούλα
ακόμα την ψάχνω.
Στα κρυφά , τα σκοτεινά.
Προσπαθώ κάθε φορά
να αποδώσω κίνητρο
 και λογική στην πράξη
 Έγινε βιαστικά , εν αναμονεί
ψυχοφθόρου ταξιδιού με τρένο.
Η βαλίτσα μου ξερίζωνε αργά
το χέρι από την άρθρωση του αγκώνα.
Πονούσα, πονούσα
Το περιεχόμενο ήταν φτωχό σε αξία,
σημαντικό για μένα που το έχασα
Με σειρά , λοιπόν:
μια ριγέ πυτζάμα με φροντίδα διπλωμένη
ένα μικροσκοπικό σπιρτόκουτο από την Πράγα,
το κολιέ της μαμάς, ένα φορτιστής, το άρωμά μου
δυο σοκολάτες κι ένα βιβλίο
Η μύγα πήγε και κάθισε
πάνω στο κραφτ
δευτερόλεπτα μετά το φευγιό μου
την άκουσα να γελά σπαρταριστά
με τη βλακεία μου.



βραδιά ποίησης

Στο Χάρλεμ μόνο
Δεν πίνουν κρασί
πίνουν τεκίλα
χασίς, L.S.D
Σε ταξίδι -χωροχρονικό :
decadence, στα μαύρα, θεά
λυτά, απλά τα μαλλιά
ψυχή στις χούφτες

Κατεβαίνω τις σκάλες
σε κάθε θαμπόγυαλο βλέπω :
οι γλώσσες τρέχουν
οι άνθρωποι ακούν 

Μουσική και ποδήλατα 
κρεμασμένα σε τοίχους
ποτά καυτά και σφηνάκια
κερνούν τους διψασμένους

Η ψυχή στις χούφτες
δεν τρέμει, έτοιμη
μιλά αντί εμού
κλονίζει τα σφραγισμένα στόματα

κάποτε οι στιγμές ήταν εύκολες
και όμορφες
κάποτε βάδιζα με 
την ψυχή στις χούφτες





vacutainer

Οι πλαστικές πεταλούδες είναι
τρομακτικές-όσο πιο μικρές , τόσο
Φωλιάζουν στα χέρια
ασπρίζουν αυτά ,καθώς το αίμα κρύβεται,κλαίνε τα μωρά
Όταν, ειδικά, τα καθίζουν 
στην αγκαλιά της μαμάς
η αδυναμία της να είναι
δυνατή και θαρραλέα
και το γαργαλητό στην οσφυική μοίρα
καθιστούν τις πλαστικές πεταλούδες μισητές.
Μετρήσαμε 7 τρυπήματα και 
ίχνος συμπόνοιας εκ μέρους των.




νανούρισμα

Οι λέξεις μου για σένα αργούν
ωριμάζουν στωικά,
είναι φωτεινές, ζεστές
έχουν ειπωθεί από στόματα
αλλά από το δικό μου
πρώτη φορά


Χίλιοι  φόβοι
ξεπηδούν απ΄τη μήτρα μου
βίαια και ανυπότακτα
με επιβολή και στόμφο

Όχι σαν εσένα
όχι όπως εσύ

εκείνο το κρύο φεβρουαριανό πρωινό
καθρέφτης στο ταβάνι
κρύα λευκά πλακάκια
βαμβάκι, βελόνα στη ράχη
όλα κρύα

Εσύ ζεστή, ροδαλή
με ανοιχτό ένα μάτι
ματωμένη στα λευκά σου
με κοιτάς, ανασαίνεις
ζεστή.


σε αποχωρίζομαι.

Δεκα ώρες μέτρησα
πριν κλάψω
πριν σε δω ξανά
ντυμένη πράσινη

σε τάισα
- θυμάμαι -
και τα μάγουλά σου ρούφηξαν αγάπη.



