6.1.17

dull doll : a dialogue

Όλη είσαι μια ουρά και έρπεις,
προς φανταστικούς θρόνους
αλλάζοντας άντρες σαν τα φιδοπουκάμισά σου
αλαζόνας ούσα και κακεντρεχής
δεν σου περνά από το μυαλό πως
ο θαυμασμός μπορεί να είναι γνήσιος
χωρίς να συνοδεύεται από υποτέλεια
χωρίς να υπονοεί τα όσα αραδιάζεις σε ποιήματα
στοχεύοντας -νομίζεις- ευθύβολα μα τόσο λάθος,
και  δεν συνάδει με συμπάθεια :
άλλο εσύ, άλλο τα έργα σου
Δεν έπομαι γιατί δεν με νοιάζει να ηγούμαι.
Τα σκήπτρα σου προσκυνώ!
Στέκομαι  στα πόδια μου γερά,
βουτηγμένη σε μια ευτυχία ακριβοθώρητη-
αυθύπαρκτη και υπαρκτή
με εικόνες από δικό μου υλικό
καθρεφτίζομαι στα μάτια μιας αγάπης
 που η στερεοτυπική φαντασία σου
δεν μπορεί να συλλάβει.
Πια καμιά σου λέξη δεν μπορεί να με κλονίσει.
Συνέχισε με τις άβολες και μίζερες σκέψεις,
με το έρεβος των πυκνών σκοταδιών να σε σκεπάζει,
συνέχισε να στοιχίζεις ψυχαναγκαστικά τα άραγε και τα μήπως ερωτηματικά σου
σαν να μην υπάρχει άλλη εναλλακτική
σαν όλα να περιστρέφονται γύρω από το άτομό σου
εστεμμένη μικρή πριγκίπισσα του τίποτα
συνέχισε να ηγείσαι στις στρατιές των ακολούθων
μόνη.