Σελίδες

Εσείς, κοντινοί μου ,
μπορείτε πια να φύγετε.
Οι μακρινοί πλησιάζουν, 
η μοναξιά με ρυπαίνει και 
η τρύπα ,φιλόξενη-
κενό προς τα
κάτω.

[χρόνια μετράω, χρόνια μετράω]


Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα. Εσύ είχες πεθάνει μόλις έναν μήνα και κάτι μέρες.Πήρες τη θέση σου ανάμεσα στις φανταστικές απουσίες μου και δεν σταμάτησα να σου απευθύνομαι από τότε. Η θλίψη εντοιχίστηκε στον θώρακα - μιλάμε για μόνιμη βλάβη. Ο χρόνος περνάει απαρηγόρητα κι εγώ φοράω μαύρα για σχεδόν οκτώ χρόνια.
Θα θυμάμαι σαν νύξη θνητότητας εκείνον τον στραμπουληγμένο αστράγαλο. Σαν να 'ταν χθες λοιπόν, αντικρύζω τον Κύριο που μασουλούσε τις τηγανιτές του πατάτες, με κοιτούσε και γελούσε σαν να του καθάριζαν αυγά.Κοιτούσε την κατάμαυρη θλίψη μου, το αδιανόητο πένθος και γελούσε.Κάθισα έξω από το πεζούλι και έκλαψα για τον μπλε μου αστράγαλο.
Ύστερα έσυρα τη βαλίτσα μέχρι τον 5ο.Μόνη.Δεν θυμάμαι πολλά άλλα. Παρά μόνο αυτήν την μοναξιά των ημερών. Με έπνιξε και κοιμήθηκα βαθιά για χρόνια ,χωρίς να μπορώ να ξεχάσω τίποτα- τα παραθέτω εδώ σε άτακτη σειρά: τα κουφέτα στο πιάτο, τον καφέ πικρό, το αγγελτήριο με το όνομα σου επάνω, τον επικήδειο πάνω στο τσιγαρόχαρτο, τα τελευταία σου δάκρυα, τις γάζες στα μάτια,τα ράμματα στο κρανίο, τα μαντηλάκια dettol στην είσοδο της ΜΕΘ,το κουστούμι που ποτέ δεν φόρεσες στην πραγματικότητα εσύ, "να μας θυμάσαι", την απελπισμένη ελπίδα της μάνας σου,τον κύκλο (μας) από φως που έσβησε στον Άδη, "όπως σε θυμόμαστε κι εμείς".
Αποφάσισα επί τόπου πως η Παναγιά κοιμήθηκε οριστικά και για μένα.Δεν χρειάστηκαν άλλες προσευχές από τότε.
Είναι σίγουρο πως το πρώτο της όνομα ήταν "Χρήστος". Το τωρινό ειναι Χρησάνθη. Αν ήμουν στη θέση της θα το έγραφα ορθογραφημένα, αλλά ξέρω,πως αυτό είναι δικός μου ψυχαναγκασμός( και ίσως άστοχος). Δεν μπορώ να είμαι στη θέση της. Ακόμα κι αν πολύ θα το ήθελα, μόνο και μόνο για να ρίξω μια σφαλιάρα στον βρωμερό 60άρη που μόλις την είδε ξέσπασε στα γέλια ( και βρήκε νοσηρή , παθητική συμπαράσταση στον διπλανό του) Η Χρησάνθη έχει θηλυκότητα που εγώ δεν έχω,την υπερτονίζει με ένα μικροσκοπικό μπουστάκι κι ένα κολλητό παντελόνι. Είναι Ιούλιος και κάνει ζέστη, εξάλλου.Φοράει κάτι ψηλά τακούνια ,που εγώ μια φορά δοκίμασα να βάλω, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να περπατάω άγαρμπα και ατσούμπαλα και να γεμίσω φουσκάλες τα πόδια μου. Η Χρησάνθη έχει το νέο της όνομα,τατουάζ στο αριστερό μπράτσο , κάθετα , με κεφαλαία γράμματα. Φοράει σταυρουδάκι,νομίζω. Κι έχει υπέροχα χείλια. Είναι μουδιασμένη και μιλάει με άγχος στο τηλέφωνο.
Δεν χρειάζεται την υποστήριξη μου, αλλά μόνο και μόνο επειδή την αποφεύγουν και στην τετράδα των καθισμάτων είναι μόνη,κάθομαι απέναντί της και την παρατηρώ. Ανακουφίζομαι που δεν την επηρεάζει το γέλιο του πορνόγερου και σκέφτομαι πόσο άδικο είναι να μην μπορείς να κυκλοφορείς στο δημόσιο χώρο, χωρίς το μόνιμα επικριτικό βλέμμα του καθένα που νομίζει ότι γεννήθηκε ανώτερος, μόνο και μόνο επειδή είχε την τύχη να βρίσκεται στο σώμα που επιθυμούσε.
Είναι Ιούλιος ( το ξανάπα) , είμαστε στην Αθήνα, το ομοφοβικό, μισανθρωπικό, ρατσιστικό έτος 2018. Και αυτή είναι μια αληθινή ιστορία, γραμμένη από μια αφελή παρατηρήτρια. Δεν έχει σκοπό να διδάξει. Αν όμως νιώσετε ένα τσίμπημα και αυτό δεν προέρχεται από τροφαντό κουνούπι, ψαχτείτε λίγο παραπάνω, πριν ξαναπασαλειφτείτε με αουτάν.

Στην Ιωάννα Βου.



δεν σε γνώρισα ποτέ
δεν υπήρξες ποτέ στη δική μου ζωή
εσύ
μόνο το μίσος
σου
χύθηκε στα χέρια μου εκείνη
την καυτή μέρα

Νόμιζες πως δεν πρόδωσες τίποτα
αλλά ο μορφασμός σου σε ασχήμηνε

θεώρησες πως με ύφος δικαστή
θα εξέδιδες τελεσίδικη για εμένα
κατηγορία

κι ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν,
οι άνθρωποι του κενού,
-αυτοί που για λίγο ένιωσα δικοί μου-
στάθηκαν απέναντι
με μειδίαμα σαν
από μια Τζοκόντα παρμένο
και αγκίτρια κοροϊδευτικά
από σένα φτιαγμένα

όσα δίνεις απλόχερα
επιστρέφονται
στην μορφή που τα έδωσες

-έτσι ξέρω

Αν εσύ είσαι ο Πικάσο, λοιπόν,
εγώ είμαι ένας Μοντιλιάνι.
μίμηση καμία.

Πορεύσου και μη φοβάσαι πια.
ο τρόπος να ξεφύγεις από τον ιστό
είναι ένας: να ορμάς μπροστά
να αφήσεις το κενό και τους ανθρώπους 
πίσω

αυτήν που σε σακάτεψε
να την παροτρύνεις
να το ξανακάνει

θα σηκωθείς δυνατή

γεμάτη χρυσάφι στις πληγές σου

θαλπωρή και ομορφιά
όπως η αλήθεια που
προσδοκούσες

άσε την πλάτη πίσω σου

είναι ο κακός σου
εαυτός, 
είναι λίγη
είναι όσα δεν θες να είσαι
και όσα θα ήθελες να είσαι τότε
για κάποια χρόνια

Ήταν τόσο δοτική
η πτώση της
στο έδαφος.Πάνω του
άφησε (;)
ένα φόρεμα λευκό
και μια φαρδιά
κηλίδα.

στα 67



με ρωτάει με προσμονή
πόσα μου μένουν;
ακουμπώντας το αυτί μου
στην πλάτη του
σαν σε ράγες σιδηρόδρομου
δεν του ανακοινώνω την πρόβλεψη



Δεν ήρθα, δεν φεύγω, σταμάτησα


Καμία λύπη ή απόγνωση
αλήθεια να δοκιμάζεται
σαν γλυκό συκαλάκι
ο καφές της παρηγοριάς
από δίπλα ζεματιστός
για τεθλιμμένους και μη,
υποκριτές
που μασώντας θλιβερά ,
αναπολούν στιγμές
της γυναίκας που λείπει

το μόνο που μπορεί ,τώρα,
να(με) κλονίσει;
η ευφράδεια δυο συλλαβών :
μα-μά”
με κρυστάλλινο ήχο αδικίας και απορίας
για την εγκατάλειψη.

Τα περιστέρια βομβίζουν και
χύνουν δάκρυα
πάνω από φρεσκοσπαρμένα στάρια,
λιγοστά ρόδια
χοές στην ψυχή που
αποδήμησε


συγγενής η θλίψη



δεν έγινε βιαστικά,την προετοίμαζε καιρό

το χιούμορ χάραζε το μισό του πρόσωπο
το υπόλοιπο το διέτρεχε μια γαλήνη ανυπόκριτη
σαν μάσκα κλόουν ένα αγκίστρι τραβούσε
το στόμα προς τα κάτω

παραμορφωμένος και γελούσε που
δεν την καλοδέχτηκε κανείς
για όσο φορέθηκε τη μάσκα
συμπλήρωσε τα εξήντα και
έφυγε μέσα στον ύπνο του
σαν ανέκδοτο

ο αποχαιρετισμός ήταν κλαυσίγελος
-οι καθρέφτες καλυμμένοι με λευκά πανιά,
το σπίτι να μυρίζει λιβάνι, ίσως δυόσμο-
ανάμεικτος με ντροπή και ειλικρίνεια.






