30.6.10

να μετράω αντίστροφα

Βαριέμαι να βγαίνω.Τα ίδια και τα ίδια, όλοι ίδιοι με μάσκες κρεμασμένες στ'αυτιά να τις έχουν πρόχειρες όταν σε χαιρετάνε και σου χαμογελούν.'Ντάξει είναι και το διάβασμα στη μέση και οι τύψεις μου που δεν μ'αφήνουν όταν δε διαβάζω. Με σπρώχνουν στο λεωφορείο, στο μετρό, στο πεζοδρόμιο, ιδρώνω και μυρίζω σαν την άσφαλτο και θέλω να χώσω το κεφάλι μου κάτω από το πράσινο λάστιχο της αυλής και το κρύο νερό να πάρει μακρυά όλες τις βρωμιές.Θα συζητήσω το πολύ μιάμιση ώρα χασκογελώντας,προσπαθώντας να βρίσκομαι σε εγρήγορση και να είμαι η έξυπνη γυναίκα που περιμένει ο απέναντί μου.Θα προτείνω δυό ή τρία βιβλία και το τελευταίο καλό τραγούδι που άκουγα χθες για καληνύχτα κι είχε κάτι από αντιύλη μέσα του. Λες και τίποτα απ'όλα αυτά έχει σημασία.Το μόνο που έχει σημασία είναι τα κάδρα που φτιάχνω με το μυαλό μου και όσα μυρίζω πάνω στο κορμί σου.Αυτά με απασχολούν και τίποτε άλλο.Βλέπω το σκύλο μου να είναι πιο ευτυχισμένος από εμένα δαγκώνοντας σαν παλαβός τους αστραγάλους μου.Μετά,ψάχνω να βρω την πηγή στη δυστυχία που λέω πως βιώνω και δεν τη βρίσκω.Απλά, δεν υπάρχει.Είναι αποκύημα της φαντασίας μου για να μιζεριάζω και να έχω κίνητρα να γράφω.Είμαι βαρετή-νιώθω βαρετή γι'αυτό.Ξέχασα ν'αγοράσω κι ένα μπουκάλι σάκε από κείνο το μαγαζί κάτω από τη Μητροπόλεως. Μόνο τοφού πήρα κι αποδείχτηκε περιττό και καθόλου νόστιμο για τα εκκεντρικά μου γούστα.Συμβιβάστηκα με μια σαλάτα και κάποιο ανούσιο ζυμαρικό για δείπνο.Έφυγα απ΄το Σύνταγμα με μια αίσθηση αδιαφορίας και πληρότητας κι ίσως ένα τσίμπημα ζήλειας γι'αυτό το πρωτόλειο που μου είχε εκμυστηρευτεί εκείνος ο μικρός ποιητής.Τον έρωτα στα ντουζένια του κι ένα ηχηρό γυναικείο όνομα, ένα όνομα ξενικό που μέχρι τώρα δεν είχα ξανακούσει να'χει χροιά θηλυκιά Παράξενη ράτσα είμαστε οι άνθρωποι, να συγκρίνουμε ό,τι δικό μας με το διπλανό σαν να υπάρχει ανταγωνισμός μόνιμος κι ο αγώνας τελικά να κρίνεται στα πέναλτι.Στην επιστροφή,απ'όλα τα σπίτια ερχόταν να με πνίξει ένας βόμβος μελισσών που είναι λένε ήχος παραδοσιακός.Χέστηκα, εμένα με τσιτώνει ακόμα πιο πολύ.Κι αυτό και οι πάμπολλοι αγώνες και τα κλάμματα και η συγκίνηση για την ασπρόμαυρη στρογγυλή θεά . Νιώθω λίγο να χάνεται η ουσία από την τόση υπερβολή,αλλά τελικά, τί ξέρω εγώ από ποδόσφαιρο;
Πίσω στο σπίτι,με αποζημιώσες εσύ και μ'αποστόμωσες μαζί με τρόπο ξεχωριστό τόσο που δεν ανάσαινα Έλιωσα για λίγο μαζί σου και μετάνιωσα στο λεπτό για τις χλωμές μου σκέψεις .Πότε θα μπούμε μωρέ στο καράβι; Να ξεφύγουμε από την κωλορουτίνα και την βρωμοαθήνα; Εικοσιμία και σήμερα.Αρχίζω να μετράω αντίστροφα πια με αδημονία κι ένα κεφάλι πιο φουντωτό από ποτέ.