ημερολόγιο γάμου - 3 -

Μύριζες λουκάνικο που σου 'ψησα για βραδινομεσημεριανό και φτηνή γερμανική μπύρα. Ήμουν ιδρωμένη από το περπάτημα της μέρας κι είχα ξεχάσει το αποσμητικό. Αλλά θα έπαιρνα όρκο πως ήμουν άοσμη ή τουλάχιστον μύριζα εγώ. Σου πήρα τα χέρια και σε τράβηξα με δύναμη , να στηριχτείς καλύτερα, να ανασηκωθείς. Ανταποκρίθηκες χωρίς περιστροφές και φλυαρίες στο κάλεσμά μου και λίγη ώρα μετά το κεφάλι σου ξεκουραζόταν πάνω στα πλευρά μου. Είχαμε κι οι δυο την ίδια μυρωδιά. Πως γίνεται μετά από τόσα χρόνια μου λες; Όσα λάθη κι αν έχουμε διαπράξει στην πορεία, το μεταξύ μας μένει όρθιο και αληθινό και όμορφο. Και σ'αγαπάω σαν χθες. Κάθε φορά σαν χθες και λίγο παραπάνω.

Πήρα τις βέρες μας. Τις λευκές πεντακάθαρες βέρες μας.Τις κοιτούσα σαν να μην τις είχαμε διαλέξει μαζί , σαν να ήρθαν από ένα συννεφάκι, να προσγειώθηκαν πάνω στα γόνατα και νόμιζα πως κουδούνιζαν κιόλας.
Η κατακλείδα μας είναι αυτή. Εμείς. Μαζί. Μέχρι.

ημερολόγιο γάμου - 2 -

Μένει ένα κάτι παραπάνω από ένας μήνας. Στο μυαλό μου μπορεί να υπάρχει πια φως και ησυχία. Ακόμα και το διαρκές μου άγχος μαθαίνω να τιθασεύω χωρίς πολλή προσπάθεια. Δεν σκέφτομαι συνέχεια τί θα αλλάξει στη ζωή μου, στη ζωή μας γιατί ξέρω πως μεταξύ μας δεν αλλάζει κάτι. Σ'αυτό που νιώθουμε δηλαδή, δεν αλλάζει -τουλάχιστον προς το χειρότερο. Θέλω να πω μεταλλάσεται κάθε μέρα σε κάτι νέο που μέχρι τώρα έχει παρατηρηθεί πως είναι πιο άρτιο. Δεν μαλώνουμε σαν τους χαζούς, μόνο για τα απαραίτητα, ναι! Δεν βριζόμαστε και υπάρχει σεβασμός και αγάπη μπόλικη για να μας βγάλει για δυο ζωές ακόμα, έτσι θέλω να φαντάζομαι.Σου έχω συγχωρέσει τα πάντα, σε χωράω πιο πολύ από ποτέ και κάνω όλο και περισσότερο αληθινό χώρο για εσένα και για εμάς. Μόνο που τώρα τρέμω διπλά μην πάθεις κάτι. Αυτό μου βγήκε το ανεξήγητο, που το είχα δηλαδή κι από πιο πριν , όταν άρχισα να σε θεωρώ κομμάτι δικό μου, σάρκα μου που λένε οι πολλοί, τώρα όμως από τότε που συμφωνήσαμε πως θα συμφωνήσουμε να γίνουμε παντρεμένοι άνθρωποι, νιώθω ακόμα περισσότερη ανησυχία για εσένα. Συνειδητοποιώ πως δεν σε χορταίνω τόσες ώρες που λείπεις στη δουλειά, δεν κάνω καν αρκετά πράγματα για να σε περιποιηθώ όμως έχει γίνει μια φωτιά μέσα μου που λέει κάθε τόσο "αγάπα τον" κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Οι βέρες μας - αυτές οι αληθινές βέρες που εσύ θέλησες να βρούμε και να χαράξουμε πάνω τους σημαντικές λέξεις - θα μας σφίγγουν τα δάχτυλα τις πιο κουρασμένες και βαριές μέρες, αλλά ξέρω πως θα είναι μια υπενθύμιση αυτό. Μια γλυκιά υπενθύμιση για τις σοβαρές μας αποφάσεις. Είμαι ήρεμη, νιώθω σιγουριά και μια παράλογη, άτρωτη, αναθεματισμένη ευτυχία.