Ένας κάποιος Μπλουμ



τα δόντια μισεί που
συνωστίζονται στο στόμα
μοιάζουν με φθόγγους που
αμάσητους καταπίνει
κάθε νύχτα μαζί με την κούρασή του

ζωή που ζει χωρίς εκπλήξεις
χωρίς έκπαγλα όνειρα
όπως μια διαδρομή στην εγνατία οδό
και μια ανάγνωση κυριακάτικης φυλλάδας

μικροαστός και τακτικός
κρεμάει σε κάθε εθνική επέτειο
την ατσαλάκωτη στο μπαλκόνι
μαζί με τις ενοχές για την λαθροθηρία

στα νέα των οχτώ τα τέσσερα μάτια του
και η γλώσσα τσιτωμένη κι ευφραδής
σε συζητήσεις επικαιρότητας
στοίχημα πάμε και μπάλα

η μέρα του φτηνή εκπνέει
κι όλα παραμένουν μεγαλύτερα
έτσι ανήμπορος που είναι

έστω και για εφιάλτες

queen



Η κυρία με τα αλογίσια δόντια και
το μακρύ λαιμό
με στόμα πάντα μα πάντα
κόκκινο σαν λωτό

Γυρίζει με στόμφο τη χωρίστρα στο πλάι
και μειδιά σε όποιον θεωρεί πως την κοιτά

Έχει ένα όνομα κοινό που παρότι
την βάπτισαν μ'αυτό την φώναζαν ξενικά
-ας πούμε μπέμπα ή κάτι στα ρουνικά-

Η ιστορία της είναι κυρίως άγνωστη
εκτός από ένα μικρό καίριο κομμάτι:
μιλάει για τον εαυτό της σαν να είναι αρσενικό:
είμαι άτρωτος, είμαι αταίριαστος”
και τι μπορεί να σημαίνει; 
Μοναξιά και μια κάποια αλλοτρίωση ή
βαθιά,βαθιά συναίσθηση του εγώ;

δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει

πάντως κάθε δευτέρα ποτίζει τις γλάστρες και
ρίχνει πλούσιο λίπασμα
ύστερα δήθεν αναρωτιέται πως και
μαραίνονται



αποκτήνωση



κρύφτηκε
Σ’ένα βοκσβάγκεν λευκό
με δίχως ουρανό

Είπε πως
τα ‘ζησε όλα μέσα στο λίγο
και πως η υπομονή είναι
το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου:
είχε τόσο κουραστεί να την ταΐζει
μέχρι τη στιγμή που.

Κανείς δεν θυμάται τ’ όνομά του
μόνο πως ήταν ένας δειλός σοφός
με πόδια σαν ρίζες
και θα΄ θελα να μου ‘χε εξηγήσει γιατί
όμως οι πράξεις δεν εξηγούνται

όταν επιθυμούμε να μας μοιάζουν.

lapsus memoriae



Τις χειρότερες σκέψεις δεν τις είδε
έγιναν μόνες, στιγμιαία σε πνιχτό σκοτάδι
από τον ίδιο λαμπρό νου που αγαπάει
αμφιβολίες και σιωπή τυλίχτηκε παλτό
τραβώντας τα μανίκια υποτάχτηκε
δεν είναι ούτε μοίρα ούτε τύχη
είναι έτσι τα πράγματα
επανάληψη εβδομαδιαίως και χάνει πόντους
την τελευταία φορά είχε το ύψος ενός χρονιάρικου αρνιού
ταχύτητα αιωνόβιας χελώνας , αργόσυρτο μυαλό αγελάδας
 συναισθήματα μεμψίμοιρου κύκνου και φωνή μάινας
"Δενείμαιαυτόπουέφτιαξεσμετοκουρασμένομυαλό"
πνίγηκε στην αντίφαση των σκέψεών του
χωρίς διάθεση να του συγχωρέσει το οτιδήποτε
στον πάτο της λίμνης φέγγιζε το μέχρι του.



βόλτα στη χιλή

κατά μήκος της μαύρης παλίρροιας
με βουλωμένα αυτιά, η μουσική θρόιζε
περπατούσα, δείλιαζα και περπατούσα
έριχνα στρατιώτες νεκρούς με μια λέξη: πείνα
κι όταν κόντευαν να μου βγουν τα σωθικά απ'τη ναυτία
ούρλιαζα δυνατά στα βράχια , ήρεμη
χωρίς ίμερο, ξεφορτώθηκα αυτόν που με κρατούσε
η λούπα με εγκλώβιζε μέσα της
ασφαλής στα σκοτάδια , άκριτη
μελαχρίνη ξανά, με μια σχισμή στον καρπό
παρατηρούσα τα λάθη : γέμιζαν σαν βδέλλες τις κοιλιές τους
το στόμα ακόμα μυρίζει φρούτα, δώρα παγίδες
έφυγα δέκα χρόνια πριν και αλώβητη ταξιδεύω
συναντώ εμένα κι εμένα κι εμένα
χωρίς πόνους με μια νέα ζωή στην αγκαλιά
ο θρήνος πνίγηκε στα ρηχά
κι έμεινε άταφος



1+1

βρυχάσαι βαθιά
η αγάπη σου νότα
βιολιού έγινε

             *

τρέμω τόσο πια
τη χάση σου να ζήσω
πρίν από εσένα εγώ


Γ12, στάση 12

Μαυροφορούσα κατά μια συνήθεια θρήνου
ήρθα να σε βρω. Μου πρόσφερες κρασί
να πιω και μαύρη σοκολάτα
έμεινα μέρες, μήνες, χρόνια εδώ
σκαλίζοντας τη φωτιά που ανάψαμε
παίζοντας παιχνίδια με λέξεις 
τρυφερότητα και σκληράδα
ερωτευτήκαμε βαθιά και πολύ
με αγάπησες, σε αγάπησα
γεννήσαμε ένα παιδί που 
δοκιμάζοντας αέρινους φθόγγους 
τονίζει τις νέες μας ιδιότητες
επικαλείται το φως , μαζεύει νότες
και χρώματα ,μας ενώνει ξανά
το τώρα μας βρίσκει σε ένα ολοκαίνουριο παλιό
να χτίζουμε ζωή σε σταθερό χώμα,
μια τριάδα αδιαίρετη, ενωμένη με ονειρικό νήμα
σε ζεστό ιστό συνεχίζουμε


μια μύγα μπήκε, κάθισε , ήπιε, βγήκε

Τη σακούλα , τη χαρτοσακούλα
ακόμα την ψάχνω.
Στα κρυφά , τα σκοτεινά.
Προσπαθώ κάθε φορά
να αποδώσω κίνητρο
 και λογική στην πράξη
 Έγινε βιαστικά , εν αναμονεί
ψυχοφθόρου ταξιδιού με τρένο.
Η βαλίτσα μου ξερίζωνε αργά
το χέρι από την άρθρωση του αγκώνα.
Πονούσα, πονούσα
Το περιεχόμενο ήταν φτωχό σε αξία,
σημαντικό για μένα που το έχασα
Με σειρά , λοιπόν:
μια ριγέ πυτζάμα με φροντίδα διπλωμένη
ένα μικροσκοπικό σπιρτόκουτο από την Πράγα,
το κολιέ της μαμάς, ένα φορτιστής, το άρωμά μου
δυο σοκολάτες κι ένα βιβλίο
Η μύγα πήγε και κάθισε
πάνω στο κραφτ
δευτερόλεπτα μετά το φευγιό μου
την άκουσα να γελά σπαρταριστά
με τη βλακεία μου.



dull doll : a dialogue

Όλη είσαι μια ουρά και έρπεις,
προς φανταστικούς θρόνους
αλλάζοντας άντρες σαν τα φιδοπουκάμισά

δεν σου περνά από το μυαλό πως
ο θαυμασμός μπορεί να είναι γνήσιος
χωρίς να συνοδεύεται από υποτέλεια

γράφεις,
στοχεύοντας -ευθύβολα μα τόσο λάθος-

Στέκομαι  στα πόδια μου γερά,
βουτηγμένη σε ευτυχία
-αυθύπαρκτη και υπαρκτή εγώ-
με εικόνες από δικό μου υλικό
καθρεφτίζομαι στα μάτια μιας αγάπης
που η στείρα φαντασία σου
δεν μπορεί να συλλάβει.

καμιά σου λέξη δεν μπορεί να με κλονίσει.

εσύ,
εστεμμένη μικρή πριγκίπισσα του τίποτα,
(Τα σκήπτρα σου προσκυνώ!)
συνέχισε-
μπορείς να ηγείσαι στις στρατιές των ανθρώπων σου
-του κενού-
μόνη.



βραδιά ποίησης

Στο Χάρλεμ μόνο
Δεν πίνουν κρασί
πίνουν τεκίλα
χασίς, L.S.D
Σε ταξίδι -χωροχρονικό :
decadence, στα μαύρα, θεά
λυτά, απλά τα μαλλιά
ψυχή στις χούφτες

Κατεβαίνω τις σκάλες
σε κάθε θαμπόγυαλο βλέπω :
οι γλώσσες τρέχουν
οι άνθρωποι ακούν 

Μουσική και ποδήλατα 
κρεμασμένα σε τοίχους
ποτά καυτά και σφηνάκια
κερνούν τους διψασμένους

Η ψυχή στις χούφτες
δεν τρέμει, έτοιμη
μιλά αντί εμού
κλονίζει τα σφραγισμένα στόματα

κάποτε οι στιγμές ήταν εύκολες
και όμορφες
κάποτε βάδιζα με 
την ψυχή στις χούφτες





vacutainer

Οι πλαστικές πεταλούδες είναι
τρομακτικές-όσο πιο μικρές , τόσο
Φωλιάζουν στα χέρια
ασπρίζουν αυτά ,καθώς το αίμα κρύβεται,κλαίνε τα μωρά
Όταν, ειδικά, τα καθίζουν 
στην αγκαλιά της μαμάς
η αδυναμία της να είναι
δυνατή και θαρραλέα
και το γαργαλητό στην οσφυική μοίρα
καθιστούν τις πλαστικές πεταλούδες μισητές.
Μετρήσαμε 7 τρυπήματα και 
ίχνος συμπόνοιας εκ μέρους των.