13.6.10

"verra la morte e avra i tuoi occhi"



Θυμήθηκα εκείνον το σικελό τον μαυριδερό με τη σιγανή αντρική φωνή και τα διαπεραστικά σαν κουμπιά, μαύρα του μάτια.Luca τον λέγανε και αργότερα μου έστελνε τον έρωτά του να τον διαβάσω σε μια οθόνη.Με είχε δει να κλαίω σπαραχτικά εκεί ψηλά στον προφήτη Ηλία που είχαμε πιάτο όλη την Αθήνα και έμοιαζε η ησυχία να έχει επιβλήθεί απ’τους θεούς.Είχαμε πιει λιμοντσέλο σε πλαστικά ποτηράκια σαν απ'αυτά που βάζουν τα χάπια στα νοσοκομεία και μπουκώνουν τους αρρώστους.Το είχε κουβαλήσει ο αδερφός σου από την Περούτζια, ήταν πράσινο και δυνατό.Με βάρεσε κατευθείαν εκεί που πονούσα καιρό πολύ-ένα χρόνο κι ένα μήνα λειψό, τότε. Καθόμασταν οι δυο μας στα σκαλοπάτια τ'ασπρισμένα μπροστά απ΄το ξωκλήσι και κλαίγαμε για 'σένα που αποφάσισες να φύγεις πιο νωρίς. Μας έλειπες .Κι ο Μάικο μου άνοιγε την καρδιά του σαν να με είχε αδερφή του στη θέση τη δικιά σου. Μα πόσο χαζό και αφελές είναι να πιστεύω πως είσαι κι εσύ σ’έναν παράδεισο φτιαχτό με χρώματα; Σαν παιδί που του τάζουν λουκούμια ενώ είναι το κουτί τους άδειο. Το κορμί σου δεν πάλλεται πια, μα εγώ το θυμάμαι καλύτερα από τον καθένα. Κι έμαθα να μη μου λείπει αφού είσαι μέσα μου ότι κι αν γίνει. Όπως είσαι και μέσα στον αδερφό σου και στη Μανού και στη μάνα και τον πατέρα σου.Έτσι συμβαίνει με τα κομμάτια ολονών που χάνονται. Κάπως πρέπει να ζουν κι αυτοί . Μα να σου πω; Θα’θελα να ζούσες στ’αλήθεια. Να μάθαινα νέα σου και να μου ‘στέλνες τραγούδια σου και ανέκδοτά σου. Να παίζατε με τους Σεισάχθεια που δια-λήθη-καν  - σαν να σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους μαζί με τις στάχτες σου. Να ερχόμουν να ψωνίζω τα lonarid και τ'αντηλιακά μου απ’το φαρμακείο σου,  και να μου ΄δινες συμβουλές μαζί με τα κρύα αστεία που θα μου ξεφούρνιζες. Θα σου γνώριζα και τον άνθρωπό μου, θα σου έλεγα πόσο τον αγαπάω. Θα τον συμπαθούσες κι εσύ με γνήσιο τρόπο, όπως ήξερες να εκτιμάς τους ανθρώπους,αφού θα ταίριαζαν τα χνώτα σας. Θα ήταν η μοναδική φορά που θα μου το επέτρεπα να γνωρίσω έναν πρώην σύντροφο στον άντρα μου. Θα βγαίναμε για ποτά ,όλοι μαζί και με τον πατέρα σου που τον θαύμαζες τόσο και μαζί μ’εσένα κι εγώ.
Ο χρόνος γλείφει και λειαίνει όπως η θάλασσα τα βότσαλα.Κλισέ λέω τώρα και με νευριάζω, μα είναι η αλήθεια αυτή.Γιατί άμα δεν ήταν ούτε γω θα 'μουν τώρα εδώ έτσι που είχα καταντήσει σακάτης. Κι έτσι για μας δεν πονάω πια.Πάνε πέντε χρόνια τώρα. Μόνο για εσένα, που είναι άδικο να μην τη ζεις αυτή τη ρημαδιασμένη τη ζωή σου, καταριέμαι λιγάκι τα θεία. Κι ύστερα, εικοσιτρία χρόνια ποτέ δεν είναι αρκετά για να πεθαίνεις.
 
"...but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill you
to kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitude
they will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the world
not being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate you
and their hatred will be perfect

like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock

their finest art."

