Σελίδες

Δεν ήρθα, δεν φεύγω, σταμάτησα


Καμία λύπη ή απόγνωση
αλήθεια να δοκιμάζεται
σαν γλυκό συκαλάκι
ο καφές της παρηγοριάς
από δίπλα ζεματιστός
για τεθλιμμένους και μη,
υποκριτές
που μασώντας θλιβερά ,
αναπολούν στιγμές
της γυναίκας που λείπει

το μόνο που μπορεί ,τώρα,
να(με) κλονίσει;
η ευφράδεια δυο συλλαβών :
μα-μά”
με κρυστάλλινο ήχο αδικίας και απορίας
για την εγκατάλειψη.

Τα περιστέρια βομβίζουν και
χύνουν δάκρυα
πάνω από φρεσκοσπαρμένα στάρια,
λιγοστά ρόδια
χοές στην ψυχή που
αποδήμησε