νανούρισμα

Οι λέξεις μου για σένα αργούν
ωριμάζουν στωικά,
είναι φωτεινές, ζεστές
έχουν ειπωθεί από στόματα
αλλά από το δικό μου
πρώτη φορά


Χίλιοι  φόβοι
ξεπηδούν απ΄τη μήτρα μου
βίαια και ανυπότακτα
με επιβολή και στόμφο

Όχι σαν εσένα
όχι όπως εσύ

εκείνο το κρύο φεβρουαριανό πρωινό
καθρέφτης στο ταβάνι
κρύα λευκά πλακάκια
βαμβάκι, βελόνα στη ράχη
όλα κρύα

Εσύ ζεστή, ροδαλή
με ανοιχτό ένα μάτι
ματωμένη στα λευκά σου
με κοιτάς, ανασαίνεις
ζεστή.


σε αποχωρίζομαι.

Δεκα ώρες μέτρησα
πριν κλάψω
πριν σε δω ξανά
ντυμένη πράσινη

σε τάισα
- θυμάμαι -
και τα μάγουλά σου ρούφηξαν αγάπη.



ημερολόγιο γάμου - 3 -

Μύριζες λουκάνικο που σου 'ψησα για βραδινομεσημεριανό και φτηνή γερμανική μπύρα. Ήμουν ιδρωμένη από το περπάτημα της μέρας κι είχα ξεχάσει το αποσμητικό. Αλλά θα έπαιρνα όρκο πως ήμουν άοσμη ή τουλάχιστον μύριζα εγώ. Σου πήρα τα χέρια και σε τράβηξα με δύναμη , να στηριχτείς καλύτερα, να ανασηκωθείς. Ανταποκρίθηκες χωρίς περιστροφές και φλυαρίες στο κάλεσμά μου και λίγη ώρα μετά το κεφάλι σου ξεκουραζόταν πάνω στα πλευρά μου. Είχαμε κι οι δυο την ίδια μυρωδιά. Πως γίνεται μετά από τόσα χρόνια μου λες; Όσα λάθη κι αν έχουμε διαπράξει στην πορεία, το μεταξύ μας μένει όρθιο και αληθινό και όμορφο. Και σ'αγαπάω σαν χθες. Κάθε φορά σαν χθες και λίγο παραπάνω.

Πήρα τις βέρες μας. Τις λευκές πεντακάθαρες βέρες μας.Τις κοιτούσα σαν να μην τις είχαμε διαλέξει μαζί , σαν να ήρθαν από ένα συννεφάκι, να προσγειώθηκαν πάνω στα γόνατα και νόμιζα πως κουδούνιζαν κιόλας.
Η κατακλείδα μας είναι αυτή. Εμείς. Μαζί. Μέχρι.

ημερολόγιο γάμου - 2 -

Μένει ένα κάτι παραπάνω από ένας μήνας. Στο μυαλό μου μπορεί να υπάρχει πια φως και ησυχία. Ακόμα και το διαρκές μου άγχος μαθαίνω να τιθασεύω χωρίς πολλή προσπάθεια. Δεν σκέφτομαι συνέχεια τί θα αλλάξει στη ζωή μου, στη ζωή μας γιατί ξέρω πως μεταξύ μας δεν αλλάζει κάτι. Σ'αυτό που νιώθουμε δηλαδή, δεν αλλάζει -τουλάχιστον προς το χειρότερο. Θέλω να πω μεταλλάσεται κάθε μέρα σε κάτι νέο που μέχρι τώρα έχει παρατηρηθεί πως είναι πιο άρτιο. Δεν μαλώνουμε σαν τους χαζούς, μόνο για τα απαραίτητα, ναι! Δεν βριζόμαστε και υπάρχει σεβασμός και αγάπη μπόλικη για να μας βγάλει για δυο ζωές ακόμα, έτσι θέλω να φαντάζομαι.Σου έχω συγχωρέσει τα πάντα, σε χωράω πιο πολύ από ποτέ και κάνω όλο και περισσότερο αληθινό χώρο για εσένα και για εμάς. Μόνο που τώρα τρέμω διπλά μην πάθεις κάτι. Αυτό μου βγήκε το ανεξήγητο, που το είχα δηλαδή κι από πιο πριν , όταν άρχισα να σε θεωρώ κομμάτι δικό μου, σάρκα μου που λένε οι πολλοί, τώρα όμως από τότε που συμφωνήσαμε πως θα συμφωνήσουμε να γίνουμε παντρεμένοι άνθρωποι, νιώθω ακόμα περισσότερη ανησυχία για εσένα. Συνειδητοποιώ πως δεν σε χορταίνω τόσες ώρες που λείπεις στη δουλειά, δεν κάνω καν αρκετά πράγματα για να σε περιποιηθώ όμως έχει γίνει μια φωτιά μέσα μου που λέει κάθε τόσο "αγάπα τον" κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Οι βέρες μας - αυτές οι αληθινές βέρες που εσύ θέλησες να βρούμε και να χαράξουμε πάνω τους σημαντικές λέξεις - θα μας σφίγγουν τα δάχτυλα τις πιο κουρασμένες και βαριές μέρες, αλλά ξέρω πως θα είναι μια υπενθύμιση αυτό. Μια γλυκιά υπενθύμιση για τις σοβαρές μας αποφάσεις. Είμαι ήρεμη, νιώθω σιγουριά και μια παράλογη, άτρωτη, αναθεματισμένη ευτυχία.

ημερολόγιο γάμου - 1 -

Eίναι αυτές οι δυο μέσα μου. Η μια ανησυχεί κι χολοσκάει για τις προσκλήσεις ,τα προσκλητήρια, το ύφασμα και το τούλι για τις μπομπονιέρες , αν η γλυσίνα ταιριάζει μ'αυτό το απαλό πράσινο του φακέλου, αν τα κουφέτα θα κάνουν κρακ απ΄τη ζέστη, αν ο δήμαρχος θα χάσει τα λόγια του και θ'αρχίσει να τραυλίζει, αν θα τρέχουν σταλίτσες ιδρώτα στο μέτωπο, αν θα ταιριάζει να παιχτεί saturnus σε γάμο, μα σιγά ποιος θα το καταλάβει αρκεί να'ναι καλό το φαϊ , το ποτό, τα γλυκά κρύα και τα χέρια ζεστά,αφού οι καρδιές είναι ήδη ζεσταμένες.Ανησυχεί αυτή λοιπόν για όλα, να είναι σωστά και καθωσπρέπει, όπως πρέπει -γαμώταπρέπει-, να μην στενοχωρηθεί κανείς, να σταλούν οι προσκλήσεις νωρίς, να φανούν οι εκπλήξεις στα πρόσωπα, το δάκρυ , η χαρά, η ευτυχία. Είναι και η άλλη εγώ που δεν δίνει δεκάρα και θα'θελε να τρέξει μακρυά από τη σύμβαση, θα'θελε μόνη έννοια να είναι αυτό μας το σπιτικό να διανθιστεί με παιδιά, δημιουργία και να υπάρχει εκεί μέσα μας αγάπη κι ευτυχία. Σχεδόν 7 χρόνια μαζί κανείς δεν μας έχει πει να ζήσετε, κανείς δεν συγκινήθηκε που είμαστε μαζί, που κάνουμε έρωτες και τελειώνουμε αγκαλιασμένοι, που φτιάχνουμε σιγά σιγά τη φωλιά μας όμορφη, που αντέχουμε κι εξελισσόμαστε. Κανείς. Τόσες μέρες που τρέχω σε κεπ και ληξιαρχεία όλοι μου φέρονται τόσο ευγενικά όσο δεν μου'χει φερθεί δημόσιος υπάλληλος γραφείου τα χρόνια που νταραβερίζομαι με δαύτους. Κι επίσης θα έρθουν όλοι αυτοί οι αγαπημένοι να μας ευχηθούν αυτά που θα'πρεπε από την αρχή."Καλή αρχή" και ευτυχία. Θα ανατριχιάσουν και θα κλαίνε από χαρά και δεν θα πιστεύουν στα μάτια τους κι αναρωτιέμαι αν ο γάμος είναι κάτι μαγικό που λέγεται σαν παραμύθι από στόμα σε στόμα. Πόσο παράλογο μου φαίνεται.Μα είναι κι αυτή η μια μέσα μου που νοιάζεται για το νυφικό και το κοστούμι, τις φωτογραφίες που θα μας θυμίζουν τη μέρα αυτή που θα'ναι ορόσημο για σένα και για μένα. Είναι κι η άλλη που μπερδεύεται και αναρωτιέται τι θα κάνουμε με το 17 και με τη γλώσσα μας και τις προηγούμενες αναμνήσεις.Είμαστε μαζί και θα είμαστε πάλι, αλλά εγώ θα λέγομαι και κάπως αλλιώς κι εσύ θα΄χεις γυναίκα επίσημη πια και θα 'μαστε αυτό που λένε σύζυγοι.Μα πόσο εκνευρίζομαι.Πόσο.Και ταυτόχρονα πόσο θέλω να είναι όλα άψογα και τα γλυκά κρύα και τα ποτά αρκούντως παγωμένα και οι πτυχές του φορέματος ατσαλάκωτες λίγο πριν το βγάλω.Κι όλα αυτά για μια μέρα ορόσημο, που θα σφραγίζει κάτι, αυτό που εμείς επιλέξαμε, να μας ενώσει κάποια χρόνια πριν.Έχω ζήσει το ένα πέμπτο και κάτι παραπάνω της μέχρι τώρα ζωής μου μαζί σου.Τώρα που το έγραψα ,τώρα το διάβασα και πάλι δεν το συνειδητοποιώ.

mors certa

Η θλίψη τελικά, αυτή περνάει απ'το στομάχι,
εποπτεύει και υποτιμά ό,τι πριν λίγο έφαγα -
κυρίαρχη στο χώρο.
Σαν μητρική ματιά,
ελεγκτική κι όχι παρήγορη
εκβιάζει δάκρυα, παρωχημένα
στυφά, πολυκαιρισμένα.
Αυτή η μέγαιρα.
Μην ανησυχείς, όμως!
έχω μεθόδους.
Είσαι εσύ και το λογικό μυαλό σου
ενάντια σ'αυτήν και το δικό μου.
Θα τη στραγγαλίσουμε πριν προλάβει.
Αυτή η μήδεια.
Στη σκέψη πως καμουφλάρεται
μειδιώ κι οπλίζομαι - νομίζω-
παραπάνω.