11.6.10

Antimatter - Epitaph


Paint me a room where I can dream
Dream of a world that I used to see
Paint me a window, soft and defined
And flood yellow light
Through the open blinds
It's somewhere, hidden from view
A portrait, an epitaph...

7.6.10

Κοντυλιές


Ο πιο αγαπημένος από τους ανέμους του νησιού είναι ο σορόκος και στο νοτιότερο τμήμα του, αυτό που το φυσάει άνεμος λιβυκός ,θα βρεις μια παραλία με σκουροπράσινες πέτρες και μικρές σπηλιές. Θα βρεις και μια κατηφόρα στρωμένη με χρυσοκάστανη, ψιλή σαν σιμιγδάλι άμμο, να κυλιστείς σαν μικρό παιδί ή δήθεν να πετάξεις με τα χέρια σε έκταση∙ανάλογα τα κέφια. Εκεί κάπου, στη μικρή φωλιά φτιαγμένη από πέρσι, θα είμαι κι εγώ αγκαλιά με έναν μελαχρινό μακρυμάλλη που ψευδίζει το όνομα του σκύλου μας με προφορά καταλανού. Κι έχει πλάκα να μας φαντάζομαι να παλεύουμε με τα κύματα και να ακούμε το γραφικό πια αστείο των κατοίκων του χωριού «να προσέχετε μη σας πάνε στον καντάφι». Τα κλικ από τη φωτογραφική θα είναι ο μόνος θόρυβος ενώ θα τρέχουμε ολόγυμνοι στην ποτισμένη αλμυρή ακτή.  Θα προσπαθώ να αποστηθίζω τις αθιβολές ,μα μάταια αφού είναι τόσες πολλές και μου είναι αδύνατο να τις συνδέω με λέξεις χρηστικές δικές μου,θα με ζαλίζεις με τι διάλεκτό σου την ακατάληπτη που τόσο σου αρέσει να χρησιμοποιείς και να τραγουδάς μ’αυτήν όταν είσαι στα μέρη σου κι ύστερα θα με μεθάς με σκευάσματα που έμαθα πως είναι χωνευτικά και τα κατάπινα δυο-δυο τον Αύγουστο ενώ κατάφερνα να στεκόμαι αγέρωχη στα δυο μου πόδια∙πράγμα παράξενο μετά την τόση ρακοποσία. Μας βλέπω να ξαναστήνουμε σκηνή ένα βράδυ, άμα αποφασίσει να μη φυσάει ο τρελός αέρας και να προσπαθούμε να βρούμε τον κρότο και τις άρκτους στον σκούροχρωμο ουρανό που θα τον ταξιδεύουν πεφταστέρια.Το πρωί θα τρώμε τα φρέσκα ροδάκινα που θα σου καθαρίζω ενώ θα μας μεθά ο μπάτης  παρασύροντας μας σε παιχνίδια που μόνο οι εμείς οι δυο ξέρουμε να προβάρουμε.Θα ξεγελάμε την πείνα μας, γύρω στο μεσημέρι με ντομάτες μυρωδάτες από το περιβολάκι ενώ το βράδυ θα μπουκώνουμε τα στόματα μας τηγανίτες μελωμένες  και ζεστές σαρίκες γεμισμένες με τυρί από χέρια μητρικά.Έχουμε τόσες παραλίες να ανακαλύψουμε από την αρχή και να ξαναπάμε ,θέλω, στην Τριόπετρα που με φόβισε αφού ήταν τα βράχια κοφτερά και αφιλόξενα και κάναμε-θυμάμαι- εικασίες για περίεργες παρουσίες στις σπηλιές. Με τον μικρό κόκκινο διάβολο να μας μεταφέρει θα φτάσουμε μέχρι τη Φορτέτζα και θα ‘χει φεγγάρι ζουμερό εκείνη η νύχτα να ρίχνει φως.Και πιο μετά θα χαράξουμε μια γραμμή τεθλασμένη, να μας βγάλει στην παραλία αυτή τη ροζ, που πολλοί την επισκέπτονται και είναι τόσο ξεχωριστή.Ίσως να βουτήξουμε με το καρυδότσουφλο και μέχρι τη Γαύδο, να ζήσουμε σαν αγρίμια για λίγο, να μη μας νοιάζει τίποτα από επισημότητες και συμπεριφορές τυπικές, το μόνο που να μας νοιάζει να είναι τ’άγγιγματα και οι χυμοί μας  αφού ο χρόνος μαλακώνει σ'εκείνη τη γη.
Τα βλέπω όλα αυτά να ζωντανεύουν μπροστά στις διεσταλμένες κόρες και χτυπάει μέσα μου η προσμονή χωρίς ρυθμό∙άτακτα,άναρχα.

