28.2.10

νυχτερινό

Το κρύο ροκάνιζε το ένα μου χέρι κι ύστερα τη μύτη και το αριστερό αυτί. Όνειρα ήρθαν στον ύπνο μου να μου μιλήσουν ασυνάρτητα για όσα ποτέ δε θα κάνω. Σκέφτηκα εκεί μέσα στον παράδοξο ύπνο μου πως κάποιος λείπει: μια ανάσα ζεστή και δυο πόδια που με προστατεύουν. Μετά θυμήθηκα.Και μετά τα χέρια έψαξαν το κινητό ψηλαφητά μέσα στο σκοτάδι. Περασμένες έξι. Ξημέρωνε χωρίς να ξημερώνει. Μα το παλιομήνυμα ήταν εκεί. Τα μούτρα μου είχαν ήδη φτιάξει
Ύστερα το μυαλό μου αναζήτησε τα πολλά υποκοριστικά. Πολλές λέξεις να με χαρακτηρίζουν φυστίκι,πιτσιάκι,κουκλίτσα -φαντάζομαι από πορσελάνινη-,πορνέλο,κορισάκι,κι ανάμεσα σε αυτές μία που πιο πολύ μ'αρέσει μα ποτέ σχεδόν δεν είναι πιστευτη: γυναίκα. Τα χρόνια μου το μαρτυρούν, οι εκφράσεις μου σε οργασμικές στιγμές, μα η φωνή, τα μούτρα, όχι. Αυτά παραπλανούν. Θυμάμαι έναν άντρα, ψηλό, με ασυνήθιστο όνομα, μέσα στο σκοτάδι να με κρατάει δυνατά από τα μπράτσα και να μου λέει :"Δεν είσαι κορίτσι. Είσαι γυναίκα". Το πρόσωπό του χιλιοστά απείχε από το δικό μου αλλά χιλιόμετρα για να το γλείψει ή να το φιλήσει. Ίσως να ήταν και ο μοναδικός αλήθινός φίλος που είχα ποτέ. Και τι έλεγα; Για τη γυναίκα. Για εμένα που δεν περπατάω αιθέρια πάνω σε δεκάποντα, που δεν πετυχαίνω να βάψω όμορφα τα χείλη, που τα μαλλιά μου είναι μπουκλωτά ατίθασα -όχι καθωσπρέπει. Μα όλα αυτά που δεν έχω πηγάζουν από κάπου πιο βαθιά. Όταν μια μέρα εκκολαφθώ θέλω να είσαι εκεί δίπλα να με βλέπεις, να με αγαπάς και τότε όπως και χθες το πρωί σε αυτό το παλιομήνυμα.Παράπονα δε θα έχω τότε. Στραγγαλισμένα θα είναι.
Κι εσύ θα είσαι δίπλα μου άντρας περήφανος, στητός ,να με τιθασεύεις, να μου μαθαίνεις πως δεν μπορώ όλα να τα προκαλώ ή να τα προσκαλώ γιατί τότε ακριβώς είναι που τα διώχνω.
Μα κι εγώ θα σου μαθαίνω. Πως είναι όμορφα όταν λές όσα μαγειρεύονται μέσα σου. Όταν δεν αφήνεις το όμορφο κεφάλι σου να κοκκινίζει από τις έγνοιες και τα πρέπει.Ίσως τότε το άγχος να εγκαταλείψει και τα πληγωμένα νύχια σου.
Είναι νύχτα πια. Ο μάρκος μασουλάει ψαροκόκκαλα και εγώ ανατριχιάζω ακούγοντας τον αλλόκοτο ήχο που κάνει το στόμα του καθώς τα αλέθει. 
Όμορφα είναι και να συναναστρέφομαι κόσμο. Να βλέπω ανθρώπους που μου έχουν λείψει. Μα το κενό στριφογυρίζει στα τοιχώματα μέσα στο στομάχι σαν άδειο μπαλόνι που χάνει αέρα. Είναι μονίμως εκεί και μου υπενθυμίζει πως ο χρόνος κυλά και δυσκολεύει τα βήματα που κάνω. Οι αποφάσεις που πρέπει να σκοτώνω για να πάρω άλλες πιο σωστές κάθε φορά, πιο συγκρατημένες, πιο ρεαλιστικές. Μεγαλώνω και δε μου φαίνεται. Όλο θα το λέω γιατί καθόλου δεν μου αρέσει. Να με παίρνουν στα σοβαρά όσοι εγώ πιστεύω. Αυτός είναι ο στόχος μου. Με ρώτησε ο δάσκαλος ποια είναι τα σχέδια μου για το μέλλον, "non faccio progetti per il futuro" του απάντησα με πειθώ και δεν ξέρω αν δυσανασχέτησε. Μα ούτε και με ένοιαξε.
Αχταρμάς είναι όλα στη ζωή μου. Επειδή τις περισσότερες φορές τα έχω επιλέξει έτσι όντας απλός παρατηρητής και όχι δράστης. Κουράστηκα που αποζητώ το ντάντεμα ακόμα. Που μου βγαίνει μαγκιά άκαιρη και άσκοπη, που τριβελίζουν το κεφάλι μου ηλίθιες σκέψεις και ανασφάλειες. Έχω ξεχάσει εδώ και καιρό πολύ τι πάει να πει ελευθερία.Όχι του τύπου "κάνω ότι μου κατέβει στο κεφάλι", δν με γεμίζει πια, μόνο με αδειάζει, μα ελευθερία να μπορώ να χαίρομαι αληθινά με πράγματα που κάνω, με τα όσα μοιράζομαι. Ίσως σήμερα να το θυμήθηκα λίγο. Και θέλω να μην το ξεχνάω.

