Σελίδες

dull doll : a dialogue

Όλη είσαι μια ουρά και έρπεις,
προς φανταστικούς θρόνους
αλλάζοντας άντρες σαν τα φιδοπουκάμισά

δεν σου περνά από το μυαλό πως
ο θαυμασμός μπορεί να είναι γνήσιος
χωρίς να συνοδεύεται από υποτέλεια

γράφεις,
στοχεύοντας -ευθύβολα μα τόσο λάθος-

Στέκομαι  στα πόδια μου γερά,
βουτηγμένη σε ευτυχία
-αυθύπαρκτη και υπαρκτή εγώ-
με εικόνες από δικό μου υλικό
καθρεφτίζομαι στα μάτια μιας αγάπης
που η στείρα φαντασία σου
δεν μπορεί να συλλάβει.

καμιά σου λέξη δεν μπορεί να με κλονίσει.

εσύ,
εστεμμένη μικρή πριγκίπισσα του τίποτα,
(Τα σκήπτρα σου προσκυνώ!)
συνέχισε-
μπορείς να ηγείσαι στις στρατιές των ανθρώπων σου
-του κενού-
μόνη.