[καταχώρηση ημερολογίου]

Έγινα του εαυτού γιατρός
συνταγογράφησα ευτυχία με τσιμπιές δυστυχίας 
 κανένα ποτηράκι αλκοόλ -για να θυμάμαι 
τις μποεμ στιγμές και σχέδια ρεαλιστικά , 
μελλοντικά σχέδια :
να σε χωράω πια. Αφού
είμαι η δική σου γυναίκα, 
αυτή που διάλεξες 
-θυσιάζοντας τις άλλες- 
να αγαπήσεις, να κατακτήσεις  
όρκοι και λόγοι 
χτυπούν στα μηνίγγια  
τρύπιος δεν είσαι, είσαι άντρας πια
τρωτός μα αβλαβής στα μάτια μου
αγαπημένος σαν άπειρος.


Σσσσσ.

Η Φωτεινή πέθανε.
Δηλαδή όχι τώρα, στις 22 της αρχής του καλοκαιριού.
Και την είχα θρηνήσει 6 καλοκαίρια πριν στην Αντίπαρο,
κουλουριασμένη και γυμνή σε ένα λευκό κρεββάτι.
Αυτό το συκώτι. Το ρημάδι που δεν αναγεννάται, όχι μυθολογίες είναι αυτά.
"θέλωναζήσω"μου λες.Να ζήσω.
Μην κλαις σου λέω , μην κλαις.
Ζεις, ερωτεύεσαι πάλι, φτιάχνεις σπίτι και μιλάς στις κουτσουπιές.
Αλλά θυμάμαι πως κλονίστηκες με τον άντρα που αγάπησες και σε άφησε.
Τον είδα φέτος στην Κρήτη, μέσα στα κύματα να παλεύει με έναν γιο
και η γυναίκα του να ξεπλένει το βρακί της μικρής τους.
Εκεί το 'νιωσα. Tις τύψεις που είχα χρόνια να σε δω. Εκεί.
Τι σημασία έχουν οι χαζές λεπτομέρειες,το βαρύ σου δαχτυλίδι,
το ριγέ καλσόν, το μέλι με κερήθρα και το γάλα σόγιας που έβαζες στον καφέ, η γοργόνα και τα σφηνάκια με τους ημίγυμνους δήθεν σερβιτόρους και η νύφη που γέμιζε νερό ,με ένα κουτάλι σούπας, μια κατσαρόλα. Θυμάσαι;
Ο καθρέφτης σου από βιτρό, μικρές μικρές πετρούλες που καθαρίζαμε μαζί με οδοντόβουρτσα και τρόχιζες εσύ για να εφαρμόσουν μεταξύ τους.
Τώρα θυμήθηκες;
Τι δύναμη ήθελε για να πεις φωναχτά σε έναν ηλίθιο βαρετό μπεκρούλιακα μπάρμαν
πως χέζεις απ'την κοιλιά. Κι εκείνος ακόμα πιο ηλίθιος σε κέρασε σφηνάκια. Ή δεν ξέρω, δεν ξέρω θα άφησε το σαλιάρικο στόμα του ανοιχτό.
Σενιορίτα , να! τώρα κλαίω. Το χαμό σου.
Εσύ με έσωσες, εγώ ανάξια να.




Τσόφλι


Σου κράτησα κακία άφθονη 
που δεν πρόσεξες και 
το τετράχρονο χέρι έγινε μωβ, 
νερό καυτό με τσόφλια 
στόλισαν το δεξί 
με μεγάλες ζουμερές χαλκοκίτρινες φουσκάλες. 
Με περισσή φροντίδα το δέσε ο γιατρός 
που τύχαινε μπαμπάς, μπαμπάς μου
 κι εγώ σ' έδειχνα με το δάχτυλο . 
Ένιωσες άσχημη, ανεπαρκής κ ηττημένη · 
στόχος επετεύχθη. 
Εγώ, φωτογραφία με λουλουδάκι στο επιδεμένο δεξί- 
υπερβάλλων ο πόνος πάντα καλαίσθητα- 
εσύ την έβγαλες. Κι αν όχι, εσύ την φύλαξες. 
Τώρα που δειλά ίχνηλατώ στο δρόμο σου, 
τρέμω και κροταλίζω δόντια 
μην τύχει και γέννησω 
ένα τέρας που θα με μισεί,
μαμά μου.

http://georgiaponirakou.com/

ψυχόρμητο

Σπαρμένος ανάμεσα σε κρίνους και λευκά τριαντάφυλλα. Τακτοποιημένος στο δικό σου ξύλινο, το δικό σου χώρισμα, με τους δικούς σου ανθρώπους · χωρίς δύσπνοια. Χωρίς αναπνοή πια.
Τα βαθουλωμένα μάγουλα και τα παιδικά γυαλιστερά μάτια γράψανε δυο ρυτίδες αριστερά και δεξιά στο χαμόγελο. Τελευταία φορά που σου μίλησα.
Τα φέρετρα εδώ στην Αθήνα τα ξεχωρίζουν με post it. Μικρούλικα χαρτουλάκια βεβηλώνουν τα τελευταία στρώματα των νεκρών μας . Πόσο με αναγούλιασε αυτή η εικόνα, πόσο ήθελα να τα ξεκολλήσω ένα- ένα από το ξύλο και να τα σκίσω με λύσσα. Δεν είναι η εποχή μου αυτή. Δεν είναι, δεν είναι.
 Όλα βιαστικά , όλα εννοούνται, ο θρήνος μισός, ο επικήδειος ανύπαρκτος, ο καφές νερουλιασμένος και το κονιάκ πικρό. Οι εργάτες με στολές και μπότες , κάπως περήφανοι κι επικριτικοί μας διώχνουν παραπέρα, να μη λερωθούμε με χώμα και τσιμέντο. Τα λόγια δεν ειπώθηκαν από κανέναν παπά, μισή κηδεία, μισή φροντίδα, όλα γρήγορα κι ανάλγητα. Όλα υποκριτικά καθωσπρέπει.
Οι καμπάνες βιαστικές, τα λουλούδια στα στεφάνια πετάχτηκαν, οι φωνές έσπασαν.
Το δέρμα σου κρύο απ΄το ψυγείο που σε καταχωνιάσανε τρεις μέρες. Ανάθεμα κι αν πρόλαβες αυτές τι μέρες  να πιεις μια γουλιά νερό ή να ρουφήξεις λίγο ήλιο απ'το παράθυρο. Δεκαπέντε βήματα, τρεις στάσεις, μια καρδιά μπαλόνι να φιλτράρει όλο σου το αίμα. Μα πάντα το 'ξερα πως μας χωρούσες όλους κι ίσως πιο πολλούς απ' όσους έπρεπε. Ίσως γι'αυτό ξεφόρτωσες όλα τα περιττά. Όμως τι βάσανο να μη βγαίνει αυτή σου η ανάσα. Τι βάσανο να κοιτάς μια μαύρη οθόνη με τις ώρες, καθισμένος σε γωνία ορθή για να μπορείς ν' ανασάνεις όπως όπως σε ένα σπίτι γεμάτο σκόνη, γάτες και ινδικά χοιρίδια, άλλοτε γεμάτο γέλια και παιδιάστικα παιχνίδια. Να διαγιγνώσκει "κατάθλιψη" η καχεκτική ψυχικά γυναίκα σου, να κοιτάς φωτογραφίες και να θυμάσαι, να σκαλίζεις σωστά και λάθη και να θες μόνο λίγη παραπάνω αγάπη από αυτή που σου δόθηκε.  Βάσανο και για μας που μείναμε πίσω, που τα ξέραμε ή τα ψυχανεμιζόμασταν όλα αυτά, αλλά οι αλυσίδες που μας φυλάκιζαν ηταν πάντα δυνατότερες.
Τα χορτάρια φύτρωσαν ανάμεσα στα πλακάκια τα πορτοκαλί, τα έσπασαν, δεν ξέρω καν πόσα γλύτωσαν, δε θέλω να ξέρω. Το σπίτι αυτό με τα πιο όμορφα φινιστρίνια θα χαθεί. Πόσα ερείπια ακόμα μπορεί να κουβαλήσει ένας άνθρωπος; Μακάρι να είχα χρόνο να σου απαλύνω τον πόνο.
Ξέρω πως για σένα όλα τώρα ξανάρχισαν. Εκεί, μικρούλης πάλι, στην αγκαλιά των γονιών σου, του παππού και της γιαγιάς φορώντας το πιο σπάνιο χαμόγελό σου. Δεν ξέρω · ελπίζω.
.

