21.3.11

έξζιτ

Σε κάτι σκουριασμένες μέρες κρύφτηκε.Σ'ένα βοκσβάγκεν λευκό,παλιά δηλαδή ήταν τέτοιο,με δίχως ουρανό.Ταΐστηκε μ'αποφάγια και κάτι σκουρόχρωμα οινοπνεύματα.Είπε πως τα 'ζησε όλα μέσα στο λίγο.Και πως η υπομονή είναι το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου.Είχε τόσο βαρεθεί να τη μπουκώνει  και τόσο κουραστεί ν'αδειάζει μέχρι τη στιγμή που.Δεν υπήρχε που.
 Κι όμως υπέμεινε μέχρι να μην έχει πνοή.Κανείς δε θυμάται τ΄όνομά του.Λέω ,εγώ, που τον γνώριζα μέσα απ'τα γραφτά του, πως ήταν σοφός.Ένας δειλός σοφός με πόδια σαν ρίζες.Και θα 'θελα να μου είχε εξηγήσει τις πράξεις του,μα ξέρω πως αυτές σαν να μην εξηγούνται,έτσι όπως επιθυμούμε να μας μοιάζουν.



14.3.11

ποιό

Και να σου ξερίζωνα τα δόντια πάλι θα το μπορούσες.
Είναι ραμμένο στα μάτια σου πάνω.
Στα χείλια σου πάνω.
δεν ξεθωριάζει-Έτσι λες.
εγώ νεύω,κατανεύω,όπως κατανοώ.
Δέσμιος σου.Θα 'θελα πολύ να μου λέγαν αυτοί 
πότε τελειώνει και πότε ξοδεύεται.
Κι άμα συμβούν τα προηγούμενα,
τι μένει να κάνει κανείς.
Ποιό πλάνο,ποιά καβάτζα,ποιό απόθεμα.
Γιατί κάτι τέτοιο θα πρεπε να παίζει.
Πως να νοτίσεις την απουσία;
Τώρα έχω-Μα ποτέ δεν ξεχνώ καιρούς μαυρισμένος απ΄την απώλεια.
Τότε που 'ταν τα πόδια σηκωμένα ενώ καθόμουν,όπου κι αν καθόμουν, 
γιατί το έδαφος ήταν τόπος σκληρός,άτεγκτος τόπος.
Φορτωμένος μ'αηδίες και φτηνά σενάρια 
να παίζονται σε επανάληψη μέρα τη μέρα.
Το σημείο μηδέν-
οι πορείες μας που ενώνονται κι αποχωρίζονται  
λόγια σαν χέλια.
Τα χάφτεις και μετά ζορίζεσαι να τ' αποχωριστείς 
για να δεθείς την μοναξιά σου.
Αυτή ζηλιάρα,πιο, από εραστή.
Κι άμα δε σε κατακτήσει,δεν ησυχάζει.
Αρκεί εσύ να 'σαι εξυπνότερος και να τη γαληνεύεις.
Να της παραδίνεσαι.
Τότε μόνο θα γουργουρίζει ευχαριστημένη 
τότε κι εσύ ήσυχος, σαν πεθαμένος.
Θα βλέπεις φαντάσματα κι οπτασίες
όλων που πέρασαν και σου χάρισαν 
μιά-δυό λάμψεις.

9.3.11

Και τώρα που ήπια,λιγάκι μόνο,ίσα να ευθυμήσω-να με θυμηθώ πως είμαι κι έτσι.Τώρα, δεν έχω τίποτα να πω.Άξιο λόγου,τίποτα.Ένα στρογγυλό καλογυαλισμένο τίποτα, με φιόγκους στα πόδια.Με καταπίνει και με φτύνει κάθε τόσο.Ταμάχι μεγάλο ,σας λέω.Μου πες εσύ,πως οι άνθρωποι όταν πίνουν λύνονται και φαίνεται ο αληθινός τους εαυτός.Φοβήθηκα.Μην πιω κι άλλο.Δε θα έβρισκες τίποτα στη θέση μου.Δεν ανήκω εδώ.Και πουθενά.Όσο κι αν με συγκινούν φιλιά στα χέρια και στο κέντρο του μετώπου.Βρίσκουν στόχο αυτά.Μα δεν είμαι από δω για να.Το να πόδι πατά στο χώμα και τ'αλλο στο νερό.Δεν ξέρω ποιο από τα δυό βουλιάζει περισσότερο.Αλλά εγώ δεν είμαι απο δώ για να.
Τι στο διάλο θέλω να πω εκτός από το ό,τι η ζωή είναι μίζερη.Τόσο που σε κάνει να θέλει να της στήνεις δράματα.Χοροδράματα,ηχοδράματα.Του θεού τα δράματα.Να προκαλούν κλάματα.Που θα φτάνουν για μια μέρα ,δυο.Σε δουλειά να βρισκόμαστε.Να ΄χουμε να λέμε και να κλαίμε.Για χαμούς κι ευκαιρίες στραπατσαρισμένες.Στην οδό Λήθης ή όπου.Κι ό,τι ήθελα να πω, δεν υπάρχει εδώ.Μόνο μέσα στα πνευμόνια μου φωλιάζει σαν ανάσα που ποτέ δε θα χορέψει.