ημερολόγιο γάμου - 1 -

Eίναι αυτές οι δυο μέσα μου. Η μια ανησυχεί κι χολοσκάει για τις προσκλήσεις ,τα προσκλητήρια, το ύφασμα και το τούλι για τις μπομπονιέρες , αν η γλυσίνα ταιριάζει μ'αυτό το απαλό πράσινο του φακέλου, αν τα κουφέτα θα κάνουν κρακ απ΄τη ζέστη, αν ο δήμαρχος θα χάσει τα λόγια του και θ'αρχίσει να τραυλίζει, αν θα τρέχουν σταλίτσες ιδρώτα στο μέτωπο, αν θα ταιριάζει να παιχτεί saturnus σε γάμο, μα σιγά ποιος θα το καταλάβει αρκεί να'ναι καλό το φαϊ , το ποτό, τα γλυκά κρύα και τα χέρια ζεστά,αφού οι καρδιές είναι ήδη ζεσταμένες.Ανησυχεί αυτή λοιπόν για όλα, να είναι σωστά και καθωσπρέπει, όπως πρέπει -γαμώταπρέπει-, να μην στενοχωρηθεί κανείς, να σταλούν οι προσκλήσεις νωρίς, να φανούν οι εκπλήξεις στα πρόσωπα, το δάκρυ , η χαρά, η ευτυχία. Είναι και η άλλη εγώ που δεν δίνει δεκάρα και θα'θελε να τρέξει μακρυά από τη σύμβαση, θα'θελε μόνη έννοια να είναι αυτό μας το σπιτικό να διανθιστεί με παιδιά, δημιουργία και να υπάρχει εκεί μέσα μας αγάπη κι ευτυχία. Σχεδόν 7 χρόνια μαζί κανείς δεν μας έχει πει να ζήσετε, κανείς δεν συγκινήθηκε που είμαστε μαζί, που κάνουμε έρωτες και τελειώνουμε αγκαλιασμένοι, που φτιάχνουμε σιγά σιγά τη φωλιά μας όμορφη, που αντέχουμε κι εξελισσόμαστε. Κανείς. Τόσες μέρες που τρέχω σε κεπ και ληξιαρχεία όλοι μου φέρονται τόσο ευγενικά όσο δεν μου'χει φερθεί δημόσιος υπάλληλος γραφείου τα χρόνια που νταραβερίζομαι με δαύτους. Κι επίσης θα έρθουν όλοι αυτοί οι αγαπημένοι να μας ευχηθούν αυτά που θα'πρεπε από την αρχή."Καλή αρχή" και ευτυχία. Θα ανατριχιάσουν και θα κλαίνε από χαρά και δεν θα πιστεύουν στα μάτια τους κι αναρωτιέμαι αν ο γάμος είναι κάτι μαγικό που λέγεται σαν παραμύθι από στόμα σε στόμα. Πόσο παράλογο μου φαίνεται.Μα είναι κι αυτή η μια μέσα μου που νοιάζεται για το νυφικό και το κοστούμι, τις φωτογραφίες που θα μας θυμίζουν τη μέρα αυτή που θα'ναι ορόσημο για σένα και για μένα. Είναι κι η άλλη που μπερδεύεται και αναρωτιέται τι θα κάνουμε με το 17 και με τη γλώσσα μας και τις προηγούμενες αναμνήσεις.Είμαστε μαζί και θα είμαστε πάλι, αλλά εγώ θα λέγομαι και κάπως αλλιώς κι εσύ θα΄χεις γυναίκα επίσημη πια και θα 'μαστε αυτό που λένε σύζυγοι.Μα πόσο εκνευρίζομαι.Πόσο.Και ταυτόχρονα πόσο θέλω να είναι όλα άψογα και τα γλυκά κρύα και τα ποτά αρκούντως παγωμένα και οι πτυχές του φορέματος ατσαλάκωτες λίγο πριν το βγάλω.Κι όλα αυτά για μια μέρα ορόσημο, που θα σφραγίζει κάτι, αυτό που εμείς επιλέξαμε, να μας ενώσει κάποια χρόνια πριν.Έχω ζήσει το ένα πέμπτο και κάτι παραπάνω της μέχρι τώρα ζωής μου μαζί σου.Τώρα που το έγραψα ,τώρα το διάβασα και πάλι δεν το συνειδητοποιώ.