5.2.10

Ιστορίες καθημερινής τρέλας

Το νερό στο μπρίκι βράζει διαρκώς, έχει σχεδόν εξατμιστεί. Το συμπληρώνει με κρύο και το ξανατοποθετεί στο μάτι. Καφές πρωινός. Με γάλα. Τι καφές δηλαδή, ρόφημα λέγεται έτσι που τον πίνει. Φωνές στις σκάλες, φωνές εντός, στο δρόμο, στην τηλεόραση. Φωνές που δεν του λένε τίποτα. Μόνο ακούγονται. Το είχε σκεφτεί διεξοδικά. Είχε ενώσει τα σκισμένα κομμάτια χαρτιού,τα γραμμένα με μολύβι πάνω. Εκεί ήταν η απόφασή του. Μα όσο ευλαβικά κι αν την πήρε, άλλο τόσο βιαστικά θα την απέρριπτε ξανά και ξανά μέχρι τελικά να την υιοθετήσει. Το γεύμα στο τραπέζι των γονιών του σκεφτόταν. Που θα περίμενε, θα περίμενε αχνιστό και νόστιμο την επιστροφή του...
Εκείνη τη μέρα είχε βάλει κάτω όλες τις σκέψεις. Τις κολλούσε μία-μία στο χαρτί για να μην του ξεφύγουν. Τελικά, μια ήταν και η λύση που φώτισε το κεφάλι του. Ήθελε, επίσης, να σκεφτεί τους έρωτές του. Όσες τον αγάπησαν πραγματικά , όσες τον είδαν να παλεύει με τους δαίμονές του και να παραιτείται και να ξαναρχίζει, μα τον αγάπησαν ακριβώς γι' αυτό. Θυμάται μια, με λεπτή παιδική φωνή και σγουρά καστανά μαλλιά.Παίδεμα η γκόμενα. Μα τον αγαπούσε. Ήταν και η τελευταία που θυμόταν. Οι άλλες πέρασαν, τον καύλωσαν και χάθηκαν. Δεν του έμεινε κάτι από αυτές εκτός από τη λαγνεία στο κούτελό τους.
Μετά στο μυαλό του χόρευαν φίλοι παιδικοί και φίλοι που έκανε χρόνια αργότερα στην ενήλικη ζωή του. Ήταν χορτασμένος από όλα. Από όλα; Το μόνο που δεν κατάφερε στα διάτρητα χρόνια του ήταν να αφήσει μια παρακαταθήκη.Κάτι αντάξιο και μεγαλεπίβολο ,όπως το όνομά του: Δαίδαλος.Όπως η ζωή του και οι στιγμές της·δαιδαλώδης. 
Μα τέτοια ώρα τί σημασία είχαν όλα αυτά;
Ένα μπάνιο να κάνει ,ήθελε. Να μπει στη μικροσκοπική, ορθογώνια μπανιέρα κι εκεί κουλουριασμένος να μείνει, σαν έμβρυο στον αμνιακό του σάκο. Με όλες του τις εμπειρίες και τα συναισθήματα σε έξαψη. Να θυμηθεί για ποιο λόγο. Για ποιο λόγο αξίζει;
Καθαρός και λογικός πια, άρχισε να φοράει τα μαύρα του ρούχα. Στέγνωσε τα μαλλιά του κι εκεί ανάμεσα στο ζεστό αέρα και τις  τούφες να ανακατεύονται μπροστά του, αποφάσισε.

Την επόμενη στιγμή το πρόσωπό του ήταν μπλε και τα πόδια του μόλις που ακουμπούσαν στο από χρόνια φθαρμένο μωσαϊκό.