31.12.10

μάζεψ'τα

Οι επιστροφές.Πάντα θλιμμένες,θλιβερές,αργόσυρτες,με κρύο,κρύα προσμονή,αέρηδες και κλάμματα.κεφάλια κουρασμένα,πατώματα για ύπνο-τί ύπνο-,άδειασμα,συζητήσεις φιλοσοφικές ανάμεσα σε σουτζουκάκια και κοκκινιστά γιουβαρλάκια.Κι ο θάνατος πάντα πιο κει, να τρώει από μας,λίγο-λίγο,να θυμόμαστε, να τους θυμόμαστε όσους φεύγουν και να φτιάχνουμε επικήδειους γι'αυτούς.Κι έπειτα να συνεχίζουμε εμείς που μένουμε,να ερωτευόμαστε,να'μαστε σώοι για όσο,τρωτοί,καθημερινοί,μανιακοί,αδύναμοι,δυνατοί,άνθρωποι.Να ψάχνω να βρω αυτό που θα με συναρπάσει,για να στο πω.Για να σε συναρπάσει.Κι όλο το παιχνίδι να παίζεται γύρω απ'αυτό: το κάτι που θα μας τσιγκλίσει."Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας", μπορεί,ναι, σίγουρα.Συμφωνήσαμε.
Κι ύστερα ένα κουρασμένο τέταρτο και μια μισή ώρα σπιντάτη με οδηγό άπλυτο,πιωμένο,παρατημένο-έτσι υποθέτω.Σιγουρεύομαι με τα τραγούδια του.Είναι λυμένος, τελείως ,κι αυτό μ'αρέσει. Που δεν τον νοιάζει να τραγουδίσει δυνατά αυτά τα σκυλάδικα, 5μιση το πρωί σε μια κούρσα ρουτίνας διασχίζοντας την Θηβών.Διαβάζω επιγραφές, ΠΡΟΦΙΣΩΛ κι φρέσκα ψάρια Καρύστου,προφιτερόλ και μπουγάτσα ο Σάββας-πάντα αυτός είναι-ο ειδήμων,φτιάχνει τις καλύτερες.Θέλω.Ψάρια μπαρμπούνια σαν αυτά που φάγαμε στο χωριό.Όλη εκείνη την ατμόσφαιρα θέλω.Κι όχι το ασημοστόλιστο έντεκα που ρχεται φορτσάτο να μας τρίψει άλλη μια χούφτα ελπίδες κι εορτασμούς στη μούρη.
Ακόμη δεν ήρθαμε και μας έπιασε ο εγωισμός απ'τη μύτη.πάλι καλά φάγαμε ελιές σοκολατένιες για μεσημερινό κι εσύ τώρα κοιμάσαι και κάπως έχουν γλυκάνει τα πράγματα.Το βράδυ να ντυθούμε στα γκρι για τον εορτασμό.Πόσο δε μ'αρέσει.Ταινία και ποπ κορν.Τον μαύρο κύκνο θέλω απόψε μα δεν προβάλλεται ακόμα.Κι έτσι θα κάνουμε τα καθιερωμένα.Και γλεντια και γέλια και φτιασιδώματα κι όλα αυτά για να διώξουμε το παλιό και να αγκαλιάσουμε το καινούριο.oh là là.Έρχεται.