mors certa

Η θλίψη τελικά, αυτή περνάει απ'το στομάχι,
εποπτεύει και υποτιμά ό,τι πριν λίγο έφαγα -
κυρίαρχη στο χώρο.
Σαν μητρική ματιά,
ελεγκτική κι όχι παρήγορη
εκβιάζει δάκρυα, παρωχημένα
στυφά, πολυκαιρισμένα.
Αυτή η μέγαιρα.
Μην ανησυχείς, όμως!
έχω μεθόδους.
Είσαι εσύ και το λογικό μυαλό σου
ενάντια σ'αυτήν και το δικό μου.
Θα τη στραγγαλίσουμε πριν προλάβει.
Αυτή η μήδεια.
Στη σκέψη πως καμουφλάρεται
μειδιώ κι οπλίζομαι - νομίζω-
παραπάνω.

[καταχώρηση ημερολογίου]

Έγινα του εαυτού γιατρός
συνταγογράφησα ευτυχία με τσιμπιές δυστυχίας 
 κανένα ποτηράκι αλκοόλ -για να θυμάμαι 
τις μποεμ στιγμές και σχέδια ρεαλιστικά , 
μελλοντικά σχέδια :
να σε χωράω πια. Αφού
είμαι η δική σου γυναίκα, 
αυτή που διάλεξες 
-θυσιάζοντας τις άλλες- 
να αγαπήσεις, να κατακτήσεις  
όρκοι και λόγοι 
χτυπούν στα μηνίγγια  
τρύπιος δεν είσαι, είσαι άντρας πια
τρωτός μα αβλαβής στα μάτια μου
αγαπημένος σαν άπειρος.


Σσσσσ.

Η Φωτεινή πέθανε.
Δηλαδή όχι τώρα, στις 22 της αρχής του καλοκαιριού.
Και την είχα θρηνήσει 6 καλοκαίρια πριν στην Αντίπαρο,
κουλουριασμένη και γυμνή σε ένα λευκό κρεββάτι.
Αυτό το συκώτι. Το ρημάδι που δεν αναγεννάται, όχι μυθολογίες είναι αυτά.
"θέλωναζήσω"μου λες.Να ζήσω.
Μην κλαις σου λέω , μην κλαις.
Ζεις, ερωτεύεσαι πάλι, φτιάχνεις σπίτι και μιλάς στις κουτσουπιές.
Αλλά θυμάμαι πως κλονίστηκες με τον άντρα που αγάπησες και σε άφησε.
Τον είδα φέτος στην Κρήτη, μέσα στα κύματα να παλεύει με έναν γιο
και η γυναίκα του να ξεπλένει το βρακί της μικρής τους.
Εκεί το 'νιωσα. Tις τύψεις που είχα χρόνια να σε δω. Εκεί.
Τι σημασία έχουν οι χαζές λεπτομέρειες,το βαρύ σου δαχτυλίδι,
το ριγέ καλσόν, το μέλι με κερήθρα και το γάλα σόγιας που έβαζες στον καφέ, η γοργόνα και τα σφηνάκια με τους ημίγυμνους δήθεν σερβιτόρους και η νύφη που γέμιζε νερό ,με ένα κουτάλι σούπας, μια κατσαρόλα. Θυμάσαι;
Ο καθρέφτης σου από βιτρό, μικρές μικρές πετρούλες που καθαρίζαμε μαζί με οδοντόβουρτσα και τρόχιζες εσύ για να εφαρμόσουν μεταξύ τους.
Τώρα θυμήθηκες;
Τι δύναμη ήθελε για να πεις φωναχτά σε έναν ηλίθιο βαρετό μπεκρούλιακα μπάρμαν
πως χέζεις απ'την κοιλιά. Κι εκείνος ακόμα πιο ηλίθιος σε κέρασε σφηνάκια. Ή δεν ξέρω, δεν ξέρω θα άφησε το σαλιάρικο στόμα του ανοιχτό.
Σενιορίτα , να! τώρα κλαίω. Το χαμό σου.
Εσύ με έσωσες, εγώ ανάξια να.




