5.10.10

simple tale


Ένα μεγάλο δέντρο με εύρωστα κλαδιά φύτρωσε στη φωτεινή πλατεία της κίτρινης πόλης. Το Σεπτέμβρη ,φορτωμένο καρπούς, ήταν έτοιμο να προσφέρει. Έκοβαν οι άνθρωποι μια υποκρισία την ημέρα απ΄τα κλαδιά του και τη φύλαγαν στις τσέπες τους μαζί με μια ανασφάλεια. Οι γυναίκες ταίριαζαν τους καρπούς με κόκκινο ματ κραγιόν και παπούτσια τελευταία λέξη της μόδας. Ως το βράδυ οι άνθρωποι όλοι καταβρόχθιζαν υποκρισίες και ανασφάλειες κι ύστερα φύτευαν τα κουκούτσια σε πήλινες γλάστρες στα μπαλκόνια τους. Κάθε καινούριο πρωί θα είχαν ολόφρεσκους ,ζουμερούς καρπούς να γεύονται και κάθε ακόλουθο βράδυ θα φρόντιζαν για το επόμενο πρωί. Η στέρηση θα ‘ταν μεγάλο κακό να συμβεί. Κι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν να μείνουν υποσιτισμένοι. Μια μέρα εμφανίστηκε ένα παιδί ντυμένο με μαλακά μάλλινα κουρέλια. Είχε μπούκλες καστανές κι ολοστρόγγυλο στόμα. Δυο μάτια μαγνήτες, μα δεν είχε γλώσσα ούτε τσέπες στα ρούχα του. Οι άνθρωποι το κοίταζαν με περιφρόνηση. Τα πάντα πάνω του μαρτυρούσαν το αλλόκοτο. Τα μαλλιά του δεν ήταν φροντισμένα ούτε χτενισμένα ούτε στυλάτα. Τα μάτια του ήταν αθώα κι αυτό τους θύμιζε κάτι μα ταυτόχρονα ήταν απωθητικό σαν μιαρό. Το πιο ανυπόφορο απ’όλα ήταν που δεν είχε τσέπες να κρύψει τους καρπούς. Απορούσαν πώ τρέφεται, πώς επιβιώνει. Το δίχως άλλο ήταν αιρετικό.Ανακουφίστηκαν που δεν μπορούσε να μιλήσει. Η σιωπή του σίγουρα ήταν βολική γιατί μάλλον όσα θα έλεγε δεν θα άρεσαν. Με τις μέρες να περνάν οι άνθρωποι άρχισαν να δυσανασχετούν. Το παιδί μεγάλωνε. Παρέμενε παιδί μα είχε φτάσει στο ύψος τον κορμό του δέντρου στο σημείο απ'όπου ξεφύτρωναν τα κλαδιά. Ήταν ανησυχητικό. Μια κόκκινη Τρίτη, οι άνθρωποι αντίκρυσαν το αδιανόητο. Το δέντρο έλειπε από την πλατεία∙ στη θέση του έχασκε ένας λάκκος θεόρατος γεμάτος καρπούς και σκουλήκια να τρέφονται απ’τις σαπισμένες σάρκες.Κανείς δεν είχε δει το αλαφροΐσκιωτο παιδί εκείνη την ημέρα. Στην αρχή εκνευρίστηκαν, μετά θύμωσαν και ξαφνικά τα χέρια τους έπεσαν μηχανικά στο πλάι και ξερίζωσαν τις τσέπες απ’τα ατσαλάκωτα κοστούμια τους. Ανακάτεψαν τα μαλλιά τους με τα δάχτυλα, οι γυναίκες έβγαλαν το κραγιόν απ’τα χείλια τους και πέταξαν μακρυά τα πανάκριβα παπούτσια τους, οι άντρες έκοψαν τις γραβάτες και πήραν μια ανάσα πραγματική. Άρχισαν να γίνονται παιδιά. Έπαιζαν και χαζογελούσαν. Κι αυτά ακόμα τα σκληρά τους μάτια ξεκίνησαν να φωτίζουν.

Τέλος