Σελίδες

ghosts





Τηγάνιζε πατάτες. Λεπτοκομμένες τις είχε σε τριγωνάκια,αλατισμένες- να είναι νόστιμες.Ανακάτεψε σε μια λεκάνη τέσσερα αυγά, έκοψε το μπέικον σε μικρά κομματάκια, έβαλε το αντικολλητικό τηγάνι της να κάψει.Ομελέτα, φαγητό απλό, χορταστικό,λιπαρό-θα πρόσθετε ο διαιτολόγος. Μα τη την ένοιαζε;κάτι να φάνε , να γεμίσει το στομάχι τους έπρεπε τώρα. Το μωρό έκλαιγε στην κούνια του ,ο άντρας κοιμόταν και ροχάλιζε τόσο δυνατά από την κούραση που τον φόρτωνε η μέρα του στη σκατοδουλειά. Να τελειώνει με το φαί και να πάει να νανουρίσει το μπέμπη. Γρήγορα πριν ξυπνήσει ο μεγαλύτερος.Χαμογέλασε μόνη της με τη σκέψη πως στην ουσία είχε δυο μωρά στο σπίτι.
Τα μάτια της έπεσαν στο απέναντι παράθυρο, ορθάνοιχτο το θυμάται χρόνια τώρα, με τις γρίλιες απ'τα πατζούρια να ξεφτίζουν και να μαυρίζουν, να χτυπάνε σε κάθε φύσημα των ανέμων και να κλαίνε σπαρακτικά τα βράδια. Είχε ακούσει την πιο τραγική ιστορία από το στόμα της γερόντισσας του τρίτου. Η γυναίκα που έμενε σ'εκείνο το σπίτι, είχε μόλις γεννήσει. Ένα μωρό πανέμορφο για ολονών τα μάτια εκτός από τα δικά της. "Μα τι ξέρουν οι άλλοι;",μονολογούσε. "Αυτό το πλάσμα που βγήκε από τα σπλάχνα μου είναι πιο άσχημο κι από την ασχήμια". Δεν το αγαπούσε, το βασάνιζε,δεν το ήθελε. Ώσπου μια μέρα το αποφάσισε πως σωστό ήταν να το ξεφορτωθεί. Άνοιξε το παράθυρο και το πέταξε έξω.Πόσο τραγικό.
Η Ελένη δεν ήθελε ούτε να σκέφτεται αυτές τις εικόνες, μα το παράθυρο ήταν εκεί απέναντι και της θύμιζε όλα τα θλιβερά και τα αδιανόητα.Έτρεξε να αγκαλιάσει το παιδί της μα δεν το βρήκε στην κούνια του.Και ήταν περίεργο που έλειπε κι ο άντρας της. Ξαφνικά όλα φάνταζαν ήσυχα, αθόρυβα.Η κούνια ήταν άθικτη σαν από χρόνια και η κάμαρα της κι αυτή άψογη, χωρίς ζάρες στην κουβέρτα που είχε καιρό να την σκεπαστεί.
Ύστερα,τα μάτια της κύλησαν ως την γυαλιστερή επιφάνεια απ'το σαμοβάρι. Ήταν εκείνο το πρόσωπο, που πια είχε ρυτιδιάσει και τα μαλλιά που ήταν γκρίζα μα ακόμα μακρυά πλεγμένα σφιχτά.Αναγνώριζε τη γυναίκα που μισούσε το μωρό της σ'αυτό το πρόσωπο.Ήταν ξεκάθαρο τώρα πια. Όπως ξεκάθαρη δηλώθηκε και η μετάνοια της παρόλο που ήταν αργά.
Το άλλο πρωί η γάτα της νιαούριζε, να ΄ρθουν οι άνθρωποι να την μαζέψουν απ΄την ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα , αφού ξεψύχησε έχοντας για μια φορά -μοναδική- παραδεχτεί τα λάθη στον εαυτό της.