12.12.10

tutti i giorni

Όλα ξεκίνησαν από πέντε γραμμές κι ένα καλάθι με φιόγκο έξω από την πόρτα· όσα δεν γίνεται να έχουμε όσο κι αν το ευχόμαστε.Εγώ εκείνον τον καιρό τίποτα δεν ευχόμουν.Ακολούθησε ένα απρόσμενο γράμμα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.Και βέβαια σε ήξερα μα δεν είχαμε μιλήσει ποτέ και σίγουρα σε εκτιμούσα μέσα από τα γραφτά σου.Σε γνώριζα,μετά απ'αυτό, με τις μέρες και τις νύχτες να περνούν νωχελικά.Μου έγραφες με μπλε γράμματα, σοβαρός, συγχυσμένος,απρόσιτος.Σου απαντούσα κι εγώ ανάλογα.Ήταν οι συγκυρίες έτσι τότε.Με αιφνιδίασες,μέρες μετά, δίνοντάς μου τον αριθμό σου σαν μια αριθμητική ακολουθία.Για να με τεστάρεις.Το βρήκα.Πως ήταν αριθμός κινητού.Μα ,τραγική, μέσα στην ανασφάλειά μου χρειάστηκα να το επιβεβαιώσω.Να σε ρωτήσω αν είναι όντως αυτό που πίστεψα.Μου είπες "ναι" και σε πήρα για μια στιγμή.Μετά συνεχίζαμε γραπτώς.Εξαφανίστηκα για μια βδομάδα χωρίς να με νοιάζει τι και πως.Λιγάκι νοιάστηκες.Με ρώτησες ποια η συγγένειά μου με το Χουντίνι.Κανονίσαμε πρώτο ραντεβού στο σταυρό.Γαμώτο.Σκισμένο μαύρο καλτσόν.Δεν είχα άλλο εύκαιρο.Φόρεσα το μπλε-μωβ.Κι ήταν αυτό που σου έκανε την πρώτη εντύπωση.Αρνητική ,θετική δεν έχει σημασία.Περάσαμε ένα πολύ όμορφο βράδυ μαζί.Ακριβώς όπως έπρεπε.με λίγη παραπάνω σιωπή απ'τη μεριά μου και την αναλογη φλυαρία απ'τη μεριά σου για να υπάρχει ισορροπία στις λέξεις που μοιραζόμασταν.Μετά θυμάμαι ένα κρύο Σάββατο με μια εκπληκτική "Mήδεια".Μοιράστηκα τις εντυπώσεις μου μαζί σου, σε έκανα να ζηλέψεις κι εκεί μου το πέταξες:το δελεαστικό fammi dimenticare και το σουφλέ.Αυτό που έμαθα πως είναι η σπεσιαλιτέ σου κι είδα να φτιάχνεις αρκετές φορές από τότε.Εγώ ,να το πετύχω έτσι ακόμα δεν μπορώ.Λοιπόν, με κάλεσες στο σπίτι σου.Πήρα ένα πράσινο λεωφορείο κι έκανα αγχωμένη μια διαδρομή, ολόκληρο ταξίδι.Μα έφτασα.Κάθισα λίγο.Αφήσαμε μισοτελειωμένο το παιχνίδι μας και το λευκό κρασί στα διάφανα ποτήρια.Έπρεπε να γυρίσω σπίτι."Καλύτερα", μου είπες.Συμφώνησα.Κράτησες τον αριθμό του ταξί.Υπερπροστατευτικός.Ακόμα έτσι είσαι κι ας προσπαθείς να το κρύβεις.Μα έτσι είσαι κρύβεις,κρύβεσαι,τρώγεσαι και στο τελός μου μιλάς και καλύπτω τα κενά σου-με βαμβάκια να μην πονάς.Δυο μέρες μετά στις 16,του παγωμένου μήνα κλείναμε ραντεβού για την ευδαιμονία και βυθιστήκαμε σε μια υπέροχη σαλάτα με ρόδι, κουκουνάρι που συνοδεύαμε με κόκκινο κρασί και τζαζ.Παντού μύριζε κανέλα.Σαν κι εσένα.Φάγαμε ένα παγωτό στον τεράστιο πεζόδρομο κι ερωτοτροπήσαμε σαν σχολιαρόπαιδα.Στο σπίτι σου μου φόρεσες πιτζάμες δικές σου.Έγινα εσύ κι ύστερα ξεγυμνώθηκα.Με είδες όπως κανείς.Μου έγλειφες τους σπονδύλους σαν να το ξέρες πως αυτό ζητούσα από μέσα μου κι άφηνες ανάσες κοφτές,ζεστές ανάμεσα στους τρεμάμενους μηρούς μου.Κι ήταν όλα κόκκινα και υπέροχα.Περνούσε ο καιρός κι όταν μου πες γλυκόλογα μέσα από τα κάγκελα που έβαφες λευκά στην κουζίνα μας έσκασα μόνο ένα χαμόγελο.Κι αργότερα, στο καλοκαιρινό μας κρεββάτι, μου ψιθύριζες τ'αξέχαστα μέσα στ'αριστερό μου αυτί.Τώρα  ξέρω.Νιώθω.Πλήρης.Ξεχειλίζω.Από εσένα.Κι ας έχω ακόμα δρόμο με εμένα.Ονειρεύομαι παιδιά.Νεφέλη σου είπα και Νίκος.Από Ν και τα δυο.Κι όλο σου λέω, σου αραδιάζω σαν μικρό κορίτσι που δεν είμαι κι ας δείχνω.Σε τσαντίζω, με μισείς,με λατρεύεις.Μιλάμε σαν παιδιά.Αυτή η διάλεκτος μας.Ωραία πράματα.Σε μαθαίνω, εντρυφώ.Δε βαριέμαι.Πως μπορώ.Είσαι ο ένας μου.Αυτός που δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά και το ξέρω.Το ήξερα από την πρώτη μας νύχτα μαζί, μέσα στο μπλε φως της απλίκας, ένιωσα θεά.Εσύ το έκανες αυτό.Μόνο εσύ.Κι από τότε δε θυμάμαι να έχω νιώσει αλλιώς στις ιδιαίτερες στιγμές.Άλλοι δεν υπήρξαν ποτέ.Με συμ-πληρώνεις.Σε μυρίζω και δεν βρίσκω πιο ταιριαστό άρωμα από το δικό σου.Χορεύω πάνω στα πόδια σου.Χορεύουμε λίγο άτεχνα, μα μοναδικά· αυθόρμητα, αυτοσχέδια.Θα μάθουμε με τον καιρό.Τα βήματα θα'ναι περιττά,με μια καρδιά για μουσική θα μαθαίνουμε.


.