23.4.10

ghosts





Τηγάνιζε πατάτες. Λεπτοκομμένες τις είχε σε τριγωνάκια,αλατισμένες- να είναι νόστιμες.Ανακάτεψε σε μια λεκάνη τέσσερα αυγά, έκοψε το μπέικον σε μικρά κομματάκια, έβαλε το αντικολλητικό τηγάνι της να κάψει.Ομελέτα, φαγητό απλό, χορταστικό,λιπαρό-θα πρόσθετε ο διαιτολόγος. Μα τη την ένοιαζε;κάτι να φάνε , να γεμίσει το στομάχι τους έπρεπε τώρα. Το μωρό έκλαιγε στην κούνια του ,ο άντρας κοιμόταν και ροχάλιζε τόσο δυνατά από την κούραση που τον φόρτωνε η μέρα του στη σκατοδουλειά. Να τελειώνει με το φαί και να πάει να νανουρίσει το μπέμπη. Γρήγορα πριν ξυπνήσει ο μεγαλύτερος.Χαμογέλασε μόνη της με τη σκέψη πως στην ουσία είχε δυο μωρά στο σπίτι.
Τα μάτια της έπεσαν στο απέναντι παράθυρο, ορθάνοιχτο το θυμάται χρόνια τώρα, με τις γρίλιες απ'τα πατζούρια να ξεφτίζουν και να μαυρίζουν, να χτυπάνε σε κάθε φύσημα των ανέμων και να κλαίνε σπαρακτικά τα βράδια. Είχε ακούσει την πιο τραγική ιστορία από το στόμα της γερόντισσας του τρίτου. Η γυναίκα που έμενε σ'εκείνο το σπίτι, είχε μόλις γεννήσει. Ένα μωρό πανέμορφο για ολονών τα μάτια εκτός από τα δικά της. "Μα τι ξέρουν οι άλλοι;",μονολογούσε. "Αυτό το πλάσμα που βγήκε από τα σπλάχνα μου είναι πιο άσχημο κι από την ασχήμια". Δεν το αγαπούσε, το βασάνιζε,δεν το ήθελε. Ώσπου μια μέρα το αποφάσισε πως σωστό ήταν να το ξεφορτωθεί. Άνοιξε το παράθυρο και το πέταξε έξω.Πόσο τραγικό.
Η Ελένη δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται αυτές τις εικόνες, μα το παράθυρο ήταν εκεί απέναντι και της θύμιζε όλα τα θλιβερά και τα αδιανόητα.Έτρεξε να αγκαλιάσει το παιδί της μα δεν το βρήκε στην κούνια του.Και ήταν περίεργο που έλειπε κι ο άντρας της. Ξαφνικά όλα φάνταζαν ήσυχα, αθόρυβα.Η κούνια ήταν άθικτη σαν από χρόνια και η κάμαρα της κι αυτή άψογη, χωρίς ζάρες στην κουβέρτα που είχε καιρό να την σκεπαστεί.
Ύστερα,τα μάτια της κύλησαν ως την γυαλιστερή επιφάνεια απ'το σαμοβάρι. Ήταν εκείνο το πρόσωπο, που πια είχε ρυτιδιάσει και τα μαλλιά που ήταν γκρίζα μα ακόμα μακρυά πλεγμένα σφιχτά.Αναγνώριζε τη γυναίκα που μισούσε το μωρό της σ'αυτό το πρόσωπο.Ήταν ξεκάθαρο τώρα πια. Όπως ξεκάθαρη δηλώθηκε και η μετάνοια της παρόλο που ήταν αργά.
Το άλλο πρωί η γάτα της νιαούριζε, να ΄ρθουν οι άνθρωποι να την μαζέψουν απ΄την ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα , αφού ξεψύχησε έχοντας για μια φορά -μοναδική- παραδεχτεί τα λάθη στον εαυτό της.

