3.9.11

Να μην εμπιστεύσαι ,λέει, όσους δεν πίνουν μπύρα.Εσύ το πες, το μετέφερες κι ύστερα κι άλλος ένας μου το πε-που πίνει πολλές- και τελικά το είδα γραμμένο στον σελίν και στο νορβηγό τύπο με τα αστυνομικά του.Πότε θα μπορέσω να μάθω να εμπιστεύομαι.Σωστά όμως, όπως χρειάζεται σε μένα πρώτα-πρώτα.Δε μου χει γίνει βίωμα ακόμα γιατί λέω πως τάχα οι άνθρωποι αλλάζουν , μεταβάλλονται, ανάλογα με τις συνθήκες, κουλουριάζονται ,τεντώνονται, αποστειρώνονται, κουρνιάζουν κι εγώ δεν γνωρίζω ποια μορφή τους ακριβώς να εμπιστευτώ.Αλλά είναι κι η ίδια αυτή περίτεχνη λέξη που κάνει κρακ μέσα στο κεφάλι μου.Χωνεύει την πίστη, την ενσωματώνει κι εγώ μου λέει πρέπει να εμ-πισ-τευτώ.Το κάνα παλιά σε άλλους ,με άλλους εαυτούς μα τώρα όλο διστάζω από το σάστισμα που 'χω πάθει με τους ανθρώπους και την ανθρωπιά τους.Σχεδόν δεν ξέρω τι σημαίνουν οι λέξεις.Τις κοιτάζω, τις κάνω κομμάτια,ας πούμε είναι τα γράμματα οι βάσεις τους-όπως οι πουρίνες κι οι πυριμιδίνες- σαν να δένονται με δεσμούς- όπως υδρογονικούς- για να βγάλουν νόημα μέσα στην πρόταση.Κι ύστερα έκθαμβη χαζεύω αυτό το έκπαγλο κάλλος της φράσης.Της όποιας φράσης.Αυτής που λέγεται μπροστά για να σε καλοπιάσει.Κι έπειτα υποσυνείδητα ανατριχιάζω, αφού ενστικτωδώς ανακαλύπτω τα δόντια και την ασχήμια ,την πανούκλα της μέσα φράσης, αυτής που υποννοείται.
Έτσι κάθομαι και συλλογίζομαι σαν ψυχίατρος και ασθενής μαζί, σαν δάσκαλος και μαθητής, σαν μάνα και παιδί, κάθομαι και τα λέω με τον εαυτό μπας και βγάλουμε κανένα της προκοπής συμπέρασμα για το σινάφι των ανθρώπων και των αστείρευτων ιδεών τους.Αλλά μπα.Κι έμεινα μ'αυτό,το μπα.