13.9.12

fie

Είναι αυτό το φόρεμα κρεμασμένο στον τοίχο.Ένα με δαντέλα.Βιομηχανική,απ'αυτές του συρμού, δηλαδή του σωρού.Είναι κάπως λευκό αυτό.Και κρύβει απάτες κι αυταπάτες.Θα μπορούσε να'ταν του αρραβώνα.Αλλά διαλύθηκε.Όχι το φόρεμα που τώρα μοιάζει σε σακί.Θα μπορούσε να φορεθεί κι από τη μικρή κόρη όταν θα πατούσε τα 15.Εκεί στο πρώτο ανιχνευτικό ραντεβού.Ένα ρομαντικό που μπορεί να ταιριάξει με ροκ κι άλλα στοιχεία, φόρεμα.Αλλά η κόρη δε γεννήθηκε.Το ζευγάρι διαλύθηκε.Ξεχωρίστηκε, δεν είναι πια ζευγάρι, δεν είναι ένα πράγμα.Είναι κομμάτια κι οι άνθρωποι που το απάρτιζαν ξεκίνησαν άλλες ζωές.Σαν η κοινή τους να ήταν πρόβα.Σαν να'ταν κάτι άλλο, τώρα μακρινό, τότε αξιολάτρευτο, ζωντανό,στιλπνό,άξιο να μνημονεύεται από τρίτους.Τα σημάδια υπήρχαν.Μια χλιαρότητα που όριζαν τα χρόνια επήλθε.Στην αρχή όλα καίνε, όλα είναι σαν μια φωτιά ανεξέλεγκτη που τη λένε πάθος.Μετά γίνεται κάτι σαν βαρέλι και το πάθος ,πάτος.Κι έρχονται και τα μεθύσια και τα γαμήσια.Τα ξένα.Αυτά κι οι υποψίες.Οι τρίχες της ξανθιάς στο γαλάζιο πουκάμισο αγορασμένη σε κάτι εκπτώσεις κοψοχρονιά για την τάδε επέτειο.Ε, τα μηνύματα και τα μεταμεσονύχτια τηλέφωνα από δήθεν φίλους,υποψήφιους ερωτικούς συντρόφους.Μετά πάμε στο σύμβουλο.Αυτός με τα ρέστα μιας ζωής για αμοιβή να συμβουλέψει.Να συμβουλέψει για γάμους σωστούς κι αληθείς κι όχι αήθεις.Ους ο θεός συνέζευξεν, μόνο ο άνθρωπος χωριζέτω.Ο ίδιος αυτός άνθρωπος που όλα αυτά, τα ρύζια και τα ροδοπέταλα τα ήθελε στρωμένα και ραμμένα όλα σε ένα φόρεμα πάνω.Με δαντέλα.Αλλά βιομηχανική, όχι χειροποίητη,όχι με κόπο,όχι με το βελονάκι πλεγμένη σε λιγοστό φως,να 'βγαίνουν τα μάτια.Βιομηχανική,του σωρού.