18.1.17

μια μύγα μπήκε, κάθισε , ήπιε, βγήκε

Τη σακούλα , τη χαρτοσακούλα
ακόμα την ψάχνω.
Στα κρυφά , τα σκοτεινά.
Προσπαθώ κάθε φορά
να αποδώσω κίνητρο
 και λογική στην πράξη
 Έγινε βιαστικά , εν αναμονεί
ψυχοφθόρου ταξιδιού με τρένο.
Η βαλίτσα μου ξερίζωνε αργά
το χέρι από την άρθρωση του αγκώνα.
Πονούσα, πονούσα
Το περιεχόμενο ήταν φτωχό σε αξία,
σημαντικό για μένα που το έχασα
Με σειρά , λοιπόν:
μια ριγέ πυτζάμα με φροντίδα διπλωμένη
ένα μικροσκοπικό σπιρτόκουτο από την Πράγα,
το κολιέ της μαμάς, ένα φορτιστής, το άρωμά μου
δυο σοκολάτες κι ένα βιβλίο
Η μύγα πήγε και κάθισε
πάνω στο κραφτ
δευτερόλεπτα μετά το φευγιό μου
την άκουσα να γελά σπαρταριστά
με τη βλακεία μου.