Σελίδες

Μια μέρα


Δυο ώρες ύπνος στα πεταχτά ,τις πιο σκοτεινές ώρες.Καφές ζεστός μα χωρίς γεύση κι ύστερα δουλειές,πιάτα, πλύσιμο αυλής.Η νύστα έφυγε απ'το κούτελο.Το κλειδί στην πόρτα.Έφτασε στην ώρα του το Έλυρος ή το Λατώ ήταν;Δεν ξέρω.Δυο άνθρωποι με βαλίτσες.Αγαπημένοι άνθρωποι.Τους χαιρετάω, χαιρετάει κι ο σκύλος.Φεύγουν ξανά για μικρό ταξίδι μα πιο δύσκολο.Μένω σπίτι,ντύνω τα παιδάκια,πίνουν γάλα,πάντα τους ξεφεύγει παραπάνω κουταλιά νέσκουικ,φεύγουμε για το σχολείο.Γυρνάω σπίτι.Ανησυχία.Πάιρνω τηλέφωνα-"η κλήση σας προωθείται" .Με παίρνουν πίσω.Μου λένε τα νέα με μια περίεργη λέξη:ποζιτρονικη τομογραφια. Έρχεσαι κι εσύ.Λίγο κοιμάμαι.Εσύ πιο πολύ το 'χεις ανάγκη.Σηκώνομαι.Φακές για οχτώ άτομα να ετοιμάσω.Τις είχα από το βράδυ στο νερό,να φουσκώσουν.Ο σκύλος ανόρεχτος,μα πως να μην είναι ,δεν τον έβγαλα έξω από το πρωί.Τρεισίμιση να πάρω τα παιδιά απ΄το σχολείο.Η μέρα δεν τελειώνει.Μόνο σέρνεται και μαζί με κείνη κι εγώ.Κι η μύτη μου ακόμα τρέχει κι ο βήχας πιο τραχύς τώρα.Μιλάω με τους γονείς μου.Να μη στενοχωριόμαστε λένε.Σε ξυπνάω,πήγε τρεις πια.Οι φακές σιγόβρασαν,είχαν επιτυχία.Τρώμε,σηκωνόμαστε,πας για το καθιερωμένο τσιγάρο.Κόψτο το ρημάδι.Με αγκαλιάζεις ,μου λες να αγαπιόμαστε πιο πολύ τώρα.Έτσι ενωμένοι.και τώρα πιο πολύ μας είναι απαραίτητο.Σου λέω να κόψουμε ένα ρόδι.Είπε η μαμά σου να μην τα κόψω όλα μαζί ,να μη χαλάνε.Ρόδι.Φέρνει γούρι.Μακάρι.

αμαξοστοιχία 604

   Έχει καμιά βδομάδα που έφυγε ο Χορχίτο.Ο σταθμός ήταν χακί και πυκνοκατοικημένος. Κοντοκουρεμένοι με άψογες φαβορίτες και ξυρισμένοι κόντρα,όλοι τους.Κι εκείνος, ο φίλος μας έλαμπε μέσα στη στολή και το στραβοφορεμένο μπερέ του.Είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό που κάποιος δικός μας πάει φαντάρος και τόσο μακρυά μάλιστα.Και όλες οι στιγμές εκεί είχαν μια τελετουργία μέσα τους,μια προσμονή, μια λύπη,ένα βάρος,μια σημασία ειδική.
Στρατός,φαντάρος, εγκλεισμός,συγκίνηση,κλάμματα, γέλια και κλάμματα, άγχος,τσιγάρα πολλά,πιο πολλά,τελευταίος καφές απ΄το γρηγόρη,η τελευταία φωτογραφια με την αντανάκλαση του σοβαρού προσώπου μέσα απ΄το τζάμι του βαγονιού.Όλα σημαντικά,ιδιαίτερα.
Τηλέφωνα με την Τιτίνα και ζεστασιά,πλάκες ,στενοχώρια λιγότερη τώρα πια,σχέδια για επισκέψεις εκεί ψηλά.Θα ήθελα να πάμε κι εμείς.Μόνο να μπορέσω.που δεν.Μα θα το 'θελα.Προς το παρόν μου λείπει το κουδούνι που σηματοδοτεί τον ερχομό του, το γάβγισμα του κουταβιού και η χαρά του όταν τον έβλεπε,τα γκολ και το TK σας,τα ψευτομαλώματά του και η τόσο ξεχωριστή σας διάλεκτος.Όλα αυτά είναι κοντά όσο και μακρυά και μέχρι να τα σκεφτώ όλα θα έχει ξεπροβάλλει κι ο μάης.Και θα' ναι πάλι εδώ.Πιο μεγάλος,μα ίδιος,αγαπημένος.