Τσόφλι


Σου κράτησα κακία άφθονη 
που δεν πρόσεξες και 
το τετράχρονο χέρι έγινε μωβ, 
νερό καυτό με τσόφλια 
στόλισαν το δεξί 
με μεγάλες ζουμερές χαλκοκίτρινες φουσκάλες. 
Με περισσή φροντίδα το δέσε ο γιατρός 
που τύχαινε μπαμπάς, μπαμπάς μου
 κι εγώ σ' έδειχνα με το δάχτυλο . 
Ένιωσες άσχημη, ανεπαρκής κ ηττημένη · 
στόχος επετεύχθη. 
Εγώ, φωτογραφία με λουλουδάκι στο επιδεμένο δεξί- 
υπερβάλλων ο πόνος πάντα καλαίσθητα- 
εσύ την έβγαλες. Κι αν όχι, εσύ την φύλαξες. 
Τώρα που δειλά ίχνηλατώ στο δρόμο σου, 
τρέμω και κροταλίζω δόντια 
μην τύχει και γέννησω 
ένα τέρας που θα με μισεί,
μαμά μου.

ψυχόρμητο

Σπαρμένος ανάμεσα σε κρίνους και λευκά τριαντάφυλλα. Τακτοποιημένος στο δικό σου ξύλινο, το δικό σου χώρισμα, με τους δικούς σου ανθρώπους · χωρίς δύσπνοια. Χωρίς αναπνοή πια.
Τα βαθουλωμένα μάγουλα και τα παιδικά γυαλιστερά μάτια γράψανε δυο ρυτίδες αριστερά και δεξιά στο χαμόγελο. Τελευταία φορά που σου μίλησα.
Τα φέρετρα εδώ στην Αθήνα τα ξεχωρίζουν με post it. Μικρούλικα χαρτουλάκια βεβηλώνουν τα τελευταία στρώματα των νεκρών μας . Πόσο με αναγούλιασε αυτή η εικόνα, πόσο ήθελα να τα ξεκολλήσω ένα- ένα από το ξύλο και να τα σκίσω με λύσσα. Δεν είναι η εποχή μου αυτή. Δεν είναι, δεν είναι.
 Όλα βιαστικά , όλα εννοούνται, ο θρήνος μισός, ο επικήδειος ανύπαρκτος, ο καφές νερουλιασμένος και το κονιάκ πικρό. Οι εργάτες με στολές και μπότες , κάπως περήφανοι κι επικριτικοί μας διώχνουν παραπέρα, να μη λερωθούμε με χώμα και τσιμέντο. Τα λόγια δεν ειπώθηκαν από κανέναν παπά, μισή κηδεία, μισή φροντίδα, όλα γρήγορα κι ανάλγητα. Όλα υποκριτικά καθωσπρέπει.
Οι καμπάνες βιαστικές, τα λουλούδια στα στεφάνια πετάχτηκαν, οι φωνές έσπασαν.
Το δέρμα σου κρύο απ΄το ψυγείο που σε καταχωνιάσανε τρεις μέρες. Ανάθεμα κι αν πρόλαβες αυτές τι μέρες  να πιεις μια γουλιά νερό ή να ρουφήξεις λίγο ήλιο απ'το παράθυρο. Δεκαπέντε βήματα, τρεις στάσεις, μια καρδιά μπαλόνι να φιλτράρει όλο σου το αίμα. Μα πάντα το 'ξερα πως μας χωρούσες όλους κι ίσως πιο πολλούς απ' όσους έπρεπε. Ίσως γι'αυτό ξεφόρτωσες όλα τα περιττά. Όμως τι βάσανο να μη βγαίνει αυτή σου η ανάσα. Τι βάσανο να κοιτάς μια μαύρη οθόνη με τις ώρες, καθισμένος σε γωνία ορθή για να μπορείς ν' ανασάνεις όπως όπως σε ένα σπίτι γεμάτο σκόνη, γάτες και ινδικά χοιρίδια, άλλοτε γεμάτο γέλια και παιδιάστικα παιχνίδια. Να διαγιγνώσκει "κατάθλιψη" η καχεκτική ψυχικά γυναίκα σου, να κοιτάς φωτογραφίες και να θυμάσαι, να σκαλίζεις σωστά και λάθη και να θες μόνο λίγη παραπάνω αγάπη από αυτή που σου δόθηκε.  Βάσανο και για μας που μείναμε πίσω, που τα ξέραμε ή τα ψυχανεμιζόμασταν όλα αυτά, αλλά οι αλυσίδες που μας φυλάκιζαν ηταν πάντα δυνατότερες.
Τα χορτάρια φύτρωσαν ανάμεσα στα πλακάκια τα πορτοκαλί, τα έσπασαν, δεν ξέρω καν πόσα γλύτωσαν, δε θέλω να ξέρω. Το σπίτι αυτό με τα πιο όμορφα φινιστρίνια θα χαθεί. Πόσα ερείπια ακόμα μπορεί να κουβαλήσει ένας άνθρωπος; Μακάρι να είχα χρόνο να σου απαλύνω τον πόνο.
Ξέρω πως για σένα όλα τώρα ξανάρχισαν. Εκεί, μικρούλης πάλι, στην αγκαλιά των γονιών σου, του παππού και της γιαγιάς φορώντας το πιο σπάνιο χαμόγελό σου. Δεν ξέρω · ελπίζω.
.

