27.12.12

με χωρίς τίτλο

Πήγα για κατούρημα το σκύλο.
 Γυρνώντας-στερημένη ιδέες
 κατέβασα μισό μπουκάλι haig- δανεικό, 
βρωμάει κρεμμυδίλα,
ουίσκι! αντρικό ποτό
 κι εγώ απόψε πρέπει να 'χω: 
λογική αντρίκια.
Το τετράποδο ονειρεύεται-
 γαλοπούλες γεμιστές,
κιμάς και σταφίδες, 
κουκουνάρι.
για επιδόρπιο;
πουτίγκα το λένε.καλή θα'ναι!
οι δυο μας θα τη βγάλουμε -
 φέτος - σε ξένο σπίτι.
Αστόλιστο,σκοτεινό,κρύο, ερεβώδες
κεριά και μια αλογόνου για ζέστα
πέτσινα κόκαλα σαν δώρο,
για μένα κάλτσες καρό σε βάζο 
-με κόκκινο περιτύλιγμα.
Εσένα σου πήρα ρόμπα
 -μπλε ραφ με γκρι , τσόχινη
γεροντίστικη, χοντρή.
Να οδηγάς, να μην κρυώνεις,
-να μην κρυώνεις.
αγαπιόμαστε ακόμα, ναι!
αλλά ,σε παρακαλώ, 
εκεί γύρω στα 75 με ένα-δυο εγκεφαλικά
αγκυλωμένη σαν νεκρή,
μη με δολοφονήσεις με το μαξιλάρι μου 
Ο θάνατος από ασφυξία, ο θάνατος;
Ο χειρότερος!
μέσα στην ίδια σου ανάσα να πνίγεσαι.
Δεν μου πάει· δεν είναι σικ.
μακάβρια άχνη να πασπαλίσω
 κουραμπιέδες.
Άχνη σαν χίονι ,
νεκρική ησυχία.

2.12.12

[λογοκρισία]

Εγώ σου πα να ακολουθήσεις.σκάβαμε στα σκοτεινά με έκσταση και φόβο.θα μας έπιαναν.Είχα χάπια διαφυγής στην τσέπη.Δεν υπήρχε στόχος.Ή μάλλον δεν ήταν ξεκάθαρος.Όπου φτάναμε.Τα νύχια σου είχαν μολυνθεί.Μισοφαγωμένα καθώς ήταν απ΄το άγχος,τώρα το χώμα δεν άφηνε περιθώρια.Θα σε τακτοποιούσα μετά σου είπα.πρώτα να φτάνουμε.Και μετά.
Δεν υπήρχε μετά.Εγώ ξύπνησα.Ήμουν γυμνή στο όνειρο και πέταξα τις κουβέρτες από πάνω μου με απέχθεια και έντονη δύσπνοια.Ξεροκατάπια ένα σομόν κι ένα λευκό,πίνοντας γάλα και σ'έψαχνα μέσα σε 48 τετραγωνικά.Κάπως έτσι θα είναι η παράνοια,σκέφτομαι.Βλέπω το σταντ μπάι στο φορητό και το κινητό σου να λείπει.Θα είσαι δυο ορόφους πιο πάνω.Και τότε γιατί δε φτιάχνει η διάθεσή μου;Τυλίγομαι στα μπλε και γλείφω το σκύλο.Η ουρά του ξεβιδώνεται κι είναι ώρα για μπισκότα.Μπίσκροκ μπισκοτένια γεύση.Δοκιμάζω κι εγώ ένα.Το φτύνω.Σκουπίδια που τον ταΐζω για να μ'αγαπάει.Οι βολβοί μου είναι διαπερατοί από κάθε φωτεινό ερέθισμα.Κλείνω τις κουρτίνες κι ανοίγω την πορτοκαλί λάμπα.Βγάζει ζέστη και μυρίζει ξύλο.Φαντάζομαι λαλαγγίτες της γιαγιάς να ψήνονται στο σάτσι.
Και μετά ξυπνάω πάλι.Τρώω μήλο.Είναι άνοστο,χωρίς άρωμα.Βλέπω αμερικάνικες σειρές που με ευλάβεια κατεβάζω στην ώρα τους.Διαβάζω το ανήσυχο μυαλό,το ariel-the restored edition και το τετράδιο με τους λεκέδες από κρασί.Όλα μαζί,ανάλογα τη διάθεση,σχεδόν ακολουθώ μοτίβο κάτω από το φως του μωβ πορτατίφ.Δε θα μάθω ποτέ να γράφω.Ούτε να είμαι.Σ'όσα ντιβάνια κι αν ξαπλώσω η συστολή θα με καταπιεί ή θα με βυθίσει.Θα είμαι εγώ,όπως μικρή,με κοκκινισμένα ντροπιασμένα μάγουλα,δείχνοντας τη γυναίκα που άπιαστη τρέχει.
Να κάνω δουλειές τώρα.Πλένω στίβες πιάτων στη μικρή μου κουζίνα κι η piaf μου θυμίζει τη γαλλίδα που ήμουν σε μια άλλη ζωή.Ζω ασπρόμαυρα τώρα κι από πάντα.Με θλίψη και ξυραφισμένο μυαλό.Αυτό το μυαλό που κρατάω σαν νεογέννητο κοτόπουλο στις παλάμες και περνάω βιαστικά τα κόκκινα σε δρόμους ταχείας.Αυτό που προσπαθώ να προστατεύσω και που όμως κινείται στην περιφέρεια.
Είμαι άλογο κούρσας.Μαζεύω και φυλάω τις σφαίρες από το πιστόλι εκκίνησης.Κάθε μέρα και μια πρωτιά, κι ένας γύρος.Κι ας είναι μια απόσταση ως το φούρνο ή το 24ωρο περίπτερο.Οι ώρες δεν έχουν προκαθορισμένη διάρκεια κι οι σκέψεις ζουν σε διαστολή.Μοιάζουν με επικίνδυνα ανευρύσματα.Δεν έχω μπάι πας πρόχειρα κι έτσι απλά κάνω υπομονή και τις καμουφλάρω με κορδέλες κι υφασμάτινα λουλούδια.Ύστερα τις τακτοποιώ σ'ένα ξεθωριασμένο μαύρο τετράδιο και δεν τις ξαναδιαβάζω.Πόσο χρειάζεται για να τις αποκηρύξω;Μα δεν χρειάζεται.Έχω ασπίδα με διπλή κόκκινη γραμμή,φτήνή και συνταγογραφείται.