12.4.10

εφτά μαύρα φορέματα

Τη νύχτα που το φορούσες είχες τα νύχια σου βαμμένα μωβ και τα μάτια σου σκούρα. Οι μπούκλες σου ξανθές και το βλέμμα σου φορτωμένο σκέψεις. "Eres muy bonita!" σου είπε με έκσταση ο ισπανός με τα παιδικά μάτια.Τον πίστεψες-δεν διεκδικούσε κάτι από εσένα. Βότκες, μακαρόνια, πατατάκια και λοιπά λέρωναν το πάτωμα. Φωνές βούιζαν τριγύρω κι εσύ κρεμόσουν από τα κάγκελα , ρίχνοντας το κεφάλι στο κενό ενώ ο λαβύρινθος μέσα στο αυτί σου παλλόταν από την πιο θλιμμένη μουσική.
 Ήταν απόγευμα όταν έτρεχες να τους συναντήσεις. Αργοπορημένη όπως πάντα χωρίς άγχος μήπως σε παρεξηγήσουν. Οι ελιές μέσα στις γλάστρες και ο ουρανός από γυαλί μαζί με τα μικροσκοπικά φωτάκια να λαμπυρίζουν στο χώρο, σου έφτιαξαν τη διάθεση. Πίνατε μπύρες και γελούσατε με την πράσινη τσίχλα που κόλλησε αυθάδικα πάνω στο ολοκαίνουργιο μαύρο σου φουρό. Η Λήδα είχε τα πιο όμορφα μάτια που είχες δει ποτέ, εκείνη τη μέρα.
 Διαλεγμένο με προσοχή ,όπως και τα προηγούμενα, με μια αγάπη για το χρώμα του, συμβολικό της εμμονής σου με τη μελαγχολία, το φόρεσες Ιούλιο μήνα στα γενέθλια του πιο αγαπημένου. Έκλεινε τα 57. Ο κήπος είχε λογής λουλούδια και είμασταν όλοι εκεί για να του ευχηθούμε.Στην παρέα και μια μικρή κοπέλα που δε θα έβγαζες από την καρδιά σου τα επόμενα χρόνια. Οι ώμοι σου ήταν ακάλυπτοι και η μοναδική παραφωνία στο μαύρο ήταν η λεπτή, λευκή κορδέλα που έδενε κάτω από το στήθος.
Με τα πόδια γυμνά, στολισμένα με πέδιλα είχες χωρέσει σε εκείνο το μαλακό βαμβακερό ύφασμα που άφηνε εκτεθειμένη την πλάτη σου και τις κλείδες καθώς έπεφτε καταλήγοντας σε αυλάκια στα γόνατά σου.Είδες, τότε,το πιο όμορφο φυλαχτό, ένα ξύλινο σκαλιστό να κρέμεται στο λαιμό ενός φίλου διαλεχτού.Σου είπε πως η γυναίκα που του το έδωσε ήταν από χώρα μακρινή και ζεστή. Τη θυμάσαι να κοιτά έναν καθρέφτη σ'εκείνη τη φωτογραφία με το στήθος της ξεσκέπαστο-τόσο όμορφη ,τόσο εκφραστική. Είχες θαυμάσει πολύ αυτόν τον έρωτα και οι τρίχες στο μπράτσο σου ανασηκώθηκαν.

Ο Σεπτέμβρης ,δυο χρόνια πριν, ήταν από τους όμορφους που σε είχαν υποδεχτεί,με υποσχέσεις για  ξεκινήματα και προόδους. Βγήκες από τον ηλεκτρικό κι έφτασες στον πεζόδρομο του Θησείου. Ο φίλος και η φίλη που σε περίμεναν σε είχαν δει από μακρυά. Ήταν κοντό το φόρεμα με μανίκια μακρυά που κάθε τόσο τα τραβούσες , να καλύψουν τα δάχτυλα αφού έτρεμαν από το κρύο.Ο Χρήστος  σου δώρισε ένα άτσαλο κομπλιμέντο για τα ασπρουλιάρικα πόδια σου κι έσκασε σε γέλια τρανταχτά. Του φώναξες αστείες απειλές κι άλλα φανταστικά μαλώματα.
Το σιδέρωνες προσεκτικά, να μην το τσακίσεις.Ήταν μακρύ, έδενε στο λαιμό,τόνιζε τη μέση κι έφτανε μέχρι τους αστραγάλους σου.Το στόλισες με μια ζώνη φορτωμένη ασημένιες πόρπες κι ένα ζευγάρι σανδάλια.Βγήκες. Νύχτα fantaseed με χορούς τρελούς και πράσινες μπύρες να γεμίζουν τα μάτια και το στομάχι σου. Κέφι μέχρι τις ρίζες των μαλλιών και η αίσθηση πως το χρυσόψαρο και ο μικρός αδερφός δε θα χαθούν από τη ζωή σου, γιατί έτσι.
Τον φαντάστηκες να σε γδύνει από εκείνη την πρώτη νύχτα.Το φόρεμα με τα τούλια στο τελείωμα που σ' έκανε να μοιάζεις μπαλαρίνα θα έπεφτε στο μωσαϊκό του λίγες μέρες αργότερα. Είχες βαλθεί να ξεριζώσεις όσο τρυπητό ύφασμα σκέπαζε το στέρνο σου καθώς διαρκώς το τραβούσες προς τα πάνω.Κίνηση χαρακτηριστική της αμηχανίας σου για τον όμορφο μελαχρινό που καθόταν αντικριστά σου. Αερικά και εισιτήρια από φωνές τραγουδιστών προσπαθούσαν μάταια να σου αποσπάσουν την προσοχή.Ήθελες να χωθείς στο στόμα του ή στην αγκαλιά του ή στα μάτια του-όλα αυτά που αργότερα συνέβησαν αβίαστα.Από τότε έγινε το αγαπημένο σου μαύρο ρούχο.