Σελίδες

Ιστορίες καθημερινής τρέλας

Το νερό στο μπρίκι βράζει διαρκώς, έχει σχεδόν εξατμιστεί. Το συμπληρώνει με κρύο και το ξανατοποθετεί στο μάτι. Καφές πρωινός. Με γάλα. Τι καφές δηλαδή, ρόφημα λέγεται έτσι που τον πίνει. Φωνές στις σκάλες, φωνές εντός, στο δρόμο, στην τηλεόραση. Φωνές που δεν του λένε τίποτα. Μόνο ακούγονται. Το είχε σκεφτεί διεξοδικά. Είχε ενώσει τα σκισμένα κομμάτια χαρτιού,τα γραμμένα με μολύβι πάνω. Εκεί ήταν η απόφασή του. Μα όσο ευλαβικά κι αν την πήρε, άλλο τόσο βιαστικά θα την απέρριπτε ξανά και ξανά μέχρι τελικά να την υιοθετήσει. Το γεύμα στο τραπέζι των γονιών του σκεφτόταν. Που θα περίμενε, θα περίμενε αχνιστό και νόστιμο την επιστροφή του...
Εκείνη τη μέρα είχε βάλει κάτω όλες τις σκέψεις. Τις κολλούσε μία-μία στο χαρτί για να μην του ξεφύγουν. Τελικά, μια ήταν και η λύση που φώτισε το κεφάλι του. Ήθελε, επίσης, να σκεφτεί τους έρωτές του. Όσες τον αγάπησαν πραγματικά , όσες τον είδαν να παλεύει με τους δαίμονές του και να παραιτείται και να ξαναρχίζει, μα τον αγάπησαν ακριβώς γι' αυτό. Θυμάται μια, με λεπτή παιδική φωνή και σγουρά καστανά μαλλιά.Παίδεμα η γκόμενα. Μα τον αγαπούσε. Ήταν και η τελευταία που θυμόταν. Οι άλλες πέρασαν, τον καύλωσαν και χάθηκαν. Δεν του έμεινε κάτι από αυτές εκτός από τη λαγνεία στο κούτελό τους.
Μετά στο μυαλό του χόρευαν φίλοι παιδικοί και φίλοι που έκανε χρόνια αργότερα στην ενήλικη ζωή του. Ήταν χορτασμένος από όλα. Από όλα; Το μόνο που δεν κατάφερε στα διάτρητα χρόνια του ήταν να αφήσει μια παρακαταθήκη.Κάτι αντάξιο και μεγαλεπίβολο ,όπως το όνομά του: Δαίδαλος.Όπως η ζωή του και οι στιγμές της·δαιδαλώδης. 
Μα τέτοια ώρα τί σημασία είχαν όλα αυτά;
Ένα μπάνιο να κάνει ,ήθελε. Να μπει στη μικροσκοπική, ορθογώνια μπανιέρα κι εκεί κουλουριασμένος να μείνει, σαν έμβρυο στον αμνιακό του σάκο. Με όλες του τις εμπειρίες και τα συναισθήματα σε έξαψη. Να θυμηθεί για ποιο λόγο. Για ποιο λόγο αξίζει;
Καθαρός και λογικός πια, άρχισε να φοράει τα μαύρα του ρούχα. Στέγνωσε τα μαλλιά του κι εκεί ανάμεσα στο ζεστό αέρα και τις  τούφες να ανακατεύονται μπροστά του, αποφάσισε.

Την επόμενη στιγμή το πρόσωπό του ήταν μπλε και τα πόδια του μόλις που ακουμπούσαν στο από χρόνια φθαρμένο μωσαϊκό.