3.12.16

λουτσία και κλέφτες

Πέφτω μια καθημερινή
από το μπαλκόνι του πέμπτου
σωριάζομαι ανενόχλητη στην άσφαλτο της πατησίων 
αφήνοντας σύξυλους όλους αυτούς
τίποτα δεν συμβαίνει ερήμην μου
Ελέγχω το τίποτα κι ανάβει πράσινο
Λύνω τη ζώνη ,η πόρτα κάνει γκντουπ 
σωρός στην άσφαλτο
Μπορεί και να μην συνέβησαν ακριβώς έτσι τα γεγονότα
αλλά αρκούμαι στα φανταστικά που ταϊζουν το θέαμα



Η μοίρα.
Η άτροπος- μ'αυτήν το 'χω το θέμα-σατράπης σωστός
ψαλίδα κι οχι ψαλίδι στο χέρι
κομμένα μαλλιά, μια χούφτα
ρυτίδες εντός
Ορός λείανσης εκτός
καλογυαλισμένο μωβ πακέτο
σετ από σπλάχνα και όργανα
ψυχή , φωνή εκτός
ταγέρ όχι και κόκκινο
μακιγιάζ και σοβατίσματα
να πληρώσετε λύτρα παρακαλώ
Τι; Δώσατε; Ε , πήρατε.Τώρα τέρμα.
κόλλυβα με καμούτ και κράνμπερι
Όλα με τα λεφτά μου πληρωμένα
Φάγαν , ήπιαν και τώρα
Τώρα αδειάζουν το σπίτι μου


Ποιος νοιάζεται.
Κοίτα όνομα: Λουπέν. Αρσέν Λουπέν
Της έφερε μηχανές
Γυαλισμένες και φιλμ
Μυρίζουν τσιγάρο και λουλούδι και δέρμα
αναμνήσεις δικές μου , εργαλεία να χτίσει δικές της 
Εγώ που έφυγα 
με δόντια σα φραχτες πίσω από τα χειλια μου
δεν είμαι πια για να θυμάμαι.