blitzkrieg

πριν τελειώσουν οι μπαταρίες, 
ψυχαναγκαστικά να γράψω εδώ, στην άδεια σελίδα, 
είναι ανακουφιστικό που τα γράμματα δεν είναι με μολύβι
από απόσταση να δω όλες τις επιλογές, 
να ξεκαθαρίσω, να διώξω μακρυά τις ατιθάσευτες σκέψεις
 τα ανοργάνωτα του νου
δεν έμαθα να γράφω ποιήματα κι ο χρόνος μου
 τελειώνει - συμβιβάστηκα με ευφάνταστα,
 πιο περιττά οχήματα, με φιοριτούρες και λινές τραβέρσες, 
καθαρούς νεροχύτες και αστραποβόλες (όσο μπορούν)
πορσελάνες σε μικρά, μικροσκοπικά πανάρχαια μπάνια. 
η ζωή μου περιορίζεται 
54 τετραγωνικά, τρεις κούπες καφέ, φρυγανιές
 με μαρμελάδα βερίκοκο. 
Η σκέψη προσποιείται 
πως ωρίμασε και αποδέχτηκε αυτά
Σβούρα σε έναν κόσμο άγνωστο 
με ανθρώπους γνωστούς, ίδιους, 
που μοιάζουν ο ένας του άλλου,
τώρα ή στο παρελθόν, 
μα όλοι τόσο τραγικά ίδιοι- πως;
γελοίοι, τιποτένιοι, μικροί, σκυθρωποί,κούφιοι,
αγέλαστοι, ανάλγητοι,  άνευροι
Παθητική αναγνώστης και θεατής, γερακάρης,
τραγωδός και κωμικός σε πρώτο ρόλο, 
δεν ξέρω το σωστό σενάριο, 
ποια η σανίδα που θα με στηρίξει;
Ζω εκτός.Οι αποφάσεις αράχνιασαν
 -δενξεσκονίζωτίποτακουράστηκα-
ζω εκτός
άγκυρα ταλαντεύεται από τον ουρανό 
πάνω ακριβώς απ' το αρραγές μου κρανίο. 
"Πόσους να σώσω, ποιους να πρωτομαζέψω."
δύσκολες οι αποφάσεις, κακεντρεχή τα διλήμματα
πιο εύκολο να γκρεμιστώ, δειλό αλλά εύκολο.
θέλω φιλόξενες χούφτες, να παρατήσω για μια στιγμή την κούραση. 
να τη νανουρίσουν, τρυφερά να την αγκαλιάσουν 
 μειδιώντας να την πνίξουν όπως δεν μπορώ εγώ.
να απαλλαγώ από ετερόκλητα συναισθήματα, 
να είμαι σταθερή εγώ, να μπορώ. Να μη δικαιολογώ
να ξερνώ τιμωρίες προς άξιους αυτών και λίγη γαλήνη για μένα.
Ναι, για μένα. Να σταματήσω να
ζω εκτός.