18.6.14

ψυχόρμητο

Σπαρμένος ανάμεσα σε κρίνους και λευκά τριαντάφυλλα. Τακτοποιημένος στο δικό σου ξύλινο, το δικό σου χώρισμα, με τους δικούς σου ανθρώπους · χωρίς δύσπνοια. Χωρίς αναπνοή πια.
Τα βαθουλωμένα μάγουλα και τα παιδικά γυαλιστερά μάτια γράψανε δυο ρυτίδες αριστερά και δεξιά στο χαμόγελο. Τελευταία φορά που σου μίλησα.
Τα φέρετρα εδώ στην Αθήνα τα ξεχωρίζουν με post it. Μικρούλικα χαρτουλάκια βεβηλώνουν τα τελευταία στρώματα των νεκρών μας . Πόσο με αναγούλιασε αυτή η εικόνα, πόσο ήθελα να τα ξεκολλήσω ένα- ένα από το ξύλο και να τα σκίσω με λύσσα. Δεν είναι η εποχή μου αυτή. Δεν είναι, δεν είναι.
 Όλα βιαστικά , όλα εννοούνται, ο θρήνος μισός, ο επικήδειος ανύπαρκτος, ο καφές νερουλιασμένος και το κονιάκ πικρό. Οι εργάτες με στολές και μπότες , κάπως περήφανοι κι επικριτικοί μας διώχνουν παραπέρα, να μη λερωθούμε με χώμα και τσιμέντο. Τα λόγια δεν ειπώθηκαν από κανέναν παπά, μισή κηδεία, μισή φροντίδα, όλα γρήγορα κι ανάλγητα. Όλα υποκριτικά καθωσπρέπει.
Οι καμπάνες βιαστικές, τα λουλούδια στα στεφάνια πετάχτηκαν, οι φωνές έσπασαν.
Το δέρμα σου κρύο απ΄το ψυγείο που σε καταχωνιάσανε τρεις μέρες. Ανάθεμα κι αν πρόλαβες αυτές τι μέρες  να πιεις μια γουλιά νερό ή να ρουφήξεις λίγο ήλιο απ'το παράθυρο. Δεκαπέντε βήματα, τρεις στάσεις, μια καρδιά μπαλόνι να φιλτράρει όλο σου το αίμα. Μα πάντα το 'ξερα πως μας χωρούσες όλους κι ίσως πιο πολλούς απ' όσους έπρεπε. Ίσως γι'αυτό ξεφόρτωσες όλα τα περιττά. Όμως τι βάσανο να μη βγαίνει αυτή σου η ανάσα. Τι βάσανο να κοιτάς μια μαύρη οθόνη με τις ώρες, καθισμένος σε γωνία ορθή για να μπορείς ν' ανασάνεις όπως όπως σε ένα σπίτι γεμάτο σκόνη, γάτες και ινδικά χοιρίδια, άλλοτε γεμάτο γέλια και παιδιάστικα παιχνίδια. Να διαγιγνώσκει "κατάθλιψη" η καχεκτική ψυχικά γυναίκα σου, να κοιτάς φωτογραφίες και να θυμάσαι, να σκαλίζεις σωστά και λάθη και να θες μόνο λίγη παραπάνω αγάπη από αυτή που σου δόθηκε.  Βάσανο και για μας που μείναμε πίσω, που τα ξέραμε ή τα ψυχανεμιζόμασταν όλα αυτά, αλλά οι αλυσίδες που μας φυλάκιζαν ηταν πάντα δυνατότερες.
Τα χορτάρια φύτρωσαν ανάμεσα στα πλακάκια τα πορτοκαλί, τα έσπασαν, δεν ξέρω καν πόσα γλύτωσαν, δε θέλω να ξέρω. Το σπίτι αυτό με τα πιο όμορφα φινιστρίνια θα χαθεί. Πόσα ερείπια ακόμα μπορεί να κουβαλήσει ένας άνθρωπος; Μακάρι να είχα χρόνο να σου απαλύνω τον πόνο.
Ξέρω πως για σένα όλα τώρα ξανάρχισαν. Εκεί, μικρούλης πάλι, στην αγκαλιά των γονιών σου, του παππού και της γιαγιάς φορώντας το πιο σπάνιο χαμόγελό σου. Δεν ξέρω · ελπίζω.
.