21.1.10

Πατάτες

"Δε θέλω να κοιτάω και να καθαρίζω για όλη μου τη ζωή ένα νεροχύτη. Να καθαρίζω πατάτες και να κάνω τις πιο βαθυστόχαστες σκέψεις μου πάνω από τις φλούδες τους, δε θέλω. Δε θέλω να έχω δυο κακόμοιρα παιδάκια να μυξοκλαίνε για λίγη αγάπη που δε θα μπορώ να τους δώσω γιατί τη στερήθηκα από παντού. Να έχω έναν άντρα που στην αρχή με είχε ερωτευτεί και τώρα που οι ρυτίδες μου άρχισαν να βαθαίνουν και να γδέρνουν την ομορφιά μου, τώρα που τα στήθια μου κρέμασαν και η κοιλιά μου δεν είναι πια 20 χρονών, τώρα δε με κοιτάει σαν γυναίκα μα σαν μάνα. Δεν τη θέλω τέτοια ζωή. Μα την έχω ήδη. Πως να τα γκρεμίσω όλα αυτά; Να είμαι ελεύθερη,θέλω. Μόνη να αποφασίζω. Εγώ για εμένα. Να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν ξανά.Να τα αφήσω πίσω μου όλα. Να αναζητήσω καινούρια. Πρωτόγνωρα, μοναδικά που θα με κάνουν να ανατριχιάζω από πόθο και λαχτάρα.". Αυτά σκεφτόταν η Χριστίνα. Και συνέχιζε να καθαρίζει πατάτες κι έκανε τις πιο βαθυστόχαστες σκέψεις της να χορεύουν πάνω από τις φλούδες. Και ο νεροχύτης της ήταν πάντα καθαρός και στραφτάλιζε. Όπως η λύπη μέσα στα μάτια της.

19.1.10

maman

Τη φώναζα μαμά κι ας μη με είχε γεννήσει ακόμα. Ήταν όμορφη, στα εικοσιτέσσερα, με μαύρα μαλλιά πιασμένα χαμηλά σε μια στιλπνή αλογοουρά. Η μικροσκοπική ελιά στα δεξιά στο πάνω χείλος, τα μάτια της φωτεινά λαδί και η μύτη ελαφρώς πεταχτή να θυμίζει το ρώσικο αίμα που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της. Ήταν εκεί, μπροστά από ένα παράθυρο με πλεχτές λευκές κουρτίνες, σε ένα σπίτι που δεν γνώριζα. Μου μιλούσε για τη ζωή της, για το ποδήλατο που τη φυγέδευε σε άγνωστους δρόμους , για τις δουλειές στο χωράφι που έκανε μαζί με τη μάνα της, για τα μακαρόνια που οχτώ χρονών παιδί δεν ήξερε να βράσει και πέταγε κάθε τόσο από ένα στα πλακάκια που έντυναν τον τοίχο της κουζίνας,πάνω από το γκάζι.Μου μιλούσε για τον πρώτο της έρωτα, έναν άντρα μεγαλύτερό της και μετά για τον μπαμπά μου που την ερωτεύτηκε επειδή ήταν περήφανη και είχε τσαμπουκά σωστό στα λόγια της. Μου μιλούσε και για εμάς. Για τα παιδιά της. Μόνο για τα όνειρά της ξέχασε να μου μιλήσει. Γι΄αυτά που έχει καταχωνιασμένα, για αυτά που μόνο τα μάτια της μαρτυρούν και ίσως το τράβηγμα στη φωνή της κάτι φορές.
Ξύπνησα ιδρωμένη. Θυμόμουν τα μισά από όσα είχα δει. Μα ήταν ξεκάθαρη η φιγούρα της μαμάς που δεν με είχε ακόμα γεννήσει.

13.1.10

bluebird





there's a bluebird in my heart that
wants to get out
but I'm too tough for him,
I say, stay in there, I'm not going
to let anybody see
you.