1.6.10

μια μέρα στην Αθήνα

Στον κομματιασμένο καθρέφτη σου,δοκιμάζω το μπορντοκόκκινο κραγιόν, αυτό που πάει με την πάστα των δοντιών μου.
Μέσα η φλατ τηλεόραση λέει πάλι πως στη Γάζα σκοτώθηκαν άνθρωποι.Παγώνω, μα μόνο για ένα λεπτό. Η αναισθησία μου είναι συγγενική της ανοχής μου σε όλα αυτά που βλέπω να σέρνονται απροκάλυπτα άσχημα γύρω μου. Γίνομαι όμορφη, παινεύεις τα αμυγδαλωτά μου μάτια, ομορφαίνω κι άλλο, χαιρετάω τη χνουδόμπαλα που έχουμε για παιδί,μου ανταποδίδει με δυο γαβγίσματα και βγαίνω στη ζέστη. Τέσσερις ώρες χωρίς ανάσα και με τον πανικό έτοιμο να ξεβραστεί από τις χαραμάδες των δοντιών και τις ιδρωμένες παλάμες, τριγυρνούσα στην αθηναϊκή άσφαλτο είτε περπατώντας την είτε πάνω σε ρόδες. Μα οι δουλειές πρέπει να γίνουν. Θα ήθελα να ήταν όλα κοντά, να μη βρωμάει έξω, να μην πρέπει να συναντάω πρεζάκια και πουτάνες και ανώμαλους να τρίβουν τον καβάλο τους στους κώλους των κοριτσιών που στέκονται όρθια στα λεωφορεία.Όμως, ομορφιά εδώ υπάρχει ελάχιστη και μόνο για μάτια που μπορούν να την ανακαλύψουν.Είναι κυρίως ασπρόμαυρη και χαράζει πρόσωπα και χαμόγελα και λακκάκια και καμπύλες.
Από Ζωγράφου φτάνω στα κτελ, να στείλω το δέμα , να τελειώνω.Ο Φώτης και η Βασούλα είναι τύφλα και προχωράνε σα χεσμένοι απ'άκρη σ'άκρη στο λεωφορείο.Είχα μια παρόρμηση να τους πιάσω να τους κολλήσω ένα-ένα τα ζαβλακωμένα πρόσωπά τους στο τζάμι και να τους δείξω τη ζωή που υπάρχει εκεί έξω παρά τη βρωμιά. Μα τι νόημα θα είχε; Τα παραμύθια μου κόντρα στην παραμύθα τους. Γράψατε δύο.Μια βόλτα στην ομόνοια με κάνει να νοσταλγώ μια από εκείνες τις εκκωφαντικές ξέφρενες νύχτες που η Αθήνα ήταν γωνιά και συναυλία ενώ σε δεύτερο χρόνο θέλησα μόνο μια μπανιέρα γεμάτη μπεταντίν να χωθώ, να ξεπλυθώ απ'όλες τις αμαρτίες, τις αληθινές όμως, που συνάντησα στο δρόμο μου.Ευτυχώς, επιστρέφω με καναρινί αυτοκίνητο και αιρκοντίσιον που το μισώ ,μα τελικά ευχαρίστησα από μέσα μου τον οδηγό που το άναψε.Δίπλα μου μια συνομήλικη που ενώ κι αυτή είναι ντυμένη στα μαύρα, φοράει και φακιόλι κι έχει μουστάκι.Έχει τάξει τον εαυτό της στα θεία. Ίσως και να της φάνηκα πολύ πορνική με το κοκκινάδι στα χείλια και τις τσιγκελωτές βλεφαρίδες,αλλά χέστηκα. Έχουν πάψει να με απασχολούν οι άνθρωποι αυτοί που ντύνονται μανδύα την ταπεινότητα την ώρα που η υποκρισία χύνεται από τα μπατζάκια τους.Εγώ είμαι παλιάτσος και το δηλώνω με κάθε ευκαιρία.Μόνο τη στρογγυλή μου μύτη ξεχνάω να κουβαλάω μαζί, αφού την έδωσα στο σκύλο να παίζει.