blitzkrieg

πριν τελειώσουν οι μπαταρίες, 
ψυχαναγκαστικά να γράψω εδώ, στην άδεια σελίδα, 
είναι ανακουφιστικό που τα γράμματα δεν είναι με μολύβι
από απόσταση να δω όλες τις επιλογές, 
να ξεκαθαρίσω, να διώξω μακρυά τις ατιθάσευτες σκέψεις
 τα ανοργάνωτα του νου
δεν έμαθα να γράφω ποιήματα κι ο χρόνος μου
 τελειώνει - συμβιβάστηκα με ευφάνταστα,
 πιο περιττά οχήματα, με φιοριτούρες και λινές τραβέρσες, 
καθαρούς νεροχύτες και αστραποβόλες (όσο μπορούν)
πορσελάνες σε μικρά, μικροσκοπικά πανάρχαια μπάνια. 
η ζωή μου περιορίζεται 
54 τετραγωνικά, τρεις κούπες καφέ, φρυγανιές
 με μαρμελάδα βερίκοκο. 
Η σκέψη προσποιείται 
πως ωρίμασε και αποδέχτηκε αυτά
Σβούρα σε έναν κόσμο άγνωστο 
με ανθρώπους γνωστούς, ίδιους, 
που μοιάζουν ο ένας του άλλου,
τώρα ή στο παρελθόν, 
μα όλοι τόσο τραγικά ίδιοι- πως;
γελοίοι, τιποτένιοι, μικροί, σκυθρωποί,κούφιοι,
αγέλαστοι, ανάλγητοι,  άνευροι
Παθητική αναγνώστης και θεατής, γερακάρης,
τραγωδός και κωμικός σε πρώτο ρόλο, 
δεν ξέρω το σωστό σενάριο, 
ποια η σανίδα που θα με στηρίξει;
Ζω εκτός.Οι αποφάσεις αράχνιασαν
 -δενξεσκονίζωτίποτακουράστηκα-
ζω εκτός
άγκυρα ταλαντεύεται από τον ουρανό 
πάνω ακριβώς απ' το αρραγές μου κρανίο. 
"Πόσους να σώσω, ποιους να πρωτομαζέψω."
δύσκολες οι αποφάσεις, κακεντρεχή τα διλήμματα
πιο εύκολο να γκρεμιστώ, δειλό αλλά εύκολο.
θέλω φιλόξενες χούφτες, να παρατήσω για μια στιγμή την κούραση. 
να τη νανουρίσουν, τρυφερά να την αγκαλιάσουν 
 μειδιώντας να την πνίξουν όπως δεν μπορώ εγώ.
να απαλλαγώ από ετερόκλητα συναισθήματα, 
να είμαι σταθερή εγώ, να μπορώ. Να μη δικαιολογώ
να ξερνώ τιμωρίες προς άξιους αυτών και λίγη γαλήνη για μένα.
Ναι, για μένα. Να σταματήσω να
ζω εκτός.



they shoot horses,don't they?

Με λένε Σύλβια, Ανν, Τσεζάρε, Βιρτζίνια, Σάρα, Καρυωτάκη, Γώγου.Θυμάμαι πως πέθανα νωρίς, θυμάμαι πως ήθελα να διώξω αυτό το αίσθημα το βαρύ, το αναπότρεπτο, το αναπόδραστο.Θυμάμαι λάθος; Εισπνοή-γκάζι, πέτρες στις τσέπες και βυθός γλυκός, υπνωτικά χάπια και αλκοόλ για την κατάποση, πυροβολισμός κροτάφου. Τα 'κανα όλα, όχι μ'αυτή τη σειρά, δεν έχει σημασία, τα έκανα πολλές φορές ή μια, δεν θυμάμαι, κρύφτηκα σε λαγούμια για πολύ καιρό πριν το αποφασίσω, κι όταν το αποφάσιζα με δειλία δεν με έβγαζε πουθενά. Έχω αφήσει χιλιάδες λέξεις στους ανθρώπους για να με θυμούνται αν με διαβάσουν κι αν μπορούν να θυμηθούν Παρόλο που θεωρώ γελοία λέξη το "θυμάμαι", όπως και το "μνημονεύω. Όταν χρησιμοποιούν οι άνθρωποι αυτές τις λέξεις, συνήθως άλλα θέλουν να πουν κι άλλες σκέψεις βγαίνουν τελικά από το στόμα τους. Κάτι τέτοιο έχει να κάνει με την υποκρισία τους μονάχα και την ανάγκη να γίνονται ηθοποιοί που και που στη ζωή τους.
Τελοσπάντων, όπως και να με λένε, εγώ τέλειωσα με δαύτους. Πέρασα στην ανυπαρξία. Έλιωσα και πέταξα. Είμαι απομεινάρια και φως.
Καθώς δεν υπήρξα άνθρωπος βουδιστής δεν μπορώ να μετενσαρκωθώ. Αν μπορούσα θα ήθελα να ήμουν πάλι το ίδιο. Πάλι αυτό που υπήρξα. Το ευμετάβλητο, εύθραυστο, ορμητικό, στατικό, ρευστό, αντιφατικό πλάσμα που μίσησα, αγάπησα και ξαναμίσησα με σθένος. Αυτός ο εαυτός που ποτέ δεν κατάφερε να μου πει τι θέλησε και πως. Που όσο έξυπνος, οξυδερκής και δυναμικός υπήρξε, άλλο τόσο απαισιόδοξος, απελπισμένος, μανιακός και λειψός πέθανε.
Αν ζούσα τώρα θα άλλαζα τους ψυχιάτρους σαν τα πουκάμισα, σαν τα βραδυνά φορέματα πριν το ραντεβού με υποψήφιο εραστή, θα δοκίμαζα τα αντικαταθλιπτικά και αντιστρες φάρμακα, θα έκανα πειράματα για το αν ταιριάζουν με ποτά, θα είχα κενά μνήμης επειδή δεν ταιριάζουν, θα θύμωνα λιγότερο παίρνοντάς αυτά - κατά τα άλλα θα ήμουν απαράλλαχτο εγώ, γιατί όσες επιδερμίδες κι αν φορέσω, το υλικό μου είναι σπάνιας αλλόκοτης δυσεύρετης κράσης. Και δεν είναι αλαζονικό αυτό.Ή μπορεί και να είναι λιγάκι. Ωστόσο, μετά από όλες τις ανωτέρω δοκιμασίες και μετά από πάμπολλα συμβούλια και συσκέψεις θα κατέληγα στο συμπέρασμα πως δεν χρήζω βοηθείας. Πως ο από μηχανής θεός μου δεν ανακαλύφθηκε ακόμα και καλά θα κάνω να το βουλώσω και να συνεχίζω να χαζεύω τον κόσμο με διάπλατα αθώα μάτια, απορώντας με την ασπλαχνία, τη βλακεία και την υπεροψία διαρκώς. Να συνεχίζω, λοιπόν, να αναπνέω αισχρό αέρα, να μπουκώνω με άγχος το θώρακα, να σφαλίζω με απάθεια το βλέμμα, αφού έτσι πρέπει κι αφού οι επιλογές είναι τόσες και λίγες.Το μόνο που με φοβίζει είναι πως το παιδί μου που ονειρεύομαι να έρχεται στον κόσμο και που θα έχει μια καταθλιπτικιά για μάνα, που δεν θα μπορεί να του εξηγήσει γιατί αγόρασε μια καλύβα ψηλά στο βουνό με θέα τη θάλασσα κι επέλεξε να το μεγαλώσει με αγριόχορτα και κριθαρένιο παξιμάδι. Δεν θα'χω απαντήσεις, όπως βέβαια δεν θα'χω και την παραπάνω ιδανική επιλογή. Και το παιδί μου ελπίζω να σταθεί πιο δυνατό από μένα αφού θα βάλω τα δυνατά μου να φτύσω δύναμη μέσα στο πρωτόγαλα που θα το ταϊσω.


Ψυττάλεια, μονότυπο #51, συγγραφέας : Σαμσών Ρακάς

Tην ξεφύλλιζα με χέρια που έτρεμαν από τον καφέ και τα πρωινά τσιγάρα. Οκτώ και 25 έλεγε το επιτοίχιο. Την ξεφύλλισα μια και δυο και τρεις, δεν στάθηκα πουθενά παραπάνω.Στη θέση του ρολογιού που μετρούσε τις ώρες της υποχρεωτικής μου ευδαιμονίας στέκεται ένα σαρκαστικό και γεμάτο χαμόγελο σαν αυτά που σκαλίζουν τα αμερικανάκια στις κολοκύθες τους.
Δεν μέτρησα τις σελίδες, ούτε τα πολλά κομμάτια από φωτογραφίες, γραμματόσημα, εισιτήρια σαλαμίνα-πειραιάς,  τις ζωγραφιέ με κραγιόνια που έχει μέσα. Δεν μέτρησα τίποτα, μόνο χάρηκα και έκλεισα το κατάδικό μου μονότυπο ευχαριστημένη.Έπιασα το προσωπό μου και κοίταξα τα χέρια μου: μαύρα. Τα μούτρα μου μαύρα κι αυτά. H Ψυττάλεια με εκδικείται που δεν της αφιερώθηκα ολοκληρωτικά από το πρώτο λεπτό...









Ολοκληρώνοντας την περιήγηση...

Δεν έχω να πω πολλά. Ίσως μόνο πως είναι ό,τι πιο ανθρώπινο και κοντά σε εμένα έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό.Αρκεί μια βουτιά στις σελίδες του βιβλίου -που κάθε φορά είναι διαφορετικό ( για το λόγο ότι το βιβλίο φτάνει στην τελική του μορφή από τον ίδιο τον συγγραφέα με κόπο, φαντασία και επιμονή)- για να βρει ο καθένας ξεχασμένους, οικείους, μισητούς, αγαπημένους εαυτούς. Είναι ένα βιβλίο - αυτοκριτική, μια προσωπική ανάμνηση ή και όχι. Είναι αληθινή ζωή. Κι αυτό για εμένα είναι αρκετό.

