1.3.17

βόλτα στη χιλή

κατά μήκος της μαύρης παλίρροιας
με βουλωμένα αυτιά, η μουσική θρόιζε
περπατούσα, δείλιαζα και περπατούσα
έριχνα στρατιώτες νεκρούς με μια λέξη: πείνα
κι όταν κόντευαν να μου βγουν τα σωθικά απ'τη ναυτία
ούρλιαζα δυνατά στα βράχια , ήρεμη
χωρίς ίμερο, ξεφορτώθηκα αυτόν που με κρατούσε
η λούπα με εγκλώβιζε μέσα της
ασφαλής στα σκοτάδια , άκριτη
μελαχρίνη ξανά, με μια σχισμή στον καρπό
παρατηρούσα τα λάθη : γέμιζαν σαν βδέλλες τις κοιλιές τους
το στόμα ακόμα μυρίζει φρούτα, δώρα παγίδες
έφυγα δέκα χρόνια πριν και αλώβητη ταξιδεύω
συναντώ εμένα κι εμένα κι εμένα
χωρίς πόνους με μια νέα ζωή στην αγκαλιά
ο θρήνος πνίγηκε στα ρηχά
κι έμεινε άταφος