21.4.12

vatinka

Βλέπω έναν άνθρωπο με μούσια.Γκρι,πυκνά,απαλά σαν μπαμπάκια.Φαντάζομαι τα πεντάχρονα αποστεωμένα δάχτυλα να βυθίζονται μέσα τους και τις στριγγλιές απ'τα γέλια μου να γαργαλούν τ'αυτιά του.Θέλω να του πω, πως πάει στους λύκους μέσα.Είναι πολλοί-ένα κάρο λύκοι.Κι εκείνος είναι αβρός κι ευγενικός και πως δεν του ταιριάζει.Μα δεν του λέω τίποτα.Η σοφία των χρόνων μου.Ο σεβασμός στα χρόνια του.Αυτά που του τελειώνουν και το ένιωσα έναν μήνα πριν.Ξέρω τι πιστεύει: υστεροφημία.Είναι τύπος ομηρικός,πολυπράγμων,πολυμήχανος,ατίθασος,τρυφερός,πολύ μεγάλος για τον κόσμο μας.Κι εγώ πολύ μικρή να είμαι κόρη του.Μου 'πε πως τον τσάκισε το κυπριακό.Όπως τον τσάκισε κι ο εμφύλιος στα παιδικά του.Όπως τον τσάκισαν κι οι αναμνήσεις του πατέρα του, κι η φτώχια τους κι η μυρωδιά του ασφαλίτη με το επιτιμιτικό ύφος και τον βρώμικο γιακά.Μα πέτυχε τόσα.Και τόσα.Κι έχει μια ελπίδα, πως οι ήχοι και η συλλαβική γραφή των κυμάτων του Ελύτη θα τους πνίξει.Το πουκάμισο του Σεφέρη θα τους τυλίξει και τα ακέφαλα πτώματα του Αναγνωστάκη θα οδηγήσουν την άτη και την ύβρη τους σε μια πολυπόθητη νέμεση
Γι'αυτό δεν του λέω τίποτα.Για να μην τον απογοητεύσω.Γιατί ίσως να 'ναι καιρός για μάχες.Ο καιρός μας.Ο δικός μας αγώνας.Ή η δική μας καταδίκη.