Σελίδες

Ο άντρας που στέκεται δίπλα μου υπάρχει εδώ και μια ενδεκαετία στο πλάι μου. Για την ακρίβεια από τον μαύρο Δεκέμβρη του 2008. Από τότε που καιγόταν η Αθήνα, καίγονταν οι ψυχές μας, έσπαγαν οι τζαμαρίες - τι τρομερός ήχος και τι ταυτόχρονη ανακούφιση- με σηκώνει ψηλά αγκαλιά για να δω τα καμμένα, βόλτα στην Ερμού που μυρίζει δακρυγόνα, βόλτα στη Μεσολογγίου που μυρίζει αίμα. Για πρώτη φορά στα χρόνια μου πάλλεται η Αθήνα.
Από τότε λοιπόν είμαστε μαζί εκείνος κι εγώ. Απο τότε που το σπίτι ήταν μικρό, το μοναδικό του δωμάτιο είχε σκούρο μπλε ταβάνι και τα υπόλοιπα μαύρα μαρμάρινα πατώματα. Το σπίτι - δεν γελάστηκα ποτέ - μύριζε μια σπάνια μυρωδιά ανάμνησης. Από αυτές που όταν είσαι 20 και 25 χρονών θες να έχεις στη ζωή σου μα ξέρεις πως δεν είναι προορισμένες να κρατήσουν για πάντα. Προσπαθούσε να επαναλάβει τα πάντα. Κι εγώ τον έβλεπα πως πονούσε. Με τον καιρό άρχισα κι εγώ να γεμίζω από άσχημα συναισθήματα. Από αυτά που αραχνιάζουν μέσα μας. Γέμισα πολλές ανασφάλειες που κανένας δεν μπορούσε να αντικρούσει παρα μόνον έγώ, αλλά τότε δεν υπήρξα αρκετά δυνατή για να το κάνω. οι καναπέδες που με φιλοξένησαν , οι δερμάτινες πολυθρονες των γιατρών άκουσαν πολλά και είδαν μια πληγωμένη καρδιά που τα συσχέτιζε όλα με τον χαμό ενός αγαπημένου και τα διαστρέβλωνε όλα με αυτήν τη σκέψη. Τα χρόνια τα δύσκολα πέρασαν. Η ζωή μου με τον άντρα ομόρφυνε και άλλαξε, έγινε δική μας. Το σπίτι έγινε δικό μας. Με τα χρόνια ακόμα περισσότερ αφού γκρεμίστηκε για να χωρέσει κι άλλον ένα άνθρωπο. Οι μυρωδιές ατόνισαν τόσο που δεν είναι γνώριμες πια. 
Η αρχή μας είναι φρέσκια σαν το άρωμα ενός μοσχολέμονου ή μιας μοναδικής τουλίπας. Ο έρωτας πλάθεται με πολλές μορφές που του δίνουμε κάθε τόσο. Μετασχηματίζεται σε ένα αλώβητο ζωντανό υλικό που υπάρχει στο στομάχι μας διαρκώς. Σαν ενεργός άνθρακας, σαν λάβα που κοχλάζει και μας δίνει το πρόσταγμα για ζωή.