Αγάπη με δόντια


Άμα η υπερπροστασία και το χάος ,η ανασφάλεια και η αδιαφορία, ο εγωισμός και η παραίτηση είναι χαρακτηριστικά ανθρώπινα τότε μπορεί να είναι και γονεϊκά.Πλάθουν παιδιά, κάτω από ομπρέλες τα προστατεύουν.Μέσα σε φούσκες ζουν αυτά.Δεν ξέρουν τι πάει να πει κόσμος, άνθρωποι.Ή τ'αφήνουν και μεγαλώνουν μόνα τους σαν δέντρα από νωρίς.Να μαγειρεύουν μακαρόνια και να ζεσταίνουν ταπεράκια με μαμαδίστικο φαγητό σταλμένο σε πακέτο.Nα καταναλώνουν μπουκάλια ουίσκι και να ξέρουν να το διαλέγουν,να τα παίρνει ο ύπνος σε καναπέδες στα μπαρ.Το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.Κοντά στα τρίαντα, ανολοκλήρωτοι άνθρωποι-παιδιά, με κενά και θέματα άλυτα,βολεμένα ίσως σε μια αντιδραστική συμπειρφορά και ενοχικά πολύ.Και τους λείπει μόνο αυτή η ίση αγάπη. Η μια καλή κουβέντα γι'αυτό που πέτυχαν, έστω το μικρό, το τοσοδά μικρό.Το κανάκεμα και το φιλικό χτύπημα στην πλάτη.Η αληθινή σημαντική επιβράβευση από τον πατέρα και τη μάνα.Τους λείπει η κουβέντα κι ο καφές με τον άνθρωπο που τους γέννησε και θα μπορούσαν να είχαν γεννήσει.Τους λείπει να μάθουν τι κρύβει μέσα του ο μπαμπάς.Θα έχουν μεταξύ τους αυτή την τυπική-άτυπη συνεννόηση συνενοχή.Και είναι εκεί ο φόβος πως θα πεθάνουν ο μπαμπάς και η μαμά και τα παιδιά δεν θα τους έχουν ποτέ γνωρίσει.Κι ενώ ήξεραν πολλές ιστορίες ίδιες μεταξύ τους,τα μυστικά, τα σοβαρά, τ'απόκρυφα παρέμεναν κλεισμένα, σχεδόν μουχλιασμένα σε κλειδωμένα σεντούκια.Ίσως να 'ταν αυτά που θα φανέρωναν αδυναμιές ,που θα έκαναν πιο τρωτούς τον μπαμπά και τη μαμά και θα τους έφερναν πιο κοντά στα παιδιά.Μα είναι αργά.πάντα θα είναι αργά και ποτέ γρήγορα. Κι αυτό που λυτρώνει απέχει.Τόσο όσο ένα βήμα μισό που είναι δύσκολο να γίνει με ακρίβεια.
Συνεχίζουν όμως όλοι να είναι οικογένεια, σε γιορτές και σημαντικά γεγονότα, συνεχίζουν να μη λένε ποτέ αυτό που πραγματικά σκέφτονται και να στενοχωριούνται μόνοι ,θαμμένοι κάτω από βιβλία και μουσικές,να κλαιν και να γελάν αληθινά μόνο για τόσο,να έχουν μάτια κλειστά σε λάθη και επιλογές που μοιάζουν οικεία.Γιατί είναι πιο εύκολο, πιο δραματικό.Γιατί είναι πιο εύκολο από την αλήθεια.