18.10.14

Σσσσσ.

Η Φωτεινή πέθανε.
Δηλαδή όχι τώρα, στις 22 της αρχής του καλοκαιριού.
Και την είχα θρηνήσει 6 καλοκαίρια πριν στην Αντίπαρο,
κουλουριασμένη και γυμνή σε ένα λευκό κρεββάτι.
Αυτό το συκώτι. Το ρημάδι που δεν αναγεννάται, όχι μυθολογίες είναι αυτά.
"θέλωναζήσω"μου λες.Να ζήσω.
Μην κλαις σου λέω , μην κλαις.
Ζεις, ερωτεύεσαι πάλι, φτιάχνεις σπίτι και μιλάς στις κουτσουπιές.
Αλλά θυμάμαι πως κλονίστηκες με τον άντρα που αγάπησες και σε άφησε.
Τον είδα φέτος στην Κρήτη, μέσα στα κύματα να παλεύει με έναν γιο
και η γυναίκα του να ξεπλένει το βρακί της μικρής τους.
Εκεί το 'νιωσα. Tις τύψεις που είχα χρόνια να σε δω. Εκεί.
Τι σημασία έχουν οι χαζές λεπτομέρειες,το βαρύ σου δαχτυλίδι,
το ριγέ καλσόν, το μέλι με κερήθρα και το γάλα σόγιας που έβαζες στον καφέ, η γοργόνα και τα σφηνάκια με τους ημίγυμνους δήθεν σερβιτόρους και η νύφη που γέμιζε νερό ,με ένα κουτάλι σούπας, μια κατσαρόλα. Θυμάσαι;
Ο καθρέφτης σου από βιτρό, μικρές μικρές πετρούλες που καθαρίζαμε μαζί με οδοντόβουρτσα και τρόχιζες εσύ για να εφαρμόσουν μεταξύ τους.
Τώρα θυμήθηκες;
Τι δύναμη ήθελε για να πεις φωναχτά σε έναν ηλίθιο βαρετό μπεκρούλιακα μπάρμαν
πως χέζεις απ'την κοιλιά. Κι εκείνος ακόμα πιο ηλίθιος σε κέρασε σφηνάκια. Ή δεν ξέρω, δεν ξέρω θα άφησε το σαλιάρικο στόμα του ανοιχτό.
Σενιορίτα , να! τώρα κλαίω. Το χαμό σου.
Εσύ με έσωσες, εγώ ανάξια να.