πληροφορίες για το πως ξεκίνησε και συνεχίζεται αυτή η προσπάθεια εδώ:
ψΥτταΛειΑ

Ο Σ.Ρ (πορτατίφ) γράφει εδώ:
το πορτατίφ

ξαναψάξε με

Μια φανταστική μέγκενη στρίβει τον παράμεσο.Έχει πάνω της μια λευκή πέρλα. Καθρεφτίζει μια ζωή, τη ζωή μας. Τα θέλω, τα πρέπει, την ομορφιά και την ασχήμια. Κάθε τόσο σου γυρνάω την πλάτη για να με ψάξεις. Θα το κάνεις λίγο πριν ξυπνήσεις, θα μου πεις "μη φύγεις", θα σου νεύω και θα πω "δεν έφυγα καρδιά μου". Πως να φύγω από δω; Ποια τιμωρία να σου επιβάλω και για πόσο; Ζούμε μια ζωή και για τόσο λίγο. Πριν μια βδομάδα μου κόπηκε η ανάσα μέσα σ' ένα όνειρο. Δεν διάλεξα τίποτα καινούριο, δεν ρίσκαρα τίποτα. Έμεινα εδώ, να φροντίσω εμένα κι εσένα. Βάζοντας το κεφάλι μου στο φούρνο ένιωσα να κυνηγώ κάτι άπιαστο, μια οφθαλμαπάτη σε μια παράξενη γιαπωνέζικη θάλασσα. Βγήκα και τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα, εγώ στεγνή, χωρίς βάρος, γεμάτη μνήμες λίγων ημερών, με μια απόφαση να τηρώ ευλαβικά. Βούτηξα στην ακτινογραφία και δεν βρήκα καμιά καρδιά αποτυπωμένη. Ήταν κρυμμένη πίσω από τον κλωβό, θωρακισμένη κι άθραυστη. Μια γέρικη, σταθερή, μικρή καρδιά. Με παλμούς ίσα -ίσα να της φτάνουν για την καθημερινή ανάσα.

υποχρεωτική ευδαιμονία*

Άμα δε μπορείς να θες όλα τα υποχρεωτικά αυτά συναισθήματα νιώθεις σκάρτος και κάπως ανάπηρος.Νιώθεις διαφορετικός μ' έναν άσχημο τρόπο.Ξέρω πως κάτι τρέχει με μένα από τότε που κλεινόμουν στο δωμάτιο και σκάλιζα τη βιβλιοθήκη του πατέρα με τα απαγορευμένα βιβλία.Είδα και διάβασα το Διαβάζοντας στη Χάννα στα 15 νιώθοντας πως ανακαλύπτω έναν κόσμο που είναι ρεαλιστικός και σκληρός και τόσο διαφορετικός από αυτόν της Ζέη και του Βερν ή του Άντερσον.Στα δύσκολα με θέλω.Αλλά φτάνω σε έναν κόμπο πριν φτάσω στον πραγματικό οργασμό.Βλέπω τα αγέννητα μωρά μου να υποφέρουν κι εμένα να ξερνάω άγχος μέχρι την παραγωγική ηλικία των 40.Δεν έχω σπάσει καθόλου στο πρόσωπο.Είμαι παιδί και όπως είπε κι ένας αγαπητός, είμαι η παιδική σου γυναίκα.Και ως τέτοια μπορώ να σε γλείφω από την κορυφή μέχρι τους μηρούς και τα γόνατα και να σου μαγειρεύω ό,τι θέλω χωρίς να ανησυχώ αν δεν σ' αρέσει.Η φαντασία μου κάνει όργια μέσα στην κατσαρόλα.Και πάνω στο κορμάκι σου.Σε παρακαλώ μην τρελαθείς πριν από μένα.Εμένα μ'αρέσει να φλερτάρω με την τρέλα και την κατάθλιψη.Το μυαλό μου αποζητάει τέτοια φαινόμενα μέσα στα δέκα χρόνια που βιώσε κάποιες εμπειρίες.Είναι ένα μυαλό κάπως πρόωρα γερασμένο,μαθημένο να σκέφτεται διαφορετικά και με μια τάση υπερβολής,ένα μυαλό που θέλεις ν'αγαπήσεις και να μισήσεις ταυτόχρονα.Είναι άνοιξη τώρα,τρύπωσε η άνοιξη μέσα στις έλικές του ,σφήνωσε κι όμως εγώ δεν το νιώθω.Προσπαθώ.Αγοράζω γλάστρες που σχεδιάζω να φυτέψω σε μωβ εταζέρες.Θα βάψω τον τοίχο στο προσκέφαλό μας στο χρώμα της πασχαλιάς.Θα περιμένω μια ανάσταση να έρθει να με γλυτώσει.Ένα νόημα βαφτισμένο σε φτηνό, ξεθωριασμένο κόκκινο κρασί,μια λειτουργία, μια μετάνοια,μια φαντασία να έρθει και να μου απευθυνθεί πριν βγάλω αφρούς από το άλικο στόμα μου, πριν ταρακουνηθούν οι βολβοί των ματιών και σωπάσουν.Μια ποίηση περιμένω αυτή την άνοιξη,εξαιρετική και ανυπότακτη.



*τίτλος από το ομώνυμο βιβλίο του Νόρμαν Μάνεα

vatinka

Βλέπω έναν άνθρωπο με μούσια.Γκρι,πυκνά,απαλά σαν μπαμπάκια.Φαντάζομαι τα πεντάχρονα αποστεωμένα δάχτυλα να βυθίζονται μέσα τους και τις στριγγλιές απ'τα γέλια μου να γαργαλούν τ'αυτιά του.Θέλω να του πω, πως πάει στους λύκους μέσα.Είναι πολλοί-ένα κάρο λύκοι.Κι εκείνος είναι αβρός κι ευγενικός και πως δεν του ταιριάζει.Μα δεν του λέω τίποτα.Η σοφία των χρόνων μου.Ο σεβασμός στα χρόνια του.Αυτά που του τελειώνουν και το ένιωσα έναν μήνα πριν.Ξέρω τι πιστεύει: υστεροφημία.Είναι τύπος ομηρικός,πολυπράγμων,πολυμήχανος,ατίθασος,τρυφερός,πολύ μεγάλος για τον κόσμο μας.Κι εγώ πολύ μικρή να είμαι κόρη του.Μου 'πε πως τον τσάκισε το κυπριακό.Όπως τον τσάκισε κι ο εμφύλιος στα παιδικά του.Όπως τον τσάκισαν κι οι αναμνήσεις του πατέρα του, κι η φτώχια τους κι η μυρωδιά του ασφαλίτη με το επιτιμιτικό ύφος και τον βρώμικο γιακά.Μα πέτυχε τόσα.Και τόσα.Κι έχει μια ελπίδα, πως οι ήχοι και η συλλαβική γραφή των κυμάτων του Ελύτη θα τους πνίξει.Το πουκάμισο του Σεφέρη θα τους τυλίξει και τα ακέφαλα πτώματα του Αναγνωστάκη θα οδηγήσουν την άτη και την ύβρη τους σε μια πολυπόθητη νέμεση
Γι'αυτό δεν του λέω τίποτα.Για να μην τον απογοητεύσω.Γιατί ίσως να 'ναι καιρός για μάχες.Ο καιρός μας.Ο δικός μας αγώνας.Ή η δική μας καταδίκη.




alis

Καμιά Αλίκη δεν επιβιώνει σε καμιά γκρίζα πόλη.Για να γίνει αυτό χρειάζονται ένα σωρό ανορθόδοξοι,παράλογοι τρόποι.Μέθοδοι που πρέπει να εφευρεθούν,ν'αλλάξει η Αλίκη να γίνει λογική και καλοκουρδισμένη,να ισορροπήσει πια το αλίκιο συναίσθημα, να μην το προτάσσει,να μην εκρήγνυται μπροστά σε λέξεις και παρακεντήσεις, μπροστά σε τρομακτικές εξετάσεις που αποκαλύπτουν αθηρώματα.Εξάλλου κι η καρδιά είναι σαν τα ξυπνητήρια.Αν δεν την λαδώνει και δεν την κουρδίζεις , απλά σταματάει.Η Αλίκη πρέπει να τα συνηθίζει όλα αυτά, αν θέλει να λέγεται γυναίκα κι όχι κορίτσι.Αν θέλει να αντιμετωπίζεται ισότιμα, αν θέλει επιτέλους να πετύχει η τρομακτική φράση: διαχείριση άγχους.Αν θέλει να κατουράει και να μη φοβάται πως θα της πέσουν τα κλειδιά του αυτοκινήτου από την τσέπη
Η Αλίκη όμως είναι αληθινή κι ο εαυτός της μόνο κάτω από προβολείς τρώγοντας γλειφιτζούρια με γεύση κεράσι,χαμογελώντας στην Χίλντα,κουνώντας αρρύθμως τα πόδια καθώς εφάπτονται στο ντεμέκ ξύλινο πάτωμα.Και περιμένοντας να την φωτογραφίσουν.Και βλέποντας πως τότε ,σ'αυτές τις άυλες εικόνες είναι κάτι που αναγνωρίζει.Την παρακολουθώ να κάνει φιλότιμες προσπάθειες να χωρέσει τη μαγειρική και την καθαριότητα μέσα στη μέρα της.Έτσι μια τυπική της μέρα εκτός από τη δουλειά και την τακτοποίηση καινούριων ιδεών και λέξεων στα τσιπάκια της, θα περιλαμβάνει ένα πλυντήριο και άπλωμα ρούχων, μαγείρεμα νόστιμου,υγιεινού φαγητού,λίγο συμμάζεμα και ανά τρεις μέρες ίσως κάποιο λαχταριστό γλυκό.Η ζωή της είναι γεμάτη από ασχολίες που τις κατατάσσει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των προτεραιοτήτων, όπως θα της υποδείκνυε ένας εγκέφαλος.Αγοράζει λουλούδια ας πούμε αντί για φρούτα.Άμα θέλει , οι τουλίπες τρώγονται, ενώ τα ακτινίδια δεν στολίζουν όμορφα το σαλόνι.Σήμερα γνώρισε και τον Σλάμερ, που σίγουρα ήταν πιο ψηλός από εκείνη και την ερωτεύτηκε παράφορα.Συνομίλησε με ευφράδεια και περιττά χαμόγελα, έδωσε πληροφορίες στα αγγλικά και τα ιταλικά.Ήταν χρήσιμα μα αύριο λήγει η σύμβασή της με τον ενήλικο βαρετό κόσμο.Αύριο επιστρέφει στη φούσκα της και επειγόντως στη χώρα του Brock.Το παραμύθι της δεν θα τελειώσει ακόμα.όσο στοιβάζονται εικόνες στο ομορφοκέφαλό της, θα μετανιώνει που άφησε να φανούν εδώ, μα δεν θα σταματήσει να γράφει.


Καημενούληδες,ποταποί μου άνθρωποι.
Όσα τσιτάτα κι αν τραγουδάτε για την αγάπη
η μοναξιά θα σας ξυρίζει τα πόδια.
Θα 'ναι κει για να θυμίζει τι δεν μπορείτε.











της αγάπης η ντόπα

Όσο κι αν τον αγαπάς, αυτός θα φεύγει.Θα φύγει.Έφυγε.Άρρωστος, γέρος,κιτρινισμένος,θλιμμένος,άφωνος.Γονιός σου.Δεν έμοιαζε δηλαδή, μα ήταν αυτός.Κι εσύ έμεινες τώρα, πίσω, εδώ, να κλαίς πίσω από έναν τοίχο,ακουμπώντας τα χέρια στα γόνατα, να σε στηρίξουν αυτά, να φωνάζεις, να κλαις, να του λες και να μη σ'ακούει πια.Σου μείνε η εικόνα του και το αργό χάδι στο μέτωπο.
Σου 'μεινα τώρα κι εγώ, να σε φροντίζω, να μην ξανακλάψεις ποτέ.

Και τώρα που ήπια,λιγάκι μόνο,ίσα να ευθυμήσω-να με θυμηθώ πως είμαι κι έτσι.Τώρα, δεν έχω τίποτα να πω.Άξιο λόγου,τίποτα.Ένα στρογγυλό καλογυαλισμένο τίποτα, με φιόγκους στα πόδια.Με καταπίνει και με φτύνει κάθε τόσο.Ταμάχι μεγάλο ,σας λέω.Μου πες εσύ,πως οι άνθρωποι όταν πίνουν λύνονται και φαίνεται ο αληθινός τους εαυτός.Φοβήθηκα.Μην πιω κι άλλο.Δε θα έβρισκες τίποτα στη θέση μου.Δεν ανήκω εδώ.Και πουθενά.Όσο κι αν με συγκινούν φιλιά στα χέρια και στο κέντρο του μετώπου.Βρίσκουν στόχο αυτά.Μα δεν είμαι από δω για να.Το να πόδι πατά στο χώμα και τ'αλλο στο νερό.Δεν ξέρω ποιο από τα δυό βουλιάζει περισσότερο.Αλλά εγώ δεν είμαι απο δώ για να.
Τι στο διάλο θέλω να πω εκτός από το ό,τι η ζωή είναι μίζερη.Τόσο που σε κάνει να θέλει να της στήνεις δράματα.Χοροδράματα,ηχοδράματα.Του θεού τα δράματα.Να προκαλούν κλάματα.Που θα φτάνουν για μια μέρα ,δυο.Σε δουλειά να βρισκόμαστε.Να ΄χουμε να λέμε και να κλαίμε.Για χαμούς κι ευκαιρίες στραπατσαρισμένες.Στην οδό Λήθης ή όπου.Κι ό,τι ήθελα να πω, δεν υπάρχει εδώ.Μόνο μέσα στα πνευμόνια μου φωλιάζει σαν ανάσα που ποτέ δε θα χορέψει.

αγχ

Ύπνος γύρω στις 6 πμ.Ξύπνιος μετά έντεκα ώρες.Στο ενδιάμεσο ένα ποτήρι πορτοκαλάδα,αναβράζον, σκυλίσιες γλώσσες στη μούρη και φιλιά ανθρώπινα.Ένα τηλεφώνημα μου παστώνει το κεφάλι με λαχανικά, ο τόνος της φωνής είναι αργόσυρτος κι επιτακτικός κι ανάμεσα σ’όλα αυτά πάντα υπάρχει χώρος.Για ένα ισχαιμικό λιποθυμικό επεισόδιο.Τελοσπάντων, την αναγγελία του.Ανησυχώ και κλαίω.Και ξαναπέφτω για ύπνο ανήμπορη.Όλη αυτή τη σύγχυση που παθαίνω μου την κληροδότησαν.Είναι πια βέβαιο:το άγχος είναι κληρονομικό.Ούτε ορθογραφία σωστή δεν είμαι σίγουρη αν γράφω,τώρα που γράφω.Στον ύπνο πάλι, τινάζονται δάχτυλα, ξεφτισμένα νύχια και δόντια.Τουρτουρίσματα και τριξίματα.Διαρκεί τρεις ώρες απ’τις έντεκα.Εφιάλτης ύπνος.Ξυπνάω αδειανή.Ή άδεια.Ελληνικός με γάλα και δυο φρυγανίες απ΄τα χέρια σου.Δεν έχω τι να λέω.Μόνο παίρνω τηλέφωνα.Πάντα με επιφύλαξη πως ενοχλώ.Ο φόβος μού φεύγει.Η ισορροπία ήρθε.Για πόσο δεν ξέρω.Τσιρίζω μέσα στο κεφάλι μου.Όχι σε ’σένα.Τι φταις κι εσύ.Φτύνω κατάρες κι απορώ.Μονίμως για ένα καλό πόσα άσχημα πρέπει να πληρώνεις αντίτιμο;Οι ζυγαριές πάντα γέρνουν,καταλήγω.Λίγη νοθεία.Ας συμφιλιωθώ.Δεν μπορώ.Ελληνικός ξανά,τσιγαράκι τράκα-ναι ,δεν καπνίζω δήθεν πια,μια πίτα με σουβλάκι κοτόπουλο,κοκακόλα να ρευτώ.Δεν μ'αρεσε.Σαβούρες χωνεύονται στο στομάχι μου.Σαβούρες συνωστίζονται στο μυαλό μου.Με πονάει.Δεν βρήκα ούτε μια λογοτεχνική λέξη να πιαστώ.

Don't try

Είχα κολλήσει τη μούρη στο τζάμι κι έτσι που άχνιζε η ανάσα μου ,πρόβαλλαν μπροστά σταγόνες.Τις έγλειφα μετά,σαν ζαχαρωτά.Κάνα δυο φορές η ίδια ιστορία.Παρατηρούσα την κόκκινη άκρη της μύτης μου αλληθωρίζοντας χαζά.Με κοίταζε κι ο σκύλος σαν ν'απορούσε.Μια τρύπα έχασκε κάτω απ' τα μαλλιά.Αν την εξέταζες με προσοχή θα 'βρισκες τα πάντα για μένα.Σίγουρα.Όλα φάτσα φόρα,εκτεθειμένα,απλά,άτακτα.Τόσα χρόνια,σκέψεις,όνειρα.Κόντευαν να χυθούν στο εσωτερικό του αυτιού.Γαλήνη.Και σκέψη ούτε μία.
Να μοιραστούμε μια μπανάνα;Είναι άγουρη και ξέρω πως σου αρέσει.Είσαι γκουρμέ τύπος για σκύλος.Σου μιλάω κι ας μην έχεις μιλιά-έλλογος είσαι από μένα πιο πολύ.Μόνο η ζέστη απ το χνώτο σου φτάνει.Για να ζεσταθώ.Σε κάποιον είπα πως θέλω να φύγω από δω.Εδώ που όσα και να χω νιώθω κενή και τρηματώδης.Να πάω βόρεια να δικιολογώ και την κατάθλιψη.Κάπως έτσι δεν πάει;Ο ήλιος θέλει χαμόγελα.Αληθινά.Κι αλήθειες.Ουδέν κρυπτόν.Να πάω αλλού λοιπόν.θα σας πάρω και τους δυο μαζί μου.Το χω δηλώσει κιόλας με μελάνι κατάσαρκα.Είτε με σάρκα λοιπόν είτε χωρίς, μαζί.Θα είμαστε.Είμαστε.
Έχω πειστεί.Η πολλή σκέψη φταίει για όλα.Και η λέξη "προσπαθώ".Έχω πάψει να προσπαθώ.'Η κάνω ή δεν κάνω.Η πράξη και η απουσία της.Πιο έντιμο.Το λεγε κι η ταφόπλακα (όχι πως την έχω δει από κοντά) του Χένρι:Don't try.Να τρεις λέξεις, να συμπυκνώνουν το νόημα μιας ζωής.Εγώ για τη δικιά μου, άμα πέθαινα σε λίγο ,δεν τις έχω.Μπορεί να αράδιαζα εκατοντάδες άλλες ανούσιες μα τρεις δεν θα'χα.Μπορεί και να νομίζω πως τις έχω.Γραμμένες στην πλάτη.Μα θα λιώσουν έτσι κι αλλιώς.Τίποτα παντοτινό.Ισως μόνο το ποτέ και οι αρνήσεις.Αν είσαι απαισιόδοξος.Που είμαι.Και το προτιμώ γιατί ενέχει και ρεαλισμό.Κάτι φορές που φουσκώνω σα διάνος  από αισιοδοξία,λέω πως δε θ'άλλαζα τίποτα στα χρόνια που έζησα.Κάτι φορές.Τότε όλα φαίνονται σωστά ,σε τάξη, εν τάξει, κι εγώ με στόχο και δυνάμεις σωρό.
Πιο πολύ όμως,συνήθως, ακουμπάνε τα μουστάκια μου στην επιφάνεια της ιλύος,τη γαργαλάνε και μου υπενθυμίζουν πως είναι ώρα ν'ανεβαίνω.Κι υπακούω.Παίρνω τόξα και στοχεύω ξανά, έχω όνειρα ,έχω απόθεμα στη φαρέτρα.Κι όλα καλά.Καθησυχάζω τότε τους πάντες.Μαμάδες, μπαμπάδες, αδερφούς, κουνιάδες,αγαπητικό και φιλενάδες.Ο ήλιος είναι ακόμα πάνω απ'τα κεφάλια μας.Το μερτικό μας του το ζητάμε καθημερινά και αδιαλείπτως.Έτσι;Έτσι.Κι έχει ο θεός, που λένε και οι γραίες.Έχει ο θεός λέω κι εγώ, κι αισθάνομαι ανακόλουθη.Γιατί δεν το πιστεύω.Φούμαρα είναι όλα αυτά για να ξυπνάς την επόμενη μέρα ευδιάθετος και διαθέσιμος.
Μα δε γουστάρω πια να τα πιστεύω.Πιο μικρή πίστευα και σε παραμύθια κι άλλα τέτοια σαχλά.Μα τώρα όχι.Τσ.La vie est la farce à mener par tous.Κι όσο να'ναι δεν είν'ανάγκη να είσαι Ρεμπώ για να το σκεφτέις ή να το πεις και να σε πιστέψουν.

μάζεψ'τα

Οι επιστροφές.Πάντα θλιμμένες,θλιβερές,αργόσυρτες,με κρύο,κρύα προσμονή,αέρηδες και κλάμματα.κεφάλια κουρασμένα,πατώματα για ύπνο-τί ύπνο-,άδειασμα,συζητήσεις φιλοσοφικές ανάμεσα σε σουτζουκάκια και κοκκινιστά γιουβαρλάκια.Κι ο θάνατος πάντα πιο κει, να τρώει από μας,λίγο-λίγο,να θυμόμαστε, να τους θυμόμαστε όσους φεύγουν και να φτιάχνουμε επικήδειους γι'αυτούς.Κι έπειτα να συνεχίζουμε εμείς που μένουμε,να ερωτευόμαστε,να'μαστε σώοι για όσο,τρωτοί,καθημερινοί,μανιακοί,αδύναμοι,δυνατοί,άνθρωποι.Να ψάχνω να βρω αυτό που θα με συναρπάσει,για να στο πω.Για να σε συναρπάσει.Κι όλο το παιχνίδι να παίζεται γύρω απ'αυτό: το κάτι που θα μας τσιγκλίσει."Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας", μπορεί,ναι, σίγουρα.Συμφωνήσαμε.
Κι ύστερα ένα κουρασμένο τέταρτο και μια μισή ώρα σπιντάτη με οδηγό άπλυτο,πιωμένο,παρατημένο-έτσι υποθέτω.Σιγουρεύομαι με τα τραγούδια του.Είναι λυμένος, τελείως ,κι αυτό μ'αρέσει. Που δεν τον νοιάζει να τραγουδίσει δυνατά αυτά τα σκυλάδικα, 5μιση το πρωί σε μια κούρσα ρουτίνας διασχίζοντας την Θηβών.Διαβάζω επιγραφές, ΠΡΟΦΙΣΩΛ κι φρέσκα ψάρια Καρύστου,προφιτερόλ και μπουγάτσα ο Σάββας-πάντα αυτός είναι-ο ειδήμων,φτιάχνει τις καλύτερες.Θέλω.Ψάρια μπαρμπούνια σαν αυτά που φάγαμε στο χωριό.Όλη εκείνη την ατμόσφαιρα θέλω.Κι όχι το ασημοστόλιστο έντεκα που ρχεται φορτσάτο να μας τρίψει άλλη μια χούφτα ελπίδες κι εορτασμούς στη μούρη.
Ακόμη δεν ήρθαμε και μας έπιασε ο εγωισμός απ'τη μύτη.πάλι καλά φάγαμε ελιές σοκολατένιες για μεσημερινό κι εσύ τώρα κοιμάσαι και κάπως έχουν γλυκάνει τα πράγματα.Το βράδυ να ντυθούμε στα γκρι για τον εορτασμό.Πόσο δε μ'αρέσει.Ταινία και ποπ κορν.Τον μαύρο κύκνο θέλω απόψε μα δεν προβάλλεται ακόμα.Κι έτσι θα κάνουμε τα καθιερωμένα.Και γλεντια και γέλια και φτιασιδώματα κι όλα αυτά για να διώξουμε το παλιό και να αγκαλιάσουμε το καινούριο.oh là là.Έρχεται.

ναγράφωγιασένα

θα'θελα να μπορώ σαν άντρας να γράφω.Για σένα, μα με λόγια όχι απλά κοριτσίστικα.Με υπερβολή και συναίσθημα βαρύ κι ύστερα από μποτίλιες ουίσκι κι αφού μ'έχω σιχαθεί απ'την αδυναμία που σου δείχνω .Να μπορούσα να 'μαι με το στριφτό μισοκολλημένο ανάμεσα στα χείλια, να πικρίζει και να τινάζω μ'ένα νεύμα τις στάχτες.Τότε θ'άξιζαν κάτι όλα αυτά.Τώρα φλυαρώ μόνο.Κλαψιάρικα μουνιά με διάτρητες καρδιές θέλουν να μοιάζουν οι γυναίκες κι είναι άδικο αφού δεν είμαστε μόνο αυτό.Κι όσο φαντάζει γοητευτικός ο πεσσιμισμός άλλο τόσο είναι σίχαμα.Κι ο ρομαντισμός επίσης άμα το παρακάνεις.Λίγα λόγια σταράτα.Όπως,"σε γουστάρω", ας πούμε. Κι άμα χόρευα θα το 'κανα για πάρτη σου.Να με θαυμάσεις.Μ'αναμμένα μάγουλα κι ανάκατα μαλλιά και φτεροπόδαρα.Θα πέταγα για σένα.Για όσο.
Στρίβουμε στη Βερανζέρου.Είναι γύρω στις δέκα το βράδυ.Είναι πολλές, όμορφες ,μαυρούλες.Μικρές, σίγουρα όχι πάνω από εικοσιπέντε.Τις λιμπίζονται οι άντρες.Ανοίγουν τα παράθυρα, τους πουλάνε με νάζι την πραμάτεια τους.Μια χτυπάει και το δικό μας παράθυρο.Δεν ανοίγει ο μικρός- βλέπω στα μάτια του τη ντροπή.Ίσως άμα ήταν με κάνα φίλο του να έκανε πλάκα.Μα τώρα με μένα δεν είχε και πολλά να αραδιάσει.Την ακούω να λέει "δέκα ευρώ το τσιμπούκι".Χαμογελάει.Είναι  γλυκιά και όμορφη,αθώα και τόσο παιδί.Την έχουν δασκαλέψει να τα λέει σωστά αυτά τα λίγα λόγια.Καθαρά ,με άρθρωση άρτια.Ίσως και να'ναι από τα λίγα ελληνικά που ξέρει.Το φανάρι πρασίνιζει κι η σωτηρία της μονίμως φτερουγίζει μακρυά.Να γυναίκες που συνειδητά επιλέγουν τέτοιες δουλειές.Ν'ανοίγουν πόδια και αγκαλιές τα βράδια για να χωρέσουν μέσα τους το ξένο.Αναρωτιέμαι αν μπορούν να κάνουν κάτι διαφορετικό.Από που ήρθαν και που έμπλεξαν.Κι ύστερα σκέφτομαι πως δεν μπορώ να λύσω τέτοια προβλήματα.Είναι τόσο μακρυά μου όσο πιο κοντά μου.Μα κανείς δεν κάνει τελικά αυτό που διαλαλεί.κι έτσι βολεύομαι κι εγώ.Να κοιτάω το σπίτι μου,λοιπόν.Κι η Αφρική ή η όποια ήπειρος πατρίδα μεταναστών είναι μακρυά πολύ.Κι όλοι αυτοί ήρθαν εδώ.Στη βρώμικη Αθήνα, στη φιλόξενη Αθήνα, στην έχωψηλάτομέτωπο Αθήνα.Να ξελασπώσουν ήρθαν και να μαζέψουν λεφτάκια.Να τα στείλουν πίσω στους γονιούς και στα παιδιά που ίσως άφησαν εκεί.Κι όταν μαζέψουν πολλά, θα βγάλουν εισιτήρια για 'κει,χωρίς επιστροφή.Έτσι σκέφτομαι και παρηγοριέμαι.Εγώ, με τις αναρχοαριστερόστροφες απόψεις-ίσως μόνο απόψεις.Γιατί οι άλλοι με τις δεξιόστροφες θέλουν να φύγουν όλοι αυτοί από τη χώρα.Αλλά το μόνο που κάνουν για να τους διώξουν είναι πορείες με δακρυγόνα και ξύλο στους μπάτσους.Πως το λένε;Τραμπουκισμούς.ναι, κάτι τέτοιο.Η όποια ακρότητα και το κάθετί κακώς καμωμένο στη χώρα μας ,εδώ, από τους μετανάστες έχει φτιαχτεί κι απ'αυτούς συντηρείται.Απ'αυτούς ,που μένουν σαν τα ζώα, μέσα σε δυάρια, δέκα-δώδεκα άτομα κι ελπίζουν κοιτώντας από μακρυά το μέλλον,απ'την τρύπα του φωταγωγού.Έτσι,έτσι πρέπει να πιστεύουμε.Μα το νοικοκύρεμα απέχει πολύ απ'αυτούς που μας κυβερνάν.Κι εμείς νομίζω ποτέ δεν υπήρξαμε καλοί νοικοκυραίοι.Είμαστε μόνο πρώτοι στους τσακωμούς κι αναστενάζουμε στα γήπεδα.Πάει καιρός που έχω ν'ακούσω άνθρωπο νέο να παθιάζεται με κάτι.Κι όλοι κατεβάζουν σακούλες σκουπιδιών με ιδανικά πλάι στους τενεκέδες-